ο νικητησ τα παιρνει ολα

Από τις: Έφη Ρασσιά, Αιμιλία Τραταρού

Ενώ η 58η προεδρική εκλογή Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι προ των πυλών, πολλοί μιλούν για τα αμφιθυμικά αισθήματα που τυχόν θα προκαλέσει το αποτέλεσμα, στις 8 Νοεμβρίου 2016. Οι ψηφοφόροι στις εκλογές αυτές θα κληθούν να επιλέξουν με την ψήφο τους το σώμα των εκλεκτόρων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα εκλέξουν το νέο Πρόεδρο και το νέο Αντιπρόεδρο των Η.Π.Α. Η εκλογή των τελευταίων είναι, δηλαδή, έμμεση, ως συνέπεια του ομοσπονδιακού συστήματος. Κάθε πολιτεία έχει αριθμό εκλεκτόρων ίσο με τον αριθμό των αντιπροσώπων της στο Κογκρέσο, το οποίο συγκροτείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και την Γερουσία. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων κάθε πολιτεία εκπροσωπείται ανάλογα με τον πληθυσμό της, ενώ στη Γερουσία όλες οι πολιτείες έχουν δύο έδρες. Ήδη στο Άρθρο 2 του Συντάγματος των Η.Π.Α. προβλέπονται οι προϋποθέσεις εκλογιμότητας του Προέδρου, ο οποίος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 35 χρόνων, να έχει γεννηθεί και να κατοικεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για τουλάχιστον 14 χρόνια. Το κάθε κόμμα επιλέγει τον υποψήφιο που θα το εκπροσωπήσει μέσω της διαδικασίας των προκριματικών εκλογών και οι αντιπρόσωποί του προτείνουν επισήμως τον υποψήφιο εκ μέρους του κόμματός τους.

Καθώς τα αποτελέσματα των προκριματικών εκλογών μεταβάλλουν τα δεδομένα συνεχώς, γίνεται ολοένα πιο φανερό πως οι φετινοί ψηφοφόροι έχουν περισσότερες αμφιβολίες από ποτέ όσον αφορά στους ηγέτες των παρατάξεων. Οι Αμερικανοί πολίτες διχάζονται κατά βάση ανάμεσα στα δύο κυρίαρχα κόμματα. Από την μία πλευρά, οι Δημοκρατικοί μάχονται για τις χειροτεχνικές δουλειές που έχουν χαθεί και τους χαμηλούς μισθούς, ενάντια στη Γουόλ Στριτ και στις τράπεζες. Για τους Ρεπουμπλικάνους, από την άλλη, καίρια ζητήματα είναι η μετανάστευση, η μη στήριξη των γάμων των ομοφυλοφίλων, καθώς και η μείωση της φορολογίας και το πολυπόθητο γι’ αυτούς «λιγότερο κράτος».

Αυτό το μείγμα οδήγησε στο φαινόμενο να παρουσιαστούν στο εκλογικό προσκήνιο και των δύο κομμάτων, υποψήφιοι, οι οποίοι προκαλούν μεγάλη έκπληξη – με πρώτο φυσικά τον επιχειρηματικό μεγιστάνα και διασκεδαστή, Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τραμπ γεννήθηκε το 1946 στη Νέα Υόρκη. Λόγω προβλημάτων συμπεριφοράς στα 13 άφησε το σχολείο και γράφτηκε στη Στρατιωτική Ακαδημία της Νέας Υόρκης. Το 1968 αποφοίτησε από το Wharton με πτυχίο στα οικονομικά. Έπειτα εργάστηκε στην κτηματομεσιτική εταιρεία του πατέρα του, της οποίας τον έλεγχο ανέλαβε το 1971 και την οποία μετονόμασε: “The Trump Organization”. Την ίδια χρονιά ανακατεύθηκε με ακόμα μεγαλύτερα κατασκευαστικά έργα. Παντρεύτηκε το 1977 την Ιβάνα, μοντέλο από την Τσεχία, με την οποία έκαναν τρία παιδιά. Στις αρχές του 1990 ήταν πλέον γνωστό ότι είχε σχέση με την ηθοποιό Μάρλα Μαπλς και το ζεύγος Tραμπ πήρε διαζύγιο το 1991. Ήταν ένα πολύκροτο διαζύγιο και η Ιβάνα, όταν ρωτήθηκε απ’ τους δημοσιογράφους αν νιώθει οργισμένη, απάντησε το περίφημο: «Don’t get angry. Get eveything», με το οποίο έγινε είδωλο για τη μέση Αμερικανίδα των ‘90s. Πράγματι, με το διαζύγιο ο Tραμπ βγήκε οικονομικά λαβωμένος. Ωστόσο, ανέκαμψε. Παντρεύτηκε την Μαπλς και έκανε τέταρτο παιδί μαζί της. Το 1998 όμως ξεκίνησε σχέση με τη Μελάνια, μοντέλο από τη Σλοβενία, την οποία και παντρεύτηκε το 2005, στο γάμο των οποίων παρευρέθηκε και το ζεύγος Κλίντον, και με την οποία απέκτησε άλλο ένα παιδί. Ο Tραμπ έχει και 8 εγγόνια. Από το 1996 έως το 2015 οργάνωνε καλλιστεία ομορφιάς, στα οποία συμμετείχε και σαν βασικός κριτής (προκαλώντας σάλο με τη φήμη (;) ότι πριν κάποια στεφθεί με το στέμμα έπρεπε «να δουλέψει γι’ αυτό με αυτόν»). Οι επιχειρήσεις του οι σχετιζόμενες με ξενοδοχεία και καζίνο πτώχευσαν τέσσερις φορές μεταξύ του 1991 και του 2009, προκειμένου να διαπραγματευτεί τα χρέη του. Ο Tραμπ έχει γράψει βιβλία, έχει βραβευτεί με Emmy, έχει εμφανιστεί σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες και έχει υπάρξει παραγωγός και παρουσιαστής του σόου The Apprentice. Το 2014 η εταιρεία μόντελινγκ που είχε ιδρύσει ήρθε αντιμέτωπη με μήνυση από ένα πρώην μοντέλο της εταιρείας το οποίο επιβεβαίωσε απάτες. Για τον Tραμπ έχουν υπάρξει δύσκολες στιγμές, καθώς στο πέρασμα των χρόνων του έχουν κάνει πολλές μηνύσεις, μεταξύ άλλων και για το πανεπιστήμιο που ίδρυσε. Οι δημοσιογράφοι David Cay Johnston και Wayne Barrett έχουν υποστηρίξει πως ο Tραμπ και οι εταιρείες του είχαν επαγγελματικές σχέσεις με οικογένειες από τη Νέα Υόρκη και τη Φιλαδέλφεια που συνδέονταν με την ιταλοαμερικανική μαφία. O Τραμπ φλέρταρε με την πολιτική από το 1998. Τελικά κατεβαίνει ως υποψήφιος με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα το 2016.

Οι ψηφοφόροι φαίνεται να έχουν κουραστεί τόσο από τους πολιτικούς, με αποτέλεσμα μια μεγάλη μερίδα Ρεπουμπλικάνων να είναι πρόθυμοι να τον πάρουν στα σοβαρά. Πολλοί, μάλιστα, μιλούν για τις εκλογές «όπου το αδύνατο γίνεται δυνατό» και ένας υποψήφιος με μόνο το τηλεοπτικό και επιχειρηματικό παρελθόν του και παρά τον κατάφωρο ρατσισμό και τις ωμές προκαταλήψεις που έχει εκφράσει κατά καιρούς, γίνεται φαβορί για Πρόεδρος των Η.Π.Α. O Tραμπ στοχεύει στην πλήρη κατάργηση του νόμου Obamacare στον τομέα της υγείας, ώστε πλέον κανένας να μην υποχρεούται να αγοράσει ασφάλιση. Μια ακόμα επιθυμία του είναι να υπάρχουν πολλοί προμηθευτές φαρμάκων και όχι μονοπώλιο, την ίδια στιγμή, όμως φαίνεται, ότι θα δημιουργηθούν «συνθήκες εμπορίου και ανταγωνισμού» στον ευαίσθητο αυτό τομέα. Προτείνει ταυτόχρονα και Αποταμιευτικούς Λογαριασμούς Υγείας που δε θα φορολογούνται και θα κληρονομούνται. Όσον αφορά τις σχέσεις με την Κίνα, επιδιώκει να πιέσει, αν εκλεγεί, την Κίνα για να βρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για εμπορικούς σκοπούς και για να μη μοιράζονται οι αμερικάνικες εταιρείες  τεχνολογία αποκλειστικής εκμετάλλευσης κάθε φορά που θέλουν να εξάγουν προϊόντα στην Κίνα. Ιδιαίτερη στήριξη θέλει να δώσει ο Tραμπ στους βετεράνους και στις οικογένειές τους, επιδιώκοντας μάλιστα να τους παρέχει εύκολη πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την ψυχολογική υποστήριξη. Επιδιώκει ακόμη ελάφρυνση της μεσαίας τάξης στην πληρωμή των φόρων, πράγμα που θα βοηθήσει στο να κινηθεί η αγορά. Κατά το σχέδιό του, οι ομάδες ανάλογα με τα φορολογικά ποσά από εφτά θα μειωθούν σε τέσσερις, ώστε να επέλθει απλοποίηση και ενίσχυση της μεσαίας τάξης (ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος δυσαναλογίας, διότι για να μειωθούν οι ομάδες αυξάνεται το εύρος των φορολογικών δηλώσεων σε καθεμία κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, το ανώτερο και το κατώτερο όριο κάθε ομάδας θα πληρώνουν το ίδιο ποσοστό). Για το φλέγον ζήτημα της οπλοκατοχής ο Tραμπ είναι κάθετος στο ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα και πρέπει να μπορεί να έχει όπλο αλλά και τη δυνατότητα να το κουβαλάει πάνω του, επισημαίνοντας ότι για την κακή χρήση όπλου δεν είναι λύση η κατάργηση της οπλοκατοχής, αλλά η δημιουργία προγραμμάτων θεραπείας για «τρελούς» που χρησιμοποιούν όπλα βάζοντας σε κίνδυνο τους άλλους. Ένα θέμα που θεωρεί ότι χρήζει αντιμετώπισης είναι η έλλειψη αρχείων εγκληματιών και ψυχικής υγείας, καθώς το συνδέει με την αδυναμία αντιμετώπισης του φαινομένου κακής χρήσης όπλων. Για την εξάλειψη της εγκληματικότητας υποστηρίζει ότι πρέπει ο στρατός να είναι πλήρως εξοπλισμένος για να αμύνεται και να συνδράμει στο έργο αυτό αποτελεσματικά. Στα ζητήματα που τοποθετείται, προκαλώντας τεράστιες αντιδράσεις – τελευταία και διεθνείς – περιλαμβάνεται και το μεταναστευτικό. Κατά τον Tραμπ πρέπει να χτιστεί ένα τείχος με το Μεξικό, για την κατασκευή του οποίου πρέπει να πληρώσει το ίδιο λόγω των εγκληματιών που έχουν ήδη μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. από εκεί, και μέχρι τότε πρέπει να θέσουν υπό περιορισμό τα εμβάσματα από παράνομους μισθούς. Στοχεύει στην επιστροφή των εγκληματιών και στην κράτηση-απομόνωση και επιστροφή των παράνομων μεταναστών. Για να το πετύχει αυτό θα επιβάλει και διακοπή χρηματοδότησης σε πόλεις που δε συνεργάζονται. Για όσους μένουν παραπάνω ενώ έληξε η visa προβλέπει να υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις. Αντιτίθεται πλήρως στην αυτόματη απόκτηση υπηκοότητας από παιδιά παράνομων μεταναστών. Ο Tραμπ μέσα από τις θέσεις του υπερασπίζεται τον άκρατο αμερικάνικο φιλελευθερισμό, όπου το αμερικάνικο όνειρο της οικονομικής ευμάρειας μπορεί να αναβιώσει, με ζωντανό παράδειγμα  τον ίδιο που από πολύ χαμηλά έφτασε στα ύψη, κυνηγώντας το όραμά του και…τις ανατολικοευρωπαίες καλλονές. Και όπως είπε πρόσφατα ένας Γάλλος ηθοποιός: «είμαι δεξιός, γιατί αγαπώ τα χρήματα, την καλή ζωή και τις γυναίκες».

Ο Τραμπ και η ρητορική του έχουν σαρώσει τους υπόλοιπους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους που ανταγωνίζονται στο πώς θα καταφέρουν να φτάσουν την προκλητικότητά του, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο μια και οι ακραίες θέσεις του τόσο για τους μετανάστες, όσο και για τους φτωχούς Αμερικάνους (πιστεύει ότι χωρίς δουλειά είναι μόνον ο τεμπέλης και αυτός που δεν θέλει να δουλέψει) είχαν σαν αποτέλεσμα για πρώτη φορά στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Αμερικής να μπαίνουν στις εκδηλώσεις όπου μιλάει διαδηλωτές με στόχο να διακόπτουν τις ομιλίες του. Αυτό σε κάποια στιγμή έτεινε να προβεί επικίνδυνο και προκάλεσε τη δημόσια επέμβαση του Ομπάμα που ζήτησε να σταματήσουν τέτοιου είδους διαμαρτυρίες για το καλό της Δημοκρατίας.

Μέσα σε αυτόν τον προεκλογικό αγώνα για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα, ο Τεντ Κρουζ με τις αιχμηρές του δηλώσεις κερδίζει έδαφος, όντας η τεχνοκρατική παραλλαγή του Τραμπ. Ο Ραφαήλ Έντουαρντ «Τέντ» Κρούζ γεννήθηκε το 1970 στον Καναδά. Η μητέρα του ήταν από εργατική οικογένεια και ήταν η πρώτη στην οικογένειά της που πήγε στο κολλέγιο, ενώ έπειτα αποφοίτησε με πτυχίο μαθηματικού και έγινε προγραμματίστρια υπολογιστών. Ο πατέρας του κατάγεται από την Κούβα, όπου βασανίστηκε και φυλακίστηκε, και από όπου ήρθε στις Η.Π.Α για να σπουδάσει. Ο Κρουζ πήγε σε ιδιωτικά σχολεία, ενώ μετά πήρε πτυχίο δημόσιας διοίκησης από το Princeton και αποφοίτησε και από τη νομική του Ηarvard. Εργάστηκε ως δικηγόρος και το 1999 συμμετείχε στην εκστρατεία του Τζορτζ Μπους, αναλαμβάνοντας χρέη συνεργαζόμενου αναπληρωτή γενικού εισαγγελέα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με την εκλογή του Τζορτζ Μπους στο αξίωμα του Προέδρου των Η.Π.Α. Από το 2003 έως το 2008 είχε διοριστεί γενικός δικηγόρος του Τέξας και το 2013 ανέλαβε καθήκοντα γερουσιαστή για το Τέξας. Με τις νομικές του γνώσεις είχε ενεργό δράση τόσο στις πολιτικές εξελίξεις όσο και στις υποθέσεις που ανέλαβε έπειτα ως δικηγόρος. Είχε εργαστεί και ως επίκουρος καθηγητής της Νομικής του Πανεπιστημίου του Τέξας. Ο Κρουζ είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες.

Ο υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων υποστηρίζει και αυτός την οπλοκατοχή, δίνει ιδιαίτερη σημασία στους βετεράνους και στο πώς πρέπει να τιμούνται, ενώ παράλληλα αντιτίθεται στην παράνομη μετανάστευση προτείνοντας και αυτός τη δημιουργία τείχους για ασφάλεια. Επιζητεί ενδυνάμωση του στρατού για την υπεράσπιση του έθνους, τονίζοντας πως ο ISIS κάνει επιτακτική την ανάγκη για ασφάλεια στα σύνορα ώστε να υπάρχει ασφάλεια στο έθνος. Υποστηρίζει ταυτόχρονα πως πρέπει το Υπουργείο Εξωτερικών να χαρακτηρίσει τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Πιστεύει ακράδαντα πως πρέπει να υπάρχει μια δυνατή συμμαχία με το Ισραήλ και για αυτό με την εκλογή του σκοπεύει να ανακηρύξει τα Ιεροσόλυμα ως μία και αδιαίρετη πρωτεύουσα του Ισραήλ και να μεταφέρει την πρεσβεία εκεί. Ο Κρουζ είναι υπέρμαχος της θρησκευτικής ελευθερίας, ενώ αντίθετα είναι κατά της έκτρωσης. Επιδιώκει και αυτός την κατάργηση του νόμου Obamacare. Επιθυμεί ενεργειακή ανάπτυξη και ένα σταθερό δολάριο (με όχι τόσο υψηλή τιμή, όσο είναι σήμερα, ώστε να μπορούν να κινηθούν στην αγορά και τα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα). Στα σχέδιά του επίσης είναι η ελάττωση των θέσεων στην Κυβέρνηση. Ο Κρουζ είναι το προφίλ συντηρητικού «παλαιάς κοπής», κάτι που δείχνει και η άποψή του απέναντι στην οικογένεια (η οικογένεια και ο γάμος είναι τα θεμέλια για αυτόν), ωστόσο διαφέρει από τον κύριο αντίπαλό του, τον Tραμπ, καθώς ο τελευταίος αντιπροσωπεύει και υποστηρίζει το αμερικάνικο όνειρο «και από το τίποτα, εκατομμυριούχοι».

Στην απέναντι όχθη, αυτή των Δημοκρατικών, πάνω από όλους μέχρι στιγμής φαίνεται να είναι η Χίλαρι Κλίντον, η οποία παραμένει η σωστή συμβατική επιλογή για τον επόμενο Πρόεδρο των Η.Π.Α. Γεννημένη σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης, η Χίλαρι Ρόνταμ μεγάλωσε σε ένα προάστιο του Σικάγο και πήγε σε δημόσιο σχολείο. Ο πατέρας της, Hugh, βετεράνος του Ναυτικού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ιδιοκτήτης μιας μικρής επιχείρησης. Η Χίλαρι ενεπλάκη ήδη από τα πρώτα φοιτητικά της χρόνια -στο Κολλέγιο Wellesley- με τον ακτιβισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη. Το πάθος της για την εδραίωση της ισότητας των ευκαιριών βρήκε ανταπόκριση στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Γέιλ, όπου εγγράφηκε αργότερα γνωρίζοντας το 1971 τον επίσης φοιτητή και μέλλοντα σύζυγό της, Μπιλ Κλίντον. Μετά την αποφοίτησή της, επέλεξε να εργαστεί στην οργάνωση «Children’s Defense Fund», υποστηρίζοντας παιδιά με αναπηρία που δεν μπορούσαν να πάνε σχολείο, ενώ οι μαρτυρίες τους συνετέλεσαν στη μεταγενέστερη πρότασή της να ψηφιστεί νόμος για την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης σε παιδιά με τέτοιου είδους προβλήματα.  Όταν το 1980 ο Μπιλ Κλίντον εξελέγη γερουσιαστής του Αρκάνσας, η Χίλαρι έγινε η πρώτη κυρία της πολιτείας αυτής για μια δωδεκαετία, ενώ παράλληλα εργάστηκε σε μία νομική εταιρία. Το 1993 ο Μπιλ Κλίντον κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος των Η.Π.Α. και έτσι η Χίλαρι έγινε πρώτη κυρία ολόκληρης της χώρας. Από τη θέση της αυτή υποστήριξε σθεναρά το δικαίωμα όλων για πρόσβαση στο υγειονομικό σύστημα, ιδιαίτερα δε των μη προνομιούχων. Το Νοέμβριο του 2000 η Χίλαρι εξελέγη γερουσιαστής της Νέας Υόρκης και το 2006 ανανέωσε τη θητεία της. Το 2007 ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφια για την προεδρία του κόμματος των Δημοκρατικών και εν συνεχεία για την προεδρία των Η.Π.Α. Έπειτα από έναν σκληρό αγώνα για να πάρει το χρίσμα, παραδέχθηκε την ήττα της τον Ιούνιο του 2008 και εμφανίστηκε πρόθυμη να συνεργαστεί με τον μέχρι πρότινος αντίπαλό της, Μπαράκ Ομπάμα. Την 1η Δεκεμβρίου του 2008 διορίστηκε από τον Ομπάμα στο αξίωμα της Υπουργού Εξωτερικών. Φέτος, διεκδικεί για άλλη μια φορά την προεδρία των ΗΠΑ, ως μια από τους υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος.

Στις βασικές της θέσεις εντάσσεται ένα εκτενές πρόγραμμα αναμόρφωσης των βασικών δομών της αμερικανικής κοινωνίας. Στον τομέα της υγείας, θεωρεί απαραίτητη τη μείωση των τιμών στα συνταγογραφούμενα φάρμακα και στα ασφάλιστρα, ενώ υπόσχεται να καταστήσει τις υπηρεσίες υγείας πιο οικονομικές και προσιτές στο κοινό, καθώς αποτελεί αναφαίρετο και θεμελιώδες δικαίωμα όλων των πολιτών. Στο πολιτικό της πρόγραμμα εντάσσει την εύρεση πόρων για την καταπολέμηση σύγχρονων ασθενειών, όπως το AIDS, καθώς και η ασθένεια Alzheimer’s. Πέραν αυτού, θα υπάρξει πρόνοια για την προσιτή πρόσβαση σε μεθόδους πρόληψης και θεραπείας. Η οικονομική μεταρρύθμιση είναι επίσης στις άμεσες επιδιώξεις της. Σκοπεί στην ενίσχυση των εισοδημάτων των μικρομεσαίων οικογενειών και στη φορολογική τους ανακούφιση. Νέες ευκαιρίες απασχόλησης για τους νέους, ανταμοιβή των σκληρά εργαζόμενων και ενίσχυση της προστασίας τους από υπερωρίες, αύξηση κατώτατου μισθού και επιβολή φόρων ανάλογων προς οικονομική κατάσταση, είναι λίγα μόνο από τα μέτρα που προτείνει να υλοποιηθούν, προκειμένου οι Η.Π.Α. να επιτύχουν μια βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη. Έχει προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα στο Δημοκρατικό Κόμμα με πολιτικές προτάσεις που την τοποθετούν σιγά σιγά στο στρατόπεδο που εναντιώνεται στη Γουόλ Στριτ. Το πρόγραμμά της στοχεύει σε μια μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, κάτι που προϋποθέτει την αντιμετώπιση της άκρατης φοροαπαλλαγής των μεγάλων εταιριών, την αποκατάσταση της φερεγγυότητας των επιχειρήσεων και τη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας. Πρόνοια, τονίζει, πρέπει ακόμα να ληφθεί για τις κλιματικές αλλαγές, με επενδύσεις σε υποδομές, που θα φιλοξενούν φιλικές προς το περιβάλλον εναλλακτικές μορφές ενέργειας.

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, η Κλίντον τάσσεται ρητά κατά των διδάκτρων στα δημόσια Κολλέγια. Το κόστος, ισχυρίζεται, δεν πρέπει να είναι εμπόδιο και κανείς δεν πρέπει να χρειάζεται να δανείζεται για να σπουδάσει σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο. Απαραίτητη θεωρεί τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ τονίζει πως τα κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης που έχουν κατά καιρούς σημειωθεί σε διάφορα πανεπιστήμια είναι μελανό σημείο για τον 21ο αιώνα. Αναγκαία κρίνει την παροχή υποστήριξης στα θύματα, καθώς και την  παροχή εγγυήσεων για διαφανή διαδικασία κυρώσεων και ποινικής αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων. Στα άμεσα πολιτικά σχέδια της Χίλαρι βρίσκεται και η αναδιάρθρωση της ποινικής δικαιοσύνης. Η παύση της μαζικής φυλάκισης και η μεταρρύθμιση των υποχρεωτικών ελάχιστων ποινών, με μείωσή τους όταν πρόκειται για μη βίαια αδικήματα, αλλά και η εξάλειψη των συλλήψεων με βάση αποκλειστικά φυλετικά κριτήρια, είναι μέτρα που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και των κοινοτήτων. Σημαντικό είναι, επίσης, να υπάρξει αποτελεσματική μέθοδος επανένταξης των πρώην φυλακισμένων στην κοινωνία, με την παροχή σε αυτούς δίκαιων ευκαιριών για επιτυχία. Σε ό,τι αφορά την οπλοκατοχή και την οπλοφορία, η Κλιντον καταδικάζει τη διακίνηση όπλων και την παράνομη μεταφορά τους από επικίνδυνα άτομα, ενώ θεωρεί απαραίτητη τη σύσφιξη του ελέγχου, πριν τη χορήγηση άδειας, για τυχόν ύπαρξη ποινικού μητρώου ή ψυχικής ασθένειας.

Χαρακτηριστικό στην πολιτική της Χίλαρι είναι η επιθυμία της να προστατεύσει τις ευάλωτες ομάδες, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα βασισμένο στην κοινωνική δικαιοσύνη. Η Χίλαρι προτείνει την θέσπιση μιας ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία θα επιτρέψει την πορεία προς την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη, την οικογενειακή επανένωση και την ευκαιρία σε εκατομμύρια εργαζόμενους να παύσουν να κρύβονται. Η Χίλαρι έχει παρουσιάσει το όραμά της για να βοηθήσει περισσότερους Αμερικανούς να ασκήσουν το δικαίωμά τους να ψηφίζουν. Μάχεται για τα δικαιώματα γυναικών και των παιδιών (που χαρακτηρίζει ανθρώπινα δικαιώματα) και των ατόμων με ειδικές ανάγκες και εκφράζει την πρόθεσή της να υπερασπιστεί το δικαίωμα των γυναικών στην αντισύλληψη και στη νόμιμη-ασφαλή έκτρωση. Η διασφάλιση της πλήρους ομοσπονδιακής ισότητας για όλους τους LGBT Αμερικανούς κρίνεται, από την υποψήφια, εξίσου επιτακτική, έχοντας μάλιστα δηλώσει στην παγκόσμια σκηνή ότι «τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων αποτελούν ανθρώπινα δικαιώματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.». Η προσπάθειά της να περάσει για πρώτη φορά το ψήφισμα του Ο.Η.Ε. για τα ανθρώπινα δικαιώματα των LGBT είχε ως αποτέλεσμα την παύση των κανονισμών που αρνούνταν στα ομόφυλα ζευγάρια και στις οικογένειες τους ίσα δικαιώματα, ενώ συνέβαλε στην εφαρμογή πολιτικών φιλικών σε άτομα LGBT στο χώρο εργασίας. Όσον αφορά την ανάδειξη της Κλίντον στις εκλογές των Δημοκρατικών, αυτή δεν είναι απολύτως βέβαιη, καθώς το χρίσμα διεκδικεί με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας άλλος ένας υποψήφιος.

Ο Μπέρναρντ Σάντερς είναι Αμερικανός πολιτικός και γερουσιαστής, εκπροσωπεί την πολιτεία του Βερμόντ και είναι υποψήφιος για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος. Ήταν ανεξάρτητος γερουσιαστής με τη μεγαλύτερη θητεία στην ιστορία του Κογκρέσου, παρόλο που συμπαρατασσόταν με το Δημοκρατικό Κόμμα στις διάφορες επιτροπές όπου συμμετείχε. Το 2015, προσχώρησε στο Δημοκρατικό Κόμμα. Είναι μέλος της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Γερουσίας, ενώ διετέλεσε και πρόεδρος της Επιτροπής της Γερουσίας για τις Υποθέσεις των Βετεράνων. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1964. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, δραστηριοποιήθηκε ως οργανωτής διαμαρτυριών για το Κογκρέσο, για τη φυλετική ισότητα και για τη μη βίαιη Συντονιστική Επιτροπή Φοιτητών στο πλαίσια του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων. Ύστερα από την εγκατάστασή του στο Βερμόντ το 1968, ο Σάντερς κατήλθε υποψήφιος διεκδικώντας τη θέση του κυβερνήτη του Βερμόντ και του γερουσιαστή των Η.Π.Α., ως υποψήφιος του Κόμματος Ένωσης Ελευθερίας, χωρίς να σημειώσει επιτυχία. Αργότερα, έθεσε υποψηφιότητα για τη δημαρχία του Μπέρλινγκτον, της πολυπληθέστερης πόλης του Βερμόντ, θέση στην οποία εξελέγη το 1981. Το 1990, εξελέγη μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των Η.Π.Α. για τη μονοεδρική περιφέρεια του Βερμόντ, ενώ το 1991 συμμετείχε στην ίδρυση της Προοδευτικής Παράταξης του Κογκρέσου, στην οποία συμμετέχουν τα πιο αριστερά μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος. Διετέλεσε μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων μέχρι το 2006, οπότε και εξελέγη γερουσιαστής. Επανεξελέγη το 2012 συγκεντρώνοντας περίπου το 71% των ψήφων. Ο Σάντερς έγινε ευρύτερα γνωστός το 2010, όταν συμμετείχε σε διαδικασία παρεμπόδισης ψήφου σχετικά με την επέκταση των περικοπών φόρων της προεδρίας Μπους.

Ο υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών υποστηρίζει πολιτικές παρόμοιες με εκείνες των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, ειδικότερα εκείνες των σκανδιναβικών χωρών. Θεωρεί την άνιση διανομή του πλούτου και την ανισότητα των εισοδημάτων ως τη σύγχρονη μάστιγα των Η.Π.Α., που ταλανίζει κατά βάση το μέσο Αμερικανό πολίτη. Δίνει έμφαση στη δίκαιη φορολόγηση, στην αύξηση του κατώτατου μισθού και στην καταπολέμηση της ανεργίας, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στις γυναίκες και στους μη προνομιούχους, ώστε να εργάζονται με δίκαιους όρους και αξιοπρέπεια. Σε μεγαλύτερη ακόμα κλίμακα, σκοπεύει να ενθαρρύνει την αμερικανική παραγωγή και το εγχώριο εμπόριο. Ως παιδί μεταναστών που ζει στην πλέον πολυπολιτισμική κοινωνία, ο Σάντερς προτείνει ένα πρόγραμμα στήριξης και σεβασμού στους μετανάστες των Η.Π.Α. Με σεβασμό στην ανθρώπινη αξία επικεντρώνεται στη λήψη μέτρων κατά των φυλετικών διακρίσεων, καταδικάζοντας τη βία σε όλες της τις μορφές και αναπτύσσοντας ένα πρωτοποριακό σχέδιο για την καταπολέμηση ρατσιστικών φαινομένων. Όταν οι άλλοι υποψήφιοι διατείνονται πως θα προστατέψουν το θεσμό της οικογένειας και τις αξίες της, ο ίδιος διαφοροποιείται από αυτούς, θεωρώντας πως δεν μπορούν να μιλούν για προστασία της οικογένειας, όταν υπό τις υπάρχουσες συνθήκες τα μέλη δεν μπορούν να περνάνε ποιοτικό χρόνο μαζί αλλά και να αλληλοστηρίζονται σε στιγμές κατά τις οποίες π.χ. μια ασθένεια ταλανίζει την οικογένεια. Αναδεικνύει κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα των απλήρωτων διακοπών και αδειών ανάρρωσης, επιδιώκοντας να το αντιμετωπίσει. Υπέρμαχος της ισότητας των φύλων σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής, θεωρεί πως οι ίσες ευκαιρίες δεν έχουν ακόμα εδραιωθεί στην αμερικανική κοινωνία. Μάλιστα, ειδική αναφορά κάνει στα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τα οποία σέβεται και σκοπεύει να ενισχύσει. Υπερασπίζεται το δικαίωμα των γυναικών στον έλεγχο της αναπαραγωγής (αντισύλληψη και έκτρωση) αλλά και το δικαίωμά τους να επιθυμούν μια οικογένεια αν και εργαζόμενες, υποσχόμενος να παράσχει μια σειρά οικονομικοκοινωνικών διευκολύνσεων για τέτοιες περιπτώσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνει την απελευθέρωση των δημοσίων πανεπιστημίων από δίδακτρα. Επίσης, ο Σάντερς άσκησε κριτική στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. και αντιτάχθηκε από νωρίς στον πόλεμο του Ιράκ, ενώ συχνά τοποθετείται και σε θέματα πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ασκώντας ιδιαίτερη κριτική στις φυλετικές διακρίσεις στο σύστημα δικαιοσύνης, καθώς και στις πολιτικές μαζικής επιτήρησης. Θεωρείται ως μία από τις ηγετικές προοδευτικές προσωπικότητες του Κογκρέσου, ειδικά σε θέματα καθολικής υγειονομικής περίθαλψης, κλιματικής αλλαγής και μεταρρύθμισης χρηματοδότησης προεκλογικών εκστρατειών.

O Σάντερς δίνει έμφαση στο γεγονός ότι σκοπός πρέπει να είναι κάθε Αμερικανός να συνταξιοδοτείται με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Για αυτό το λόγο θέλει να ενδυναμώσει τη δημόσια ασφάλιση και μάλιστα να βάλει φόρους ανάλογα με το εισόδημα και σε αυτούς που έχουν πάνω από 250.000 δολάρια εισόδημα το χρόνο («ταβάνι» σήμερα, πάνω απ’ το οποίο το ποσοστό του φόρου παραμένει ίδιο, ακόμα και αν είσαι εκατομμυριούχος). Σκοπεύει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις όσον αφορά τις τιμές των φαρμάκων και να εξασφαλίσει έτσι την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κάθε φορά που την χρειάζεται ένας πολίτης. Υπερασπίζεται τα δικαιώματα ατόμων με αναπηρία, τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην επαγγελματική αποκατάσταση. Θεωρεί πολύ σημαντικό να ενισχυθεί η αγροτική οικονομία, να υπάρξουν περισσότερες οικογένειες αγροτών και να μη συγκεντρώνονται όλα σε αγροτικές μονάδες–εργοστάσια. Ευαισθητοποιημένος για το θέμα της κλιματικής αλλαγής επιθυμεί να δώσει έμφαση στην αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, οι οποίες δε θα επιβαρύνουν το περιβάλλον. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίθεσή του με τις μεγάλες οικονομικές οργανώσεις και το ότι επιθυμεί τον «ανασχηματισμό» της Γουόλ Στριτ, ώστε να μη γίνονται ριψοκίνδυνες κινήσεις με τα χρήματα των Αμερικανών πολιτών. Είναι έντονο χαρακτηριστικό στις θέσεις του ότι τον ενδιαφέρει να προστατευθεί ο αδύναμος Αμερικάνος και να παύσει η δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα σε οικονομικά αδύναμους και ισχυρούς. Για τα πολεμικά ζητήματα πιστεύει ακράδαντα ότι ο πόλεμος σαν πρώτη λύση έχει καταστροφικές επιπτώσεις, συνδέοντας το στρατό στο Ιράκ με την εμφάνιση του ISIS και της Al-Qaeda. Δίνει έμφαση στην επίλυση των προβλημάτων μέσω της διπλωματίας, επιδιώκοντας παράλληλα να προστατεύσει την Αμερική από τους εχθρούς που θέλουν να την βλάψουν. Ωστόσο, για την επίτευξη των τελευταίων δεν είναι διατεθειμένος να παραβιάσει ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες (ενδεικτικά, σκοπεύει αν εκλεγεί να κλείσει το «Γκουαντάναμο»). Δεν παραβλέπει το ενδεχόμενο δημιουργίας πυρηνικών όπλων από το Ιράν, υποστηρίζει, όμως, ότι σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να αποθαρρυνθεί όχι με πολεμικές απειλές αλλά με περιοριστικά μέτρα και αποκλεισμό. Την πιθανή ύπαρξή τους επιθυμεί να εμποδίσει με τη δυσχέρεια ανεύρεσης υλικών για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Ο θυμωμένος λαϊκισμός που καταλογίζουν στο Σάντερς δεν επιτίθεται στο «ισχυρό κράτος»˙ στην πραγματικότητα είναι υπέρ του. Ο αυτοαποκαλούμενος δημοκρατικός σοσιαλιστής από το Βερμόντ συγκέντρωσε σχεδόν όσα χρήματα και η Κλίντον το τελευταίο τέταρτο του 2015 χάρη σε έναν αριθμό ρεκόρ μικρών δωρεών από όλη τη χώρα.

Μέχρι το Μάρτιο του 2016 ο Πρόεδρος Ομπάμα δεν έδειχνε σαφή προτίμηση ανάμεσα στους δύο υποψηφίους. Ωστόσο, τότε σε ιδιωτική συγκέντρωση δωρητών του κόμματος των Δημοκρατικών φαίνεται πως είπε ότι ήρθε η ώρα το κόμμα να συσπειρωθεί γύρω από την Κλίντον, κάτι το οποίο προκάλεσε την αντίδραση του Σάντερς. Είναι πιθανό ο Ομπάμα να έχει κάνει τέτοια δήλωση προαισθανόμενος ότι η αυθεντικότητα και το ανθρωπιστικό όραμα του Σάντερς θα ραγίσει με την ανάληψη της προεδρίας ως αποτέλεσμα της δύσκολης εφαρμογής των θέσεών του. Αυτές του οι θέσεις ενάντια στην «οικονομική ανισότητα στις Η.Π.Α.» προκαλούν εξάλλου συσπείρωση όλου του οικονομικού κατεστημένου εναντίον του. Δεν πρέπει κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι σε περίπτωση που κερδίσει ο Σάντερς, η Κλίντον και οι ψηφοφόροι της μπορεί να μην τον υποστηρίξουν στον αγώνα ενάντια στους Ρεπουμπλικάνους και εν τέλει να βγει Πρόεδρος υποψήφιος εκ των τελευταίων. Ως τις εκλογές, πολλά μπορεί να αλλάξουν. Ένα, όμως, είναι σίγουρο: ο νικητής θα τα πάρει όλα. Ας νικήσει, λοιπόν, ο καλύτερος!

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s