White Collar Crimes

Από τις: Αίθρα Αντωνιάδου, Ιωάννα Γούτα

Ζώντας σε μια κοινωνία που συνεχώς μεταβάλλεται, λόγω των κοινωνικών ανακατατάξεων και των τεχνολογικών επιτευγμάτων, κάθε άνθρωπος εκτίθεται ατομικά σε μια σειρά κινδύνων. Η παγκοσμιοποίηση του οικονομικού φαινομένου και η κατάργηση των οικονομικών συνόρων έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου είδους εγκλημάτων, των λεγόμενων εγκλημάτων του λευκού κολλάρου. Ωστόσο, η εγκληματικότητα αυτού του είδους χαρακτηρίζεται από ορισμένες ιδιαιτερότητες, καθώς οι δράστες προέρχονται από μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική υπόσταση της χώρας. Καθώς όμως, η οικονομική κοινότητα λειτουργεί κάτω από τους δικούς της όρους και κανόνες, τα εγκλήματα λευκού περιλαιμίου, που διαπράττονται στους κόλπους αυτής, δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα.

Ο όρος «White Collar Crimes» ή «εγκλήματα λευκού περιλαιμίου» επινοήθηκε το 1940 από τον Edwin Sutherland, λόγω του τρόπου ένδυσης των δραστών. Κατ’ αυτόν, έγκλημα λευκού περιλαιμίου είναι το έγκλημα που διαπράττεται από ένα πρόσωπο αξιοσέβαστο και με μεγάλο κοινωνικό κύρος  κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του απασχόλησης. Συνεπώς, το κύρος, η υπόληψη και η ανώτερη κοινωνική θέση του δράστη αποτελούν τα ουσιώδη στοιχεία αυτού του εγκλήματος. Πολλοί ερευνητές, ωστόσο, πιστεύουν πως στα εγκλήματα αυτά είναι αναγκαία και η παραβίαση της πίστης και της εμπιστοσύνης του κοινωνικού συνόλου της οποίας απολαμβάνει το πρόσωπο που τελεί το έγκλημα. Πρόκειται, λοιπόν, για μία προσωποπαγή αντίληψη που στρέφεται γύρω από το δράστη, ο οποίος μπορεί να είναι είτε διευθυντικό στέλεχος επιχειρήσεων (δημοσίων ή ιδιωτικών) είτε ελεύθερος επαγγελματίας (πχ. επιχειρηματίας, λογιστής, δικηγόρος κ.ά.). Οι δράστες αυτοί, ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται στην τυπική εικόνα του εγκληματία καθώς ούτε κοινωνικά αποκλεισμένοι είναι ούτε διαθέτουν βεβαρυμένο ποινικό μητρώο. Αντιθέτως, κατά κανόνα, δεν έχουν κατηγορηθεί ποτέ  και για αυτό το λόγο είναι υπεράνω πάσης υποψίας.

Αξίζει πάντως να αναφέρουμε πως δεν υπάρχει ένας σαφής και γενικά αναγνωρισμένος ορισμός για την έννοια της οικονομικής εγκληματικότητας, η οποία τείνει να αντικαταστήσει τον όρο «εγκλήματα του λευκού περιλαιμίου», ούτε σε ελληνικό αλλά ούτε και σε διεθνές επίπεδο. Το FBI έχει υιοθετήσει μια στενή προσέγγιση, καθορίζοντας ως οικονομικό έγκλημα παράνομες πράξεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από απόκρυψη ή παραβίαση της εμπιστοσύνης και οι οποίες δεν εξαρτώνται από την εφαρμογή ή την απειλή σωματικής βίας ή βίας γενικότερα. Τέλος, ακριβώς λόγω της έλλειψης ενός ευρέως αποδεκτού ορισμού, είναι αμφισβητούμενη η οριοθέτηση των οικονομικών εγκλημάτων από άλλες συγγενείς μορφές που προέκυψαν από αυτά, όπως τα εταιρικά και τα επιχειρησιακά εγκλήματα. Χαρακτηριστικά είδη εγκλημάτων λευκού κολλάρου αποτελούν το λαθρεμπόριο, οι τελωνειακές παραβάσεις, η φοροδιαφυγή, τα χρηματιστηριακά εγκλήματα, η νόθευση ανταγωνισμού και δημιουργία καρτέλ, η διαφθορά και η δωροδοκία, καθώς και το εταιρικό έγκλημα.

Ας δούμε, όμως, στην πράξη πώς εμφανίζεται και υπό ποια μορφή το οικονομικό έγκλημα, και εν προκειμένω το εταιρικό έγκλημα. Όλοι μάλλον θυμόμαστε τα παρακάτω σκάνδαλα που ξέσπασαν στην Ελλάδα περί το 2008 και 2009 (αντίστοιχα) και απασχόλησαν επί μακρών την ελληνική δικαιοσύνη.

Σκάνδαλο πρώτο: Υπόθεση Siemens. Γενικά, τα δημόσια έργα και οι αναθέσεις έργων από το κράτος σε ιδιώτες αποτελούν πρόσθετη συνθήκη ανάπτυξης του κρατικού-εταιρικού εγκλήματος. Η Υπόθεση Siemens είναι μία από τις πιο πολυσυζητημένες τέτοιες υποθέσεις. Η εν λόγω υπόθεση αφορά την ανάθεση συμβάσεων, μέσω πρακτικών διαφθοράς, μεταξύ πλήθους τομέων του ελληνικού κράτους και του υποκαταστήματος της Siemens A.G. στην Ελλάδα. Πρόκειται για συμβάσεις που αναφέρονται στην κατασκευή υποδομών και παροχή εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας του κράτους [π.χ. η ψηφιοποίηση του Εθνικού Συστήματος Τηλεπικοινωνιών (ΟΤΕ) στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το Σύστημα Ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, η μονοπωλιακή προμήθεια των ελληνικών νοσοκομείων με ιατρικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και η υπερτίμηση των υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης]. Στην πραγματικότητα, ένα δίκτυο εξωχώριων (off-shore) και ιδρυμένων από τα διευθυντικά στελέχη της Siemens και τους συνεργάτες τους εταιριών κατέβαλλε πληρωμές σε εκπροσώπους της κυβέρνησης και των πολιτικών κομμάτων, με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτών των αξιωματούχων υπέρ της Siemens για την ανάθεση των συμβάσεων και κατ’ επέκταση τη διασφάλιση των συμφερόντων της εταιρίας και την ανάπτυξή της στην Ελλάδα. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν έρθει στη δημοσιότητα, αλλά και το πόρισμα της Βουλής, στην πραγματικότητα η Siemens στην Ελλάδα είχε υπό τον έλεγχό της σχεδόν το σύνολο του τηλεπικοινωνιακού τομέα, τις προμήθειες του δημοσίου συστήματος υγείας και τμήμα του τομέα μεταφορών για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι δωροδοκούμενοι εκπρόσωποι, με βάση την κατάθεση ενός διευθυντικού στελέχους, για τις «υπηρεσίες» τους προς την επιχείρηση, λάμβαναν συνήθως προμήθεια 2% και 8% ανά σύμβαση ή συναλλαγή. Οι απάτες, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας και συγκεκριμένες κατηγορίες εκβιασμού αποτελούν ορισμένα από τα συνήθη εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην υπόθεση αυτή, που η αποκάλυψή της κλόνισε το πολιτικό σύστημα. Η αποκάλυψη της υπόθεσης ήρθε από την κίνηση ποινικών ερευνών στη Γερμανία σε βάρος στελεχών της εταιρείας. Στην Ελλάδα, η υπόθεση αποτέλεσε αντικείμενο Ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής του Ελληνικού Κοινοβουλίου και ταυτόχρονα ενεργοποιήθηκε η ποινική διαδικασία. [ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία 29.1.2008]

Σκάνδαλο δεύτερο: Υπόθεση Μονής Βατοπεδίου. Η υπόθεση αυτή αφορά μια σειρά ανταλλαγών ακινήτων, εκτάσεων και οικοπέδων, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ενός μοναστηριού του Αγίου Όρους, του Βατοπεδίου, με φερόμενο απώτερο σκοπό να περιέλθουν αυτά με μία σειρά αγοραπωλησιών μέσω της Ιεράς Μονής, σε συγκεκριμένες υπεράκτιες (off-shore) εταιρίες. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη υπόθεση εντοπίζεται, από τη μία πλευρά, στο καθεστώς ιδιοκτησίας των προς πώληση εκτάσεων και, από την άλλη, στην εμπλοκή εξωχώριων εταιριών προς τις οποίες έγιναν ύποπτες ροές μεγάλων κεφαλαίων. Πιο αναλυτικά, οι μοναχοί της Μονής Βατοπεδίου ήγειραν αξιώσεις ιδιοκτησίας στη λιμνοθάλασσα (πρόκειται για τη λίμνη Βιστωνίδα στη Θράκη) την οποία, όπως ισχυρίστηκαν, η Μονή κατείχε με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα από το 1080, καθώς και σε παρόχθιες εκτάσεις στην περιοχή της λίμνης Βιστωνίδας που, όμως, ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν διεκδικήσει. Έτσι, έλαβαν υπό την κατοχή τους ένα σύνολο αγροτικών γαιών του Δημοσίου, σπουδαίας οικολογικής αξίας. Το γεγονός αυτό, βέβαια, ξεσήκωσε τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής που εκμεταλλεύεται το χώρο αλιευτικά και αγροτικά, με μίσθωση. Για να δοθεί λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε και προχώρησε στην ανταλλαγή οικοπέδων και ακινήτων του Δημοσίου άλλων περιοχών, με σημαντικό εμπορικό και επενδυτικό ενδιαφέρον, έναντι της λιμνοθάλασσας και των περί αυτής εκτάσεων, προς τη Μονή Βατοπεδίου. Τα ακίνητα που ανταλλάχθηκαν ήταν τα επονομαζόμενα ολυμπιακά ακίνητα και εκτάσεις του 2004, τα οποία εφεξής περιήλθαν υπό την κατοχή της Μονής Βατοπεδίου, η οποία και θα μπορούσε πλέον να τα διαχειρίζεται ελεύθερα και προς ίδιον όφελος. Στο σημείο αυτό εντοπίζονται και τα κρίσιμα, αμφισβητούμενα σημεία της υποθέσεως. Αρχικά, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των γαιών της περιοχής της λίμνης Βιστωνίδας είναι αμφίβολο. Οι αγροτικές αυτές εκτάσεις, δηλαδή η λίμνη Βιστωνίδα και οι παρόχθιες περιοχές της (ένα σύνολο 27.000 στρεμμάτων) αποτελεί μέρος του δικτύου ΝATURA 2000, γεγονός που σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες αυτές εκτάσεις δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερης εκμετάλλευσης και η χρήση τους δε δύναται να αλλοιωθεί. Επιπλέον, δεν έχει καταστεί ακόμη απόλυτα σαφές και ούτε έχει αποδειχθεί πλήρως ότι η Μονή έχει όντως ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της λιμνοθάλασσας και της παρόχθιας περιοχής της. Συνεπώς, είναι φανερό ότι ανακύπτουν ζητήματα δικαστικής και πολιτικής διαφθοράς, σχετικά με τις δικαστικές αποφάσεις που αναγνώρισαν κυριαρχικά δικαιώματα του μοναστηριού επί της λίμνης Βιστωνίδας. Επιπλέον, η απόφαση του ελληνικού κράτους, μέσω της τότε κυβερνήσεως, να ανταλλάξει τις εν λόγω αγροτικές εκτάσεις με τα συγκεκριμένα ολυμπιακά ακίνητα, παρουσιάζει μία σειρά από «γκρίζα» σημεία. Τα ακίνητα αυτά είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπορική και επενδυτική αξία από τις αγροτικές γαίες με τις οποίας ανταλλάχθηκαν. Πρόκειται για δύο κτίρια του Ολυμπιακού Χωριού στους Θρακομακεδόνες, τα οποία μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων είχαν αναπλαστεί από την Κ.Ε.Δ. (Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου) με στόχο να στεγάσουν το Υπουργείο Απασχόλησης, αλλά το έργο αυτό ακυρώθηκε λόγω συνδικαλιστικών αντιδράσεων που ανέκυψαν, και 8.600 στρέμματα στην περιοχή της Ουρανούπολης. Έγινε μάλιστα γνωστό αργότερα από τον Τύπο ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων που ανταλλάχθηκαν με τις αγροτικές γαίες υποτιμήθηκε σημαντικά, προκειμένου να επωφεληθεί οικονομικά η Μονή Βατοπεδίου.  Για τη διερεύνηση της υποθέσεως έχουν συγκροτηθεί τρεις επιτροπές από τη Βουλή των Ελλήνων, δύο εξεταστικές το 2008 και το 2010 και μία τελευταία, που ήταν και προανακριτική, στις αρχές του 2011. Από τις δύο πρώτες εξεταστικές επιτροπές, εξεδόθησαν παρόμοια πορίσματα, τα οποία δεν επέρριπταν πολιτικές ευθύνες. Ωστόσο, μετά την παραπομπή της υποθέσεως στη δικαιοσύνη, στη διάρκεια του 2010, με βούλευμα του Τριμελούς Συμβουλίου Εφετών παραπέμφθηκαν σε δίκη ο Ηγούμενος Εφραίμ και ο μοναχός Αρσένιος, με κατηγορίες που αφορούσαν ξέπλυμα μαύρου χρήματος, καθώς και άλλα 12 άτομα, ανάμεσά τους και μέλη της ΚΕΔ και στελέχη εμπλεκόμενων Υπουργείων, με κατηγορίες για απιστία, ψευδείς βεβαιώσεις και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. [ΠΗΓΗ: http://www.tovima.gr, 20.09.2009 και naftemporiki.gr]

Τα  εγκλήματα του λευκού κολλάρου, λοιπόν, ή αλλιώς τα white collar crimes, αποτελούν μια πολύπλοκη μορφή εγκληματικών πράξεων που πολλές φορές γίνονται δύσκολα αντιληπτά. Οι τελωνειακές παραβάσεις, το λαθρεμπόριο, η κοινοτικά απάτη, η φοροδιαφυγή, τα χρηματιστηριακά εγκλήματα, το  ηλεκτρονικό έγκλημα, η διαφθορά-δωροδοκία και το εταιρικό έγκλημα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των εγκλημάτων αυτών, που διαδραματίζονται σχεδόν καθημερινά στην ελληνική κοινωνία. Αποτέλεσμα όλων αυτών αποτελεί η οικονομική κρίση, η οποία ταλανίζει τη χώρα μας. Μήπως θα έπρεπε, συνεπώς, η μελέτη και η πρόβλεψη των εγκλημάτων αυτών να είναι πιο συστηματική και αποτελεσματική; Μήπως θα έπρεπε να θεσμοθετηθούν ειδικοί νόμοι για τα εν λόγω εγκλήματα; Ας αφήσουμε το νομοθέτη να κρίνει..

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s