Δικαιολογουνται οι εραστες;

Από τη : Μαρία Μποσμπόνη

 

«Το να απατηθείς είναι κι αυτό μια ιστορία αγάπης» υποστήριζε ο Γάλλος συγγραφέας Robert de Flers (1869-1927) σε μία εποχή όπου η πράξη της μοιχείας αποτελούσε ποινικό αδίκημα σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όμως, στις μέρες μας, η συγκεκριμένη φράση μπορεί να προσφέρει παρηγοριά και να καταστεί χρήσιμη για πολλούς, δεδομένου ότι όσο εύκολα συνάπτεται ένας γάμος ή γενικότερα θεμελιώνεται η κοινότητα βίου μεταξύ δύο ανθρώπων τόσο εύκολα επέρχεται και η ρήξη. Λίγες δεκαετίες νωρίτερα η κάταληξη αυτή φάνταζε απίθανη ή έστω μακρινή, ιδίως στην Ελλάδα, όπου ο θεσμός της οικογένειας, διαποτισμένος βέβαια και από τις αντιλήψεις της Ορθοδοξίας, αλλά και οι υποχρεώσεις που απορρεόυν από αυτόν αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερο σεβασμό. Δυστυχώς η σύγχρονη πραγματικότητα έρχεται να διαψεύσει τις ελπιδοφόρες εικασίες του παρελθόντος και να ανυψώσει το ποσοστό των διαζυγίων στη χώρα μας από το 22% περί το οποίο μέχρι τώρα κινούνταν στο 30%-32% των τελούμενων γάμων, με τους ειδικούς να αποδίδουν την αύξηση αυτή στη διείσδυση των συνεπειών της οικονομική κρίσης στο χώρο της οικογένειας.

Η ελληνική έννομη τάξη παρέχει στους δύο συζύγους τη δυνατότητα να λύσουν τη μεταξύ τους σχέση είτε συναινετικά είτε κατ’ αντιδικία, με τους περισσότερους να προτιμούν τη συναινετική λύση (ποσοστό 81% επί του συνόλου των διαζυγίων). Συγκεκριμένα, το κατ’ αντιδικία διαζύγιο προϋποθέτει ισχυρό κλονισμό του γάμου, δηλαδή την ψυχική εκείνη στάση του συζύγου απέναντι στην έγγαμη συμβίωση η οποία, εξαιτίας της συμπεριφοράς του άλλου συζύγου ή και των δύο συζύγων, καθίσταται αρνητική. Απαραίτητη, δηλαδή, είναι η απόδειξη ότι η σύνεχιση του συζυγικού βίου και η εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων που ρητά προβλέπει ο νόμος (άρθρα 1386-1390 ΑΚ) είναι πλέον δυσχερής. Επειδή, όμως, η συγκεκριμένη απόδειξη αναφέρεται σε ένα ψυχικό κατά κύριο λόγο γεγονός, παρουσιάζει αρκετές δυσχέρειες τις οποίες προσπαθεί το άρθρο 1439 παρ. 2 ΑΚ να αντιμετωπίσει εισάγοντας περιοριστικώς ορισμένα μαχητά τεκμήρια κλονισμού (διγαμία, μοιχεία, εγκατάλειψη, επιβουλή ζωής ενάγοντος, ενδοοικογενειακή βία). Εάν ο σύζυγος καταφέρει να αποδείξει την πράξη του εναγόμενου συζύγου, ο κλονισμός τεκμαίρεται ότι έχει επέλθει αφήνοντας στον τελευταίο μόνο περιθώριο ανταπόδειξης, δυνατότητα που δεν υφίσταται σε περίπτωση διετούς συνεχούς διάστασης, η οποία αποτελεί αμάχητο τεκμήριο κλονισμού.

Από τα αναφερόμενα τεκμήρια μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό της μοιχείας κυρίως λόγω της μακραίωνης ιστορίας της -είναι τόσο παλιά η ιστορία όσο και ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας- αλλά και των διαφόρων μελετών που έχουν γίνει σχετικά με αυτή. Οι λέξεις «μοιχεία» και «μοιχός» εμφανίζονται ήδη σε έργα του Αριστοφάνη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των αρχαίων ρητόρων και η αντιμετώπισή της ποίκιλλε ανάλογα με την πόλη όπου αυτή εκδηλωνόταν χωρίς, σε καμία περίπτωση, να χάνει τη σοβαρότητά της. Στο θέμα αυτό σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και συνεχίζει και έως τις μέρες μας να διαδραματίζει η κυρίαρχη σε κάθε χώρα θρησκεία και η σχέση των ατόμων με αυτή. Σύμφωνα με το Χριστιανισμό, που επικρατεί στη χώρα μας, η μοιχεία είναι πράξη καταδικαστέα, διότι αντιβαίνει και παραβιάζει την έβδομη εντολή που ο Θεός έδωσε στο Μωυσή («Οὐ μοιχεύσεις»), ενώ με την ίδια αυστηρότητα αντιμετωπίζεται και από άλλες θρησκείες με αντιπροσωπευτικότερες τον Ιουδαϊσμό και το Μουσουλμανισμό.

Η αντιμετώπιση της μοιχείας από το θρησκευτικό κόσμο επηρέασε και διαμόρφωσε ανάλογα τη συνείδηση των ατόμων στο μυαλό των οποίων αυτή αποτελούσε πράξη μεμπτή και μάλιστα αξιόποινη. Την κρατούσα ιδεολογία αποτύπωνε το άρθρο 286 του Ποινικού Νόμου της Βαυαροκρατίας που ίσχυσε στην Ελλάδα έως την 31η Δεκεμβρίου 1950 και σύμφωνα με το οποίο η διάπραξη της μοιχείας χαρακτηριζόταν ως πλημμέλημα, όπως και περέμεινε και με τον νέο Ποινικό Κώδικα (άρθρο 357) που ίσχυσε από την 1η Ιανουαρίου 1951 όπου προβλεπόταν ποινή φυλάκισης ενός έτους και το έγκλημα διωκόταν μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντος. Η ονομαζόμενη κυβέρνηση της Αλλαγής, στο πλαίσιο αναθεώρησης του Οικογενειακού Δικαίου, αποφάσισε την αποποινικοποίηση της μοιχείας συναντώντας την έντονη και σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία υποστήριξε ότι η αποποινικοποίησή της θα κλονίσει τα θεμέλια του γάμου και της οικογένειας. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου να προχωρήσει στην κατάργηση του άρθρου 357 του Πονικού Κώδικα με το άρθρο 6 του Νόμου 1272/1982, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 20 Αυγούστου 1982. Πλέον οι συνέπειες της μοιχείας είναι μόνο αστικές χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί απόλυτο λόγο διαζυγίου αλλά αποκλειστικά και μόνο τεκμήριο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί μία απόφαση του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις αρχές του έτους και αποφαίνεται ότι το διαζύγιο πρέπει να εκδίδεται σε βάρος του μέλους του ζευγαριού που απατά πρώτο. Η κρινόμενη υπόθεση αφορούσε σε δικαστική διαμάχη πρώην συζύγων σχετικά με την κάλυψη των δικαστικών δαπανών και την καταβολή τυχόν διατροφής. Η σύζυγος είχε ανακαλύψει την απιστία του συζύγου της και αποφάσισε να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη ζητώντας την έκδοση διαζυγίου έχοντας στο ενδιάμεσο διάστημα απατήσει και η ίδια το σύζυγό της, ενώ οι δύο τελούσαν ήδη σε διάσταση. Μετά από τρεις δίκες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι αρχική και μοναδική ευθύνη για τη διάλυση του γάμου φέρει ο σύζυγος ο οποίος, χωρίς αρνητικά προηγούμενα, τάραξε τον κοινό βίο και την εμπιστοσύνη του ζευγαριού. Η πράξη της συζύγου δικαιολογείται πλήρως και αποτελεί «αντίποινα» στη συμπεριφορά του συζύγου, λογίζεται, δηλαδή, ως απόλυτα φυσιολογική αντίδραση και για το λόγο αυτό όλα τα δικαστικά έξοδα καθώς επίσης και την υποχρέωση διατροφής επωμίζεται ο πρώην σύζυγος, χάνοντας ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να προβάλει οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση, έστω και εάν η περιουσία της πρώην συζύγου υπερβαίνει τη δική του.

Η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί δίκαια να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα ρηξικέλευθη και να ανοίξει ένα ευρύ πεδίο συζητήσεων γύρω από το θέμα των διαζυγίων αντικατοπτρίζοντας και σκιαγραφώντας τις σύγχρονες τάσεις της ανεκτικής κοινωνίας. Η απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί μόνο υπό το πρίσμα ότι ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης είχε ήδη επέλθει και επομένως δεν απαιτείτο  εκπλήρωση των συζυγικών υποχρεώσεων πλέον. Από την άλλη, όμως, μεριά, ο άμεμπτος χαρακτήρας που απέκτησε η πράξη της συζύγου αφήνει μεγάλα περιθώρια και ανοίγει το δρόμο για την πλήρη κατάλυση των θεσμών δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση ακραίων συμπεριφορών στο πλαίσιο της οικογένειας οι οποίες θα «δικαιολογούνται» λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του άλλου συζύγου. Και δυστυχώς δε γίνεται να μη ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι συνέπειες της συμπεριφοράς των συγύζων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης δεν περιορίζονται μόνο στους ίδιους, αλλά έχουν αντίκτυπο και στην ανάπτυξη των παιδιών, όπως επίσης και στη διαμόρφωση των κοινωνικών αντιλήψεων.

Είτε συμφωνείτε είτε διαφωνείτε με την απόφαση, η αλήθεια είναι μία: Η συζυγική απιστία θα εξακολουθεί να βρίσκεται στο προσκήνιο και η έννομη αντιμετώπισή της συνεχώς θα μεταβάλλεται. Μένει μόνο να πρακολουθούμε τις αλλαγές αυτές.

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s