ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΤΕΚΝΩΝ

Των: Αίθρας Αντωνιάδου, Αναστασίας-Μαρίας Δημοπούλου

 

Στη σύγχρονη, προοδευτική κοινωνία του 21ου αιώνα –όπως θέλουμε να την αποκαλούμε -, η οποία είναι απαλλαγμένη από το στίγμα των προκαταλήψεων και των ταμπού του παρελθόντος, δε φαντάζει ή καλύτερα δε θα έπρεπε να φαντάζει προβληματική η ανάγκη προστασίας (νομικής και κοινωνικής) των ατόμων με «παρεκκλίνουσες» σεξουαλικές προτιμήσεις. Όμως, ο συντηρητισμός και η ακαμψία της σκέψης πολλών συνανθρώπων μας οδηγούν σε ρατσιστικές συμπεριφορές εις βάρος των ομοφυλόφιλων,  με αποτέλεσμα να νιώθουν παράταιροι, στιγματισμένοι και να φέρουν την ιδιαιτερότητά τους σαν μίασμα. Για αυτό, συχνά κρύβουν την ιδιωτική τους ζωή υπό το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής και περιθωριοποίησης και αποφεύγουν να παραδεχτούν την ιδιαιτερότητά τους στο κοινωνικό τους περίγυρο ή και στον ίδιο τους τον εαυτό. Καθημερινά δίνουν μεγάλη ψυχολογική, κοινωνική και νομική μάχη για να γίνουν αποδεκτοί, διότι νιώθουν ενοχές, ενώ ενίοτε υποβάλλονται σε ιατροφαρμακευτικές αγωγές και χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στον ψυχικό τους κόσμο.

Η ίδια η επιστήμη έχει τεκμηριώσει την ομοφυλοφιλία ως φυσιολογική ερωτική και σεξουαλική συμπεριφορά . Το επιχείρημα από τη φύση είναι ότι η ομοφυλοφιλία συναντάται και σε ζώα (σε πάνω από 1500 είδη), τα οποία κατά τα άλλα δεν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Άρα, δεν κάτι παρά φύσιν, διότι αν δεχόμασταν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να δεχθούμε και ότι ο πολιτισμός, ως δημιούργημα του ανθρώπου και όχι απευθείας από την φύση εκπορευόμενος, είναι κάτι αφύσικο.  Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι η σεξουαλική επαφή με προφυλάξεις (που στοχεύει μόνο στην ηδονή) και γίνεται από ετερόφυλα ή άτεκνα με τη θέλησή τους ζευγάρια δεν αντιμετωπίζει την ίδια εχθρότητα όπως το σεξ μεταξύ ομοφύλων.

Από θρησκευτικής απόψεως, πολλές θρησκείες (ιουδαϊκή, χριστιανική, ισλαμική) αντιτίθενται στην ομοφυλοφιλία την οποία θεωρούν «παρά φύσιν», αφού η ένωση δυο ομόφυλων ανθρώπων, δεν μπορεί να οδηγήσει στην τεκνοποίηση . Το βασικό θεολογικό αντεπιχείρημα είναι ότι τα θρησκευτικά κείμενα πρέπει να ερμηνεύονται υπό τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Απαγορεύοντας οι θρησκείες, παλαιότερα,  την ομοφυλοφιλίαα είχαν κυρίως κατά νου να εμποδίσουν την πολλές φορές σκοτεινή και ανομολόγητη σαρκική της διάσταση, την αναζήτηση δηλαδή μόνο σωματικής ηδονής,. Στην εποχή μας όμως τα ζευγάρια ομοφυλοφίλων δε στοχεύουν μόνο στην πρόσκαιρη σαρκική ηδονή, αλλά και στην πνευματική, καθώς η διαρκής και επίσημη συμβίωση ομοφύλων εραστών είναι περισσότερο αποδεκτή. Οπότε απαγορεύοντας οι θρησκείες την ομοφυλοφιλία, στην ουσία δεν στόχευαν σε τίποτα άλλο από την αποτροπή μιας μορφής υποδούλωσης της ψυχής στο σώμα.

Ας προσεγγίσουμε τώρα το θέμα από τη νομική του όψη. Στις μέρες μας, οι ομοφυλόφιλοι ζητούν όλο και πιο επιτακτικά να δουν την «υποτιθέμενη» πρόοδο της κοινωνίας να παίρνει σάρκα και οστά και φυσικά νομική υπόσταση. Επιθυμούν πλέον όχι μόνο να γίνουν αποδεκτοί από το κοινωνικό σύνολο, αλλά να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, δηλαδή δικαίωμα στο σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης και δυνατότητα υιοθεσίας.

Παρ’ όλες λοιπόν τις διεκδικήσεις, η νομική επιστήμη βάζει διάφορα προσκόμματα στην επίτευξή τους. Πολύ συχνά στο δημόσιο διάλογο γίνονται αναφορές σε γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης «ομοφυλοφίλων». Το άρθρο 4 παρ.2 Σ ορίζει ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν είναι μια απλή επανάληψη του άρθρου 4 παρ.1 Σ, αλλά έχει αυτοτελή ύπαρξη και εμπεριέχει δυο κανόνες : ένα θετικό, που επιβάλλει την παροχή ίσων δυνατοτήτων σε άντρες και γυναίκες και έναν αρνητικό, που απαγορεύει διαφοροποιημένες χωρίς ουσιαστική δικαιολόγηση, δηλαδή άνισες νομοθετικές ρυθμίσεις των εννόμων σχέσεων των ανδρών και των γυναικών απέναντι στο κράτος. Η «αρνητική διάκριση» δε σημαίνει ότι τα άτομα του ενός φύλου υφίστανται αρνητική μεταχείριση έναντι του άλλου φύλου, αλλά ότι υφίστανται διακριτική μεταχείρισή τους λόγω του φύλου. Αν θεωρήσουμε ότι ο γάμος, κατά τον Αστικό Κώδικα, συνάπτεται μόνο ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα, πρέπει να διαπιστώσουμε αν αυτή ερμηνευτική εκδοχή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την αρχή της ισότητας. Ενδεχομένως, θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν περιορισμοί ή και απαγόρευση του δικαιώματος του γάμου για βιολογικούς ή γενετικούς λόγους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεμελιωθούν διακρίσεις στο φύλο των ατόμων. Η ratio της αρχής της ισότητας των φύλων δεν οδηγεί στην εκτίμηση ότι οι διαφορές ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων γάμων αποκλείουν τη σύναψη γάμου. Συνεπώς, η στέρηση του δικαιώματος ενός ατόμου να επιλέξει σύντροφο ίδιου φύλου και να προβεί σε γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης ουσιαστικά αντιβαίνει στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1Σ) και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια  (άρθρο 2 παρ.1 Σ). Το αντεπιχείρημα που θα προβαλλόταν εδώ είναι το κλασικό νομιναλιστικό, ο ορισμός του γάμου που διατύπωσε ο Μοδεστίνος μόλις τον 3ο αιώνα μ..Χ: «Γάμος εστίν ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία.».Παραμένει όμως μετέωρο το ερώτημα γιατί να υιοθετούμε συνταγματικά έναν ορισμό που μας δημιουργεί προβλήματα με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και μάλιστα από τη στιγμή που οι έννοιες στο Σύνταγμα εν αμφιβολία ερμηνεύονται ευρέως για να παρέχεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία;

Αντίθετα, αν δεχόμασταν ότι ο γάμος στο Σύνταγμα είναι η ένωση δυο προσώπων ανεξαρτήτως φύλου, θα εναρμονιζόταν η αρχή της ισότητας με το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ένα ακόμα επιχείρημα που προβάλλουν αυτοί που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε μορφή ένωσης ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους έχει ιστορικές καταβολές, ότι δηλαδή ανέκαθεν ο γάμος ήταν ένωση άντρα-γυναίκας και έτσι πρέπει να παραμείνει. Το επιχείρημα αυτό αντικρούεται όμως αφού η ίδια η κοινωνία έχει αλλάξει και οι θεσμοί έχουν προοδεύσει (π.χ. πλέον οι άντρες δεν αγοράζουν ή ανταλλάσσουν τις γυναίκες τους ή να  τις μεταχειρίζονται ως πράγματα). Συνεπώς, ο νομοθέτης πρέπει να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε εποχής και αυτό να έχει αντίκτυπο και στον νόμο. Ακόμα και η εκκλησία δεν πρέπει να συμπεριφέρεται με μισαλλοδοξία, αλλά να αγκαλιάζει και να δέχεται να τελέσει τα μυστήρια για όλους ανεξαιρέτως τους πιστούς.

Τέλος, αν προσδιδόταν νομική υπόσταση στη συμβίωση των ομόφυλων ζευγαριών, δε θα υφίσταντο δυσμενή διάκριση ούτε και στο πλαίσιο του κληρονομικού δικαίου, κατά το οποίο, σήμερα, σε περίπτωση θανάτου του αδιάθετου ομόφυλου συντρόφου, ο άλλος δε δικαιούται μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας. Είναι μεγαλύτερη κατά το νομοθέτη η συναισθηματική ή ακόμα και η στην πράξη (π.χ. συγκατοίκηση) σύνδεση του ετερόφυλου με το σύζυγο/σύντροφό του από τον ομόφυλο;

 

Αν λοιπόν, η κοινωνία μας είναι ακόμα ανώριμη να προβεί στο μεγάλο άλμα και να επιτρέψει το γάμο των ομοφυλοφίλων, τουλάχιστον μπορεί να δεχθεί το σύμφωνο συμβίωσης ως μια μορφή πιο χαλαρής νομικής ένωσης που εξασφαλίζει όμως και προστατεύει και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Έτσι, θα δείξει ότι τους αποδέχεται πλέον ως «φυσιολογικές» προσωπικότητες και όχι μόνο ότι τους ανέχεται .

Ας εξετάσουμε τώρα το πιο ηχηρό επιχείρημα, το σχετικό με τη δημιουργία οικογένειας.

Όσοι εναντιώνονται στο γάμο των ομοφύλων υποστηρίζουν ότι ένας από τους σημαντικότερους σκοπούς του γάμου είναι απόκτηση παιδιών που σύμφωνα με την φύση μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ένωσης ανδρός και γυναικός. Η τεκνοποιία, όμως, αυτή καθ’ εαυτή δεν εμπεριέχεται στην νομική κατάστρωση του γάμου ούτε στη συνταγματική κατοχύρωση του άρθρου 21 παρ.1 Σ.  Πρέπει άλλωστε να σκεφτούμε ότι αν ο γάμος είχε σκοπό μόνο την απόκτηση τέκνων, δε θα έπρεπε να επιτρέπεται ούτε σε άτομα με πρόβλημα αναπαραγωγής ούτε σε αρρώστους ούτε σε ετοιμοθάνατους ούτε ακόμα σε διαφυλικούς.

Ζώντας σε μια κοινωνία που συνεχώς μεταβάλλεται, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η οικογένεια σήμερα είναι περισσότερο πολύμορφη και «ανοιχτή» απ’ ό,τι ήταν παλαιότερα. Στην παραδοσιακή οικογένεια-πυρήνα (nuclear family), που δημιουργείται με το γάμο έχουν προστεθεί οι μονογονεϊκές οικογένειες καθώς και τα ζευγάρια που συζούν με ή χωρίς παιδιά. Στις μέρες μας, εμφανίζεται εν τοις πράγμασι και μια άλλη μορφή οικογένειας με ομόφυλους γονείς, η οποία  έχει προβληματίσει τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή κοινότητα. Ο εν λόγω προβληματισμός προέκυψε όταν ορισμένες χώρες του κόσμου αναγνώρισαν στα ομόφυλα ζευγάρια το δικαίωμα στην υιοθεσία ή στη χρησιμοποίηση μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, με πιο γνωστή αυτή της παρένθετης μητέρας.

Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε εις βάθος την προβληματική του εν λόγω άρθρου θα ήταν σκόπιμο να αναλύσουμε ένα κρίσιμο δικαίωμα, το δικαίωμα της αναπαραγωγής.  Κάθε άτομο είναι ελεύθερο να αποφασίσει για το αν θέλει ή όχι και πότε να αποκτήσει τέκνα. Το δικαίωμα αναπαραγωγής, ως ελευθερία, πηγάζει από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Στο άρθρο αυτό, κατοχυρώνεται το δικαίωμα αυτοκαθορισμού και αυτοδιάθεσης του ατόμου μέσα από την ελευθερία που του δίνει ο νομοθέτης να διαμορφώσει τη ζωή του όπως το επιθυμεί, σύμφωνα με τις δικές του αντιλήψεις, επιθυμίες και ανάγκες, υπό την προϋπόθεση του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων ανθρώπων καθώς και υπό την τήρηση του Συντάγματος και των χρηστών ηθών . Επίσης, υποστηρίζεται πως το παραπάνω δικαίωμα  αποτελεί προέκταση των άρθρων 21 παράγραφος 1 και 9 παράγραφος 1 Σ., τα οποία αναφέρονται στο θεσμό της οικογένειας και στο απαραβίαστο αυτής. Η ελληνική συνταγματική νομοθεσία, λοιπόν, δίνει την επιλογή στο άτομο να διαμορφώσει τη ζωή του και την οικογένεια του, όπως εκείνο το επιθυμεί, κατοχυρώνοντας έμμεσα και το δικαίωμα αναπαραγωγής.

Σε διεθνές επίπεδο,  το εν λόγω δικαίωμα  θεμελιώνεται σε άρθρα της ΕΣΔΑ καθώς και σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ, οι οποίες, ωστόσο, δεν ακολουθούν πάντοτε προδιαγεγραμμένη πορεία. Στα άρθρο 8 και 9 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το δικαίωμα καθενός να γίνει γονέας μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω άρθρα, η υιοθεσία αποτελεί ατομικό δικαίωμα και μάλιστα μια ειδικότερη μορφή ιδρύσεως οικογένειας. Από την άλλη πλευρά, το ΕΔΔΑ, έχοντας αντιμετωπίσει αρκετές σχετικές υποθέσεις, διαπιστώνουμε ότι άλλοτε επικροτεί το δικαίωμα αυτό και άλλοτε όχι, εξετάζοντας και σταθμίζοντας πολύ προσεκτικά τις περιστάσεις, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο, το συμφέρον του παιδιού (εάν γεννηθεί) και όχι τα κίνητρα των εκάστοτε γονέων.

Ένα ακόμα επιχείρημα είναι επίσης ότι ακόμα κι αν ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι αποκτήσει τέκνα με άλλα μέσα, το παιδί δε θα μεγαλώσει σε υγιές περιβάλλον. Το παιδί, δηλαδή, χρειάζεται για την ομαλή πνευματική και ψυχική του ανάπτυξη, να ανατραφεί έχοντας ένα αντρικό κι ένα γυναικείο πρότυπο, με αντίστοιχους ξεκάθαρους και διακεκριμένους ρόλους. Διαφορετικά, μπορεί να του προκληθούν σοβαρά ψυχικά τραύματα ή ακόμη και σύγχυση. Επιπλέον οι αντίμαχοι των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων υποστηρίζουν ότι το παιδί  είναι πιθανό να αντιμετωπίσει την κοινωνική απόρριψη και κατ’ επέκταση να μην μπορέσει να κοινωνικοποιηθεί, αλλά δεν απαντούν με τον ίδιο τρόπο στο ότι επιτρέπεται νομικά η υιοθεσία ή η τεχνική γονιμοποίηση από άγαμους. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, αυτών των αντιλήψεων, οι ομόφυλοι είναι ακατάλληλοι να γίνουν γονείς και τα παιδιά που ανατρέφουν αποτελούν ενδεχομένως πειραματόζωα στο βωμό ενός δήθεν φιλελευθερισμού.

Όμως με βάση ποια κριτήρια καθορίζουμε το ποιος είναι ικανός και ποιος ανίκανος να αναθρέψει ένα παιδί; Η κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών δεν αποτελεί μία καθοριστική ή και τη μοναδική παράμετρο;  Η παροχή φροντίδας, στοργής και αγάπης δεν  διαδραματίζουν κάποιο ρόλο; Η αύξηση των διαζυγίων των ετερόφυλων ζευγαριών δεν επηρεάζει τον ψυχισμό των παιδιών;  Οι τοξικομανείς γονείς με βάση ποιά δεδομένα αποτελούν καλύτερα πρότυπα από ομόφυλους γονείς; Ένα ίδρυμα προστασίας, όσο καλό προσωπικό και να έχει, κατά πόσο καλύπτει τις συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού; Ποιοί είμαστε εμείς, εν τέλει, για να στερήσουμε από ένα παιδί το αυτονόητο, μια ζεστή αγκαλιά, ένα χάδι στοργής, μια οικογένεια;

Ένα παιδί πάνω από απ όλα χρειάζεται ένα ασφαλές περιβάλλον που θα του προσφέρει συναισθηματική αλλά και υλική κάλυψη. Φυσικά πολλοί υποστηρίζουν ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα βλάπτουν τα ετερόφυλα ζευγάρια. Αλλά εδώ τίθεται το ερώτημα: Θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας υποκρινόμενοι ότι αυτή η κατηγορία ανθρώπων δεν υπάρχει και ότι είναι παρεκκλίνουσα και αποδιοπομπαία ή να αποδεχτούμε κάτι το οποίο υφίσταται από τη δημιουργία του ανθρώπου και να χαρίσουμε αξιοπρέπεια στα άτομα αυτά.

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s