«Δικαιωματοκρατια»…οπως λεμε βαρβαροτητα;

 

Απο το : Γιώργου Βιτάλη

 

Η συνδικαλιστική ελευθερία, ως δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας συνδικαλιστικών οργανώσεων με σκοπό τη διαφύλαξη και την προαγωγή των συμφερόντων των εργαζομένων, αποτελεί συστατικό ενός σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος που διαθέτει κοινωνικό κράτος και για το λόγο αυτό κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος. Αποτελεί ένα θεσμικό αντίβαρο προστασίας των εργαζομένων τόσο απέναντι στην κρατική εξουσία όσο και απέναντι στη συχνά ισχυρότερη εργοδοτική πλευρά. Αναπόσπαστα συνδεδεμένο και αναγκαίο συμπλήρωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας είναι το δικαίωμα της απεργίας το οποίο απολαύει στην ελληνική έννομη τάξη αυτοτελούς συνταγματικής κατοχύρωσης στο άρθρο 23 παρ. 2  του Θεμελιώδους Νόμου. Το δικαίωμα απεργίας προστατεύεται και σε διεθνές επίπεδο μέσω των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά δικαιώματα, καθώς και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως ένα από τα βασικότερα δικαιώματα των εργαζομένων, η απεργία λογίζεται ως η αποχή από την εργασία με σκοπό να ανασταλεί η λειτουργία της σύμβασης εργασίας, ώστε να ασκηθεί πίεση προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα επαγγελματικής φύσεως. Ασκείται κατ’ αρχήν στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς, π.χ. ως έκφραση διαμαρτυρίας ή αλληλεγγύης. Εν τούτοις, στην ελληνική πραγματικότητα ήδη από τις αρχές του 1990 μια ομολογουμένως ιδιαίτερη μορφή εργασιακής κινητοποίησης από πλευράς αγροτών που αποβλέπει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών τους αιτημάτων έχει κάνει την εμφάνισή της. Ειδικότερα, κατά καιρούς ομάδες αγροτών παρεμποδίζουν τη διέλευση οχημάτων σε συγκεκριμένα σημεία του οδικού δικτύου διακόπτοντας την κυκλοφορία. Πρόκειται για τα λεγόμενα «μπλόκα» των αγροτών, μια μορφή κινητοποίησης η οποία αν μη τι άλλο μοιάζει ακόμα και εντυπωσιακή, καθώς δεκάδες τρακτέρ παρατάσσονται στις λεωφόρους μεγάλων ελληνικών πόλεων. Αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι μια τέτοια κινητοποίηση εμπίπτει στο περιεχόμενο του άρθρου 11 του Συντάγματος περί ελευθερίας συναθροίσεων, παράλληλα δημιουργεί επιφυλάξεις σχετικά με το αν είναι συμβατή με την ελληνική έννομη τάξη.

Ήδη, από τότε που πρωτοεκδηλώθηκε αυτή η μορφή κινητοποίησης, διατυπώνονται γνώμες αναφορικά με την αντίθεση της προς την κοινή νομοθεσία. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 27 του Νόμου 4356/2015 και του άρθρου 292 του Ποινικού Κώδικα περί παρακώλυσης συγκοινωνιών, ενδεικνύεται ότι τα «μπλόκα» είναι πράξεις απαγορευμένες και τιμωρούμενες από το ελληνικό δίκαιο.

Επιπλέον, φαίνεται να δημιουργείται και μια ένταση ως προς τη συμβατότητά τους με τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η κυκλοφορία με τη χρήση του οδικού ή σιδηροδρομικού δικτύου, της ναυσιπλοΐας ή αεροπλοΐας κ.τ.λ. συνιστά έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος. Επομένως, οι διενεργούντες τα «μπλόκα» χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης προς την κυβερνητική πλειοψηφία τον περιορισμό του δικαιώματος μετακίνησης όλων όσοι επιθυμούν να διέλθουν από τα σημεία όπου εγκαθίστανται τα τρακτέρ. Ωστόσο, κάθε δικαίωμα δεν μπορεί να ασκείται εις βάρος των δικαιωμάτων των άλλων (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) ούτε καταχρηστικά (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.). Άρα, μια τέτοιου είδους κινητοποίηση πολλώ δε μάλλον προσκρούει στο Σύνταγμα.

Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι τα  «μπλόκα» συνιστούν εκδήλωσή της συνδικαλιστικής ελευθερίας και του απεργιακού δικαιώματος στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αν το εξετάσουμε, όμως, βαθύτερα και προβούμε σε μια απόπειρα ερμηνείας των άρθρων 22 και 23 του Συντάγματος, είναι πολύ πιθανόν να συμπεράνουμε ότι με τον όρο «διαπραγμάτευση» ο συντακτικός νομοθέτης εννοεί κατ’ αρχήν τη διαπραγμάτευση μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της εργοδοτικής πλευράς, αφού το Κράτος δε λογίζεται ως «εργοδότης» των αγροτών οι οποίοι είναι κατά βάση ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί ιδιώτες. Επιπλέον, κατά την κρατούσα γνώμη, η απεργία, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Συντάγματος, βρίσκεται εντός των εννοιολογικών ορίων της αποχής από την εργασία, ενώ η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας μοιάζει να μην εμπίπτει στα όρια αυτά. Από την άλλη πλευρά, παράγοντες της αγοράς αλλά και δημόσιες εταιρίες, όπως η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., ισχυρίζονται ότι, λόγω των κινητοποιήσεων αυτών και των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στη διακίνηση εμπορευμάτων, προκλήθηκαν ζημίες εκατομμυρίων ευρώ, ενώ ερωτήματα γεννώνται αν και το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται αστικώς κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα εξ αιτίας της μη λήψης των απαιτούμενων μέτρων αποτροπής των συνεπειών των δράσεων αυτών.

Γενικότερα, η ανάγκη κατοχύρωσης και ακώλυτης άσκησης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ήδη από την εποχή της Magna Carta μέχρι και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, μοιάζει πάντοτε επίκαιρη. Η προάσπιση των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων αποτελεί πρωταρχικό στόχο όλων των κρατών που επιθυμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθερα, ενώ πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι ο κύριος λόγος ύπαρξης των κρατών και της σύνταξης Συνταγμάτων, ειδικά μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των πολιτών έναντι του κράτους, ώστε να αποτρέπονται οι αυθαιρεσίες και να υπάρχει εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού συμβολαίου. Για το λόγο αυτό, όπως ορίζεται και στο άρθρο 25 του Συντάγματος, οι περιορισμοί των δικαιωμάτων πρέπει να επιβάλλονται με νόμο κατά την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να είναι κατάλληλοι, αναγκαίοι και ανάλογοι του σκοπού του νόμου.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, όμως, σκοπός του Συντάγματος δεν είναι μόνο η καταγραφή των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεων. Στο Σύνταγμά μας προβλέπονται όχι μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις του πολίτη, όπως η συνεισφορά στα δημόσια βάρη αλλά και η συμβολή των Ελλήνων στην άμυνα της πατρίδας. Η σημαντικότερη υποχρέωσή μας ως πολιτών, η οποία αναφέρεται στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, αποτελεί το καθήκον των Ελλήνων να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους που είναι σύμφωνοι με αυτό και να είναι αφοσιωμένοι στην Πατρίδα και στη Δημοκρατία. Κατά τούτο, πρακτικές που περιορίζουν δυσανάλογα ή πολύ περισσότερο καταστέλλουν δικαιώματα χωρίς να υπάρχει έρεισμα στο Σύνταγμα ή στο νόμο δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη και ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία. Δηλαδή, τόσο η διεκδίκηση όσο και η άσκηση των δικαιωμάτων μιας κοινωνικής ομάδας οφείλουν να μην παρακωλύουν τα δικαιώματα της άλλης και να ασκούνται στο πλαίσιο δράσης που ορίζει ο νόμος. Επομένως, απάντηση στα συνεχώς επιδεινούμενα κοινωνικά προβλήματα δεν είναι ούτε η «δικαιωματοκρατία», δηλαδή η ασύδοτη άσκηση των δικαιωμάτων, ούτε η αυτοδικία αλλά η Δικαιοκρατία, διότι μόνο το Δίκαιο που στηρίζεται σε ηθικοπολιτικές αρχές δικαιοσύνης είναι αναγκαίο και λυσιτελές για το λαό.

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s