Σε εξαρση τα εθνικα ζητηματα.

Από τους : Αντώνη Μιχελόγγονα, Βασίλη Τσάκωνα

Προσφάτως έχουν ανακύψει μικρά ή μεγάλα γεγονότα, κοινή συνισταμένη των οποίων είναι η έμμεση ή άμεση προβολή του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού. Οι εθνικιστικές εξάρσεις των γειτόνων μας που ως επίκεντρο έχουν τη λεγόμενη «Μεγάλη Αλβανία» λαμβάνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, ενώ με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από επίσημα ή μη χείλη τίθενται ζητήματα, όπως περί σκλαβωμένης Τσαμουριάς, «γενοκτονίας» 100.000 Τσάμηδων από το Ελληνικό Κράτος κ.τ.λ. Ευλόγως γεννώνται ερωτήματα σχετικά με το αν η τουρκική πλευρά ενθαρρύνει τέτοιες διεκδικήσεις ή αν το επίσημο Αλβανικό Κράτος γνωρίζει ή και κατευθύνει σχετικές δράσεις και απόψεις. Παρά την καθησυχαστική δήλωση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, κ. Νίκου Κοτζιά, ότι: «Αυτοί οι Τσάμηδες που μιλάνε και για Τσαμουριά, δηλαδή, ότι τάχα πρέπει να αλλάξουν τα σύνορα, είναι απομονωμένοι στην ίδια την Αλβανία», δεν μπορεί κανείς να μη θορυβείται πληροφορούμενος τις ακρότητες των γειτόνων μας.

 

Η περιοχή της λεγόμενης Τσαμουριάς ταυτίζεται ιστορικά με το σημερινό Νομό Θεσπρωτίας, ενώ ένα μικρό της τμήμα ανήκει σήμερα στην Αλβανία. Η αλβανική καταγωγή των Τσάμηδων βρίσκει έρεισμα σε δύο κυρίως βάσεις: Αφενός στο ότι η μητρική τους γλώσσα είναι η αλβανική αφετέρου στο μουσουλμανικό τους θρήσκευμα. Είναι κοινός τόπος ότι οι Τσάμηδες ήταν μωαμεθανοί Έλληνες υπήκοοι αλβανικής καταγωγής. (Η εθνική τους συνείδηση δεν είναι σε καμία περίπτωση τουρκική.). Ο τσάμικος πληθυσμός κατά την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου και μέχρι να διαφανεί η ήττα της Τουρκίας (οπότε και μετέβαλαν στάση) τάχθηκε κατά της απελευθέρωσης της Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές θέλοντας ουσιαστικά να επιτύχουν την εκκαθάριση της Θεσπρωτίας από το ελληνικό στοιχείο και συνέδραμαν τον κατακτητή οργανώνοντας Πολιτοφυλακή και αντίποινα εις βάρος αντιστεκόμενων Ελλήνων (π.χ. άγριες δολοφονίες, βιασμοί κ.τ.λ.). Το τσάμικο ζήτημα έκλεισε ουσιαστικά για το Ελληνικό Κράτος μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (καθοριστική ήταν η συμβολή και του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου), ενώ στη μεγάλη πλειοψηφία των Τσάμηδων που πλέον κατοικούσαν στην Αλβανία το 1953 ο Ενβέρ Χότζα απένειμε την αλβανική υπηκοότητα. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, το Αλβανικό Κοινοβούλιο ανακήρυξε το 1994 την 27η Ιουνίου ημέρα «γενοκτονίας» των Τσάμηδων, ενώ είναι γνωστή η με κάθε αφορμή ανακίνηση του λεγόμενου «τσάμικου ζητήματος» από την αλβανική πλευρά, καθώς και οι συχνές προκλητικές δράσεις του «Συνδέσμου της Τσαμουριάς».

Ανησυχητική προ πάντων είναι η στάση της αλβανικής ηγεσίας. Τόσο ο νυν Πρωθυπουργός, Έντι Ράμα, όσο και ο προκάτοχός του, Σαλί Μπερίσα, έχουν αναδείξει ως μείζον θέμα τον αλβανικό αλυτρωτισμό, ενώ έχουν διατυπώσει αναθεωρητικές ιδέες. Όλοι θυμούνται, εξάλλου, την εποχή κατά την οποία ο Μπερίσα όριζε τη Μεγάλη Αλβανία «από την Πρέβεζα μέχρι το Πρέσεβο, από το Τέτοβο μέχρι το Σαντζάκ και από τα Σκόπια μέχρι την Πρίστινα». Οι δε Τσάμηδες μετέχουν στην κυβέρνηση συνασπισμού με δικό τους κόμμα. Υπό την κάλυψη -ή και τη συμμετοχή- των αρχών εξαπολύουν επιθέσεις στη Βόρειο Ήπειρο, όπου τρομοκρατούν την ελληνική μειονότητα, λεηλατούν τις περιουσίες της και βεβηλώνουν ιστορικές χριστιανικές εκκλησίες. Ας μην ξεχνά, συνεπώς, η αλβανική πλευρά τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί και διαπράττονται εις βάρος των αυτοχθόνων Ελλήνων της μαρτυρικής Βορείου Ηπείρου. Ας μην ξεχνά τη βίαιη προσπάθεια για αποκοπή των Ελλήνων από τις παραδόσεις τους και το συνεχή σχεδιασμό της απομάκρυνσής τους από τις πατρογονικές τους εστίες Προτού, λοιπόν, οι σημερινοί απόγονοι εκείνων των φυγάδων, συνεργατών των Ναζί, κατακτητών και εγκληματιών Τσάμηδων μιλήσουν για δήθεν σκλαβωμένες Αλβανικές πατρίδες, επικαλεστούν υποτιθέμενες γενοκτονίες και δημιουργήσουν «τσάμικο ζήτημα», ας αναλογιστούν πώς έδρασαν οι πρόγονοί τους και πώς δρουν αυτοί σήμερα. Η δε ελληνική πλευρά ας παύσει να παραμελεί τη μειονότητά μας στη Βόρειο Ήπειρο και ας την προστατεύσει με κάθε πρόσφορο μέτρο.

Δεν μπορεί κανείς να μη συσχετίσει με την τροφοδότηση του αλβανικού εθνικισμού τα περιστατικά με τους νεοσύλλεκτους στρατιώτες στο Μεσολόγγι και το στρατιώτη της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου. Ο λεγόμενος «Αλβανικός Αετός» που σχημάτισαν οι εν λόγω στρατιώτες είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού και αλυτρωτισμού. Ζήτημα γεννάται αν έχει κανείς το δικαίωμα να σχηματίζει σύμβολα ξένων κρατών τη στιγμή που ως Έλλην υπήκοος υπηρετεί στον Ελληνικό Στρατό και φέρει το Εθνόσημο. Πολλώ δε μάλλον όταν τα σύμβολα αυτά απηχούν απόψεις που θέλουν μεταβολή συνόρων για δήθεν απελευθέρωση περιοχών που ανήκουν στην Ελληνική Επικράτεια. Αξιωματούχοι της γείτονος χώρας σπεύδουν να δικαιολογούν -και όχι μόνο- τους εμπλεκόμενους. Εύκολα συνεπώς θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει τα συγκεκριμένα περιστατικά με το διογκούμενο αλβανικό εθνικιστικό κίνημα. Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι πολλοί Αλβανοί δεύτερης γενιάς δεν έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική πραγματικότητα και δε διστάζουν να προσβάλλουν το Κράτος του οποίου φέρουν το Εθνόσημο. Όταν δε η προσβολή απηχεί διεκδικήσεις κατά της Ελλάδος, το ζήτημα που προκύπτει είναι αρκετά δυσεπίλυτο και οι ποινές που πρέπει να επιβάλλουν τα αρμόδια όργανα αναγκαίες.

Ακόμη πιο περίπλοκο καθιστά το όλο ζήτημα ο «μυστηριώδης» ρόλος της Τουρκίας, που αναδεικνύεται σταδιακά σε οιονεί προστάτη της ομοδόξου της Αλβανίας. Εντύπωση προκαλούν οι δισεκατομμυρίων ευρώ επενδύσεις τουρκικών εταιριών στον πολεμικό ναύσταθμο της Αυλώνας. Στο κέντρο των Τιράνων χρηματοδοτείται από την τουρκική πλευρά με 30 εκατομμύρια ευρώ τζαμί που προορίζεται να είναι το μεγαλύτερο στα Βαλκάνια. Η επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στα Τίρανα (13.05.2015) για τη θεμελίωση του Μεγάλου Τεμένους και τα εγκαίνιά του με τον Έντι Ράμα στο οθωμανικό φρούριο Πρέζε σε συνδυασμό με τη δήλωσή του πως «είναι το σύμβολο της κοινής κληρονομιάς μας», μόνο ανησυχία μπορεί να προκαλέσει. Οι δύο ηγέτες, όπως φαίνεται, ετοιμάζουν «το συντομότερο δυνατόν ένα σύμφωνο στρατηγικής σχέσης». Άραγε η ελληνική εξωτερική πολιτική θα είναι έτοιμη μπροστά στις εξελίξεις της αυριανής -όπως προδιαγράφεται βροχερής- ημέρας;

 

Το θερμόμετρο στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας έχει ανέβει επικίνδυνα. Η ένταση το τελευταίο διάστημα αυξάνεται. Η διαπραγμάτευση για το Κυπριακό είναι ανοιχτή, ο Ερντογάν έχει ανεπισήμως θέσει ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης, ενώ το καθεστώς νησιών και βραχονησίδων του ανατολικού Αιγαίου ανεπισήμως αμφισβητείται. Εδώ και κάποιους μήνες έχει επισήμως τεθεί στην ατζέντα το προσφυγικό ζήτημα, με τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας για τη διαχείριση προσφυγικών ροών. Και τυπικά υπάρχει ακόμα η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Η διαμάχη φυσικά δεν περιορίζεται σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς οι εντάσεις μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών είναι συχνές, αν όχι καθημερινές, και υπάρχει σχετική επίσημη παραδοχή της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

 

Η ένταση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί αν δε συνδυαστεί με την εσωτερική κατάσταση και των δύο χωρών. Στην Τουρκία ο Ερντογάν προσπαθεί να επιβάλει το νέο προσωποπαγές καθεστώς του και στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται αφενός συμμαχία με τους Γκρίζους Λύκους αφετέρου όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συσπείρωση του τουρκικού λαού. Έτσι, ανακινεί υφιστάμενα ζητήματα και ταυτόχρονα δημιουργεί νέα για να δείχνει ισχυρός. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά έχουν αποδείξει πολλές φορές τη ροπή τους να εκμεταλλεύονται επικοινωνιακά οποιοδήποτε ζήτημα μπορεί να κάνει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τους πολίτες να μην ασχολούνται με την οικονομία και τη διαπραγμάτευση. Για παράδειγμα, ο νυν  Υπουργός Εθνικής Άμυνας, κ. Πάνος Καμμένος, που δημοσίευε φωτογραφίες με στρατιωτική στολή για να ασχολούνται τα διαδικτυακά μέσα, δε θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα να «σηκώσει» τα ζητήματα με την Τουρκία για να φανεί ως ο Υπουργός που υπερασπίζεται την εδαφική μας ακεραιότητα.

 

Παρ’ όλα αυτά πλανώνται πλάνην οικτράν όσοι νομίζουν ότι τα αίτια της έντασης είναι αποκλειστικά εσωτερικά κίνητρα. Και μόνο η ανάγκη της ηγεσίας κάθε χώρας να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά αυτά τα ζητήματα δείχνει ότι αυτά όχι μόνο υπάρχουν, αλλά απασχολούν τους δύο λαούς και τη διεθνή σκηνή.

Στο Κυπριακό είναι υπαρκτός ο κίνδυνος δημιουργίας ομοσπονδιακού κράτους, που θα οδηγούσε σε αναγνώριση των αποτελεσμάτων της τουρκικής εισβολής του 1974. Η Τουρκία προσπαθεί να νομιμοποιήσει αναδρομικά εγκληματικές πράξεις κατάφωρα αντίθετες με το Διεθνές Δίκαιο, όπως η εκδίωξη Ελληνοκυπρίων από τις εστίες τους στα κατεχόμενα και ο εποικισμός αυτών με Τούρκους. Για την επιδίωξη μιας δήθεν ρεαλιστικής και βιώσιμης λύσης κινδυνεύουμε οι εισβολείς και δημιουργοί του ψευδοκράτους να καταστούν εταίροι και αξιωματούχοι ενός κυρίαρχου κράτους που ιστορικά δεν τούς ανήκει.

 

Η Συνθήκη της Λωζάνης στην Τουρκία έχει ταυτιστεί με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη μετεξέλιξή της σε κοσμικό κράτος. Σήμερα, οπότε η Τουρκία στρέφεται ξανά στο πολιτικό Ισλάμ και ο Ερντογάν μετατρέπεται de facto σε Σουλτάνο, το καθεστώς της Συνθήκης τίθεται σε κίνδυνο.

Και φυσικά το Αιγαίο αποτελεί στόχο της Τουρκίας από δεκαετίες. Η επιθυμία εκμετάλλευσης του φυσικού και ορυκτού πλούτου που φαίνεται να υπάρχει εκεί και η ανάγκη να θωρακιστεί αμυντικά την έχουν ωθήσει σε αιτήματα, όπως οι γκρίζες ζώνες, η αναγνώριση τουρκικής κυριαρχίας σε ελληνικές βραχονησίδες και η αμφισβήτηση του καθεστώτος του Καστελλόριζου. Πρόκειται για ενέργειες που αποσκοπούν στην υποχώρηση της ελληνικής κυριαρχίας και σε μεγαλύτερη εκμετάλλευση του Αιγαίου από την Τουρκία.

Με απλά λόγια, στα ανωτέρω ζητήματα, όπως και σε άλλα, υπάρχει θέμα με τους γείτονες. Δεν είναι νέα τα δεδομένα, απλά έρχονται στην επιφάνεια λόγω της εσωτερικής κατάστασης των δύο χωρών. Σε κάθε περίπτωση το ελληνικό κράτος είναι υποχρεωμένο να υπερασπιστεί παντοιοτρόπως τα εθνικά συμφέροντα. Άλλωστε η διεθνής σκηνή προσφέρει πολλές ευκαιρίες. Η Τουρκία σε όλα τα μέτωπα είναι σε μειονεκτική θέση. Δεν μπορεί πλέον να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους στα ανατολικά της. Έχει απομακρυνθεί από τη Δύση και η Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον βλέπει την Τουρκία τελείως επιφυλακτικά, μετά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της. Επίσης, οποιαδήποτε συνεργασία με τη Ρωσία είναι επίφοβη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εκλογή Τραμπ είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Με ένα δεδομένο: Δεν είναι εύκολη η συνεργασία του με το πολιτικό Ισλάμ. Και φυσικά το Ισραήλ συνεχίζει να βλέπει την Τουρκία ως αντίπαλο και να αναζητεί συμμάχους. Αν η Ελλάδα κινηθεί σωστά, μείνει στο δυτικό κόσμο και δείξει ότι τα συμφέροντά της ταυτίζονται με αυτά των Η.Π.Α. ή του Ισραήλ, αποδεικνύοντας ότι είναι καλύτερος σύμμαχος από την Τουρκία του Ερντογάν, θα καταφέρει να την απομονώσει ακόμα περισσότερο, να θωρακίσει τα συμφέροντά της και, αν οι εξελίξεις το επιτρέψουν -διόλου απίθανο ενδεχόμενο-, να επιτύχει ακόμα περισσότερα. Η δε Αλβανία αποτελεί κίνδυνο μόνο με τις πλάτες της Τουρκίας. Χωρίς αυτήν είναι απλά ένα αδύναμο βαλκανικό κράτος που δεν μπορεί να μάς προκαλέσει πρόβλημα. Αντιθέτως, αν απομονωθεί από την Τουρκία, μπορεί να γίνει ένας καλός συνεργάτης μας στην οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης –όπως είχε συμβεί στο παρελθόν- και στην αντιμετώπιση των Σκοπίων.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s