Προστασια απο τους ‘’Προστατες’’

Από την : Έλενα Καβαλλιέρου

Είναι γεγονός ότι από το 2001, αλλά εντονότερα την τελευταία πενταετία, η εμφάνιση και στη συνέχεια η ιλιγγιώδης εξάπλωση της τρομοκρατίας άλλαξε τα παγκόσμια δεδομένα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην μαζική αύξηση των δυνάμεων επιβολής του νόμου, δηλαδή της αστυνομίας και των σωμάτων στρατού. Ο σκοπός της απόφασης  ήταν να παρέχουν προστασία στους πολίτες στο μέγιστο βαθμό. Τι συμβαίνει όμως όταν οι πολίτες χρειάζονται τελικά προστασία από τους ‘’προστάτες’’ τους;

Ας συγκεκριμενοποιήσουμε την τοποθεσία και το φαινόμενο. Πρόκειται για τη βία που ασκεί ακρίτως η αμερικάνικη τοπική αστυνομία και αποτελεί ένα θέμα, που απασχολεί εδώ και καιρό τον αμερικάνικο Τύπο. Είναι πράγματι  περίεργο, το πώς τα στατιστικά δεδομένα που αφορούν στη σκληρότερη πράξη που μπορεί να προβεί ένα αστυνομικό όργανο , δηλαδή αυτό της αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής , δεν συγκεντρώνονται από κανέναν οργανισμό, σε μια κοινωνία μάλιστα που όλα αναλύονται και ταξινομούνται διεξοδικότατα σε στατιστικούς πίνακες. Στην προαναφερθείσα χώρα λοιπόν οι δυνάμεις επιβολής του νόμου παραβαίνουν το νόμο πολύ συχνά. Ενώ η φονική βία συνιστά μία από τις δυνατότητες που τους έχουν ανατεθεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητας τους, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υφίσταται δικαιολογημένη θανάσιμη επέμβαση, αλλά κατάφωρη κατάχρηση εξουσίας.

Αν αναρωτηθούμε λοιπόν ειδικότερα ποιος είναι ο λόγος που προκαλεί το ειδεχθές αυτό φαινόμενο καταλήγουμε στην Δεύτερη Τροπολογία του Συντάγματος των Η.Π.Α. , που υιοθετήθηκε το 1791 και αφορά στο δικαίωμα των πολιτών να κατέχουν και να φέρουν όπλα. Βέβαια η διάταξη υφίσταται και σε άλλες χώρες τις υφηλίου. Όμως, όπως γίνεται αντιληπτό η νομική βάση που επιτρέπει την οπλοκατοχή δεν είναι καθόλου σύγχρονη. Ανταποκρινόταν σε μια ‘’κουλτούρα βίας’’ δύο αιώνων πριν. Έχει θέση αυτό το δικαίωμα στην πραγματικότητα του ‘’κοινωνικά εξελιγμένου’’ 2018;

Ας δούμε πως το αντιμετωπίζουν μερικά από τα κράτη που το επιτρέπουν. Όταν 13 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, η κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα. Οι άδειες κατοχής όπλων, που ήταν ισόβιες, πλέον έχουν ισχύ 10 χρόνων. Αντίστοιχα, στη Γερμανία, μετά από ένα φονικό στο Erfurt το 2002, που κόστισε τη ζωή 16 ανθρώπων, καθιερώθηκαν οι ψυχολογικές εξετάσεις για τους υποψήφιους αγοραστές, νεότερους των 25 χρόνων. Στην Αυστραλία, επίσης, μετά από το περίφημο φονικό του Port Arthur, θεσμοθετήθηκε η γενική απαγόρευση των ημιαυτόματων όπλων. Οι συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές είναι λογικές: όταν προκύπτει ένα ζήτημα, με τόσο εκκωφαντικό μάλιστα τρόπο, οφείλει κανείς να ανταποκρίνεται αναλόγως.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής», αναφέρει ο συγγραφέας Iain Overton, σε άρθρο του στη Guardian, «είναι η μόνη χώρα στον πλανήτη που αποκρίνεται σε περιπτώσεις μαζικών πυροβολισμών, χαλαρώνοντας κι άλλο τους νόμους που αφορούν την οπλοκατοχή και οπλοχρησία».

Το αποτέλεσμα αυτής; Οι κάτοχοι προβαίνουν κατευθείαν σε μια αυτοδικία δικής τους μορφής, απειλώντας συμπολίτες τους με την σκανδάλη στον κρόταφο ή απλούστερα αφαιρώντας ευθύς τη ζωή τους. Αυτή είναι πράγματι η αλήθεια που συναντούν οι Αμερικανοί πολίτες. Και αυτήν καλούνται να αντιμετωπίσουν  οι αστυνομικοί.

Προσπαθώντας να καταστείλουν την πραγματικότητα αυτή αποτελεσματικά, ανταποκρίνονται επίσης με βία. Πέρα από την εξίσου κατακριτέα γνωστή μορφή (σωματικής) βίας,  πλέον η αμεσότερη λύση είναι για άλλη μια φορά η θανάσιμη βολή.

Δυστυχώς  υπάρχει αρκετό υλικό που επιβεβαιώνει την βάναυση αυτή πρακτική. Μέρος του υλικού αυτού  αποτελεί το ακόλουθο το οποίο συνιστά σήμα κατατεθέν της, καθώς διαπιστώνεται εύκολα η εντελώς άκριτη άσκηση θανάσιμης βίας από τις αστυνομικές δυνάμεις.

Αναφέροντας ένα ακραίο περιστατικό στο Σιάτλ : Δύο αστυνομικοί σε περιπολία. Ο  ένας πήρε μια βιαστική απόφαση όταν είδε έναν άντρα να κραδαίνει το μαχαίρι του σε δρόμο της πόλης τον Σεπτέμβριο του 2016: σταμάτησε επιτόπου το περιπολικό και ζήτησε από τον άντρα να πετάξει το φονικό όργανο. Αφού τον ακινητοποίησαν και οι 2 , φώναξαν στον οδηγό να πετάξει το ξύλο που κρατούσε, ωστόσο εκείνος δεν υπάκουσε με αποτέλεσμα ο ένας αστυνομικός να τον χτυπήσει με μηχάνημα ηλεκτρικής εκκένωσης (taser). Όταν μάλιστα επανέλαβε την εντολή για τρίτη φορά χωρίς να συμμορφώνεται ο ύποπτος, ο άλλος αστυνομικός έβγαλε φυσικότατα το περίστροφό του και πυροβόλησε 4 φορές τον 50χρονο John T. Williams σκοτώνοντάς τον επιτόπου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ανθρώπων που βρέθηκαν μπροστά στο περιστατικό, κάποιοι φώναζαν στους αστυνομικούς ότι «δεν μπορεί να σας ακούσει, είναι κουφός», ωστόσο εκείνοι δεν τους έδωσαν σημασία. Ο άντρας ήταν ωστόσο τω όντι χρόνια αλκοολικός και κουφός . Ο ξυλογλύπτης Williams κρατούσε μάλιστα στο άλλο του χέρι ένα κομμάτι κορμού δέντρου και το μαχαίρι το χρησιμοποιούσε ακριβώς για τη σκάλισμα του ξύλου. Όσοι τον ήξεραν, είπαν ότι προφανώς δεν άκουσε ή δεν κατάλαβε τις εκκλήσεις του αστυνομικού. Παρά το γεγονός ότι ο αστυνομικός δεν κατηγορήθηκε επισήμως ποτέ, ήταν τέτοια η κατακραυγή στο Σιάτλ που αναγκάστηκε να παραιτηθεί λίγους μήνες μετά το περίεργο περιστατικό.

Αυτό το συμβάν και άλλα πολλά έχουν αποδείξει με τον πλέον αιματηρό, δυστυχώς, τρόπο, την τάση της χώρας να αποκρίνεται σε ανάλογα περιστατικά βίας, με τον πλέον αναποτελεσματικό τρόπο που ευθύνεται, μάλιστα, για την πρόκληση νέων κρουσμάτων.

Μία από αυτές υπήρξε αφορμή για τη μεγαλύτερη διαδήλωση που έγινε ποτέ στην Αμερική ενάντια στην αστυνομική βία. Πρόκειται για τη δολοφονία του Michael Brown.  Συνέβη 9 Αυγούστου 2014 στο Φέργκιουσον του Μισούρι. Ο Brown ,ένας 18χρονος Αφροαμερικάνος θεωρήθηκε ύποπτος για μια ‘’ένοπλη’’ ληστεία ενός μικρού παντοπωλείου. Ο Brown πυροβολήθηκε θανάσιμα από τον Darren Wilson, έναν 28χρονο αστυνομικό που βρισκόταν σε περιπολία κοντά στο μαγαζί. Ο αστυνομικός έλαβε ειδοποίηση για τη ληστεία στην οποία υπήρχε και περιγραφή του υπόπτου. Ο  Brown συνοδευόταν από έναν 22χρονο φίλο του. Εκείνος περιγράφει : << Ο διαπληκτισμός άρχισε, όταν  Brown πλησίασε πολύ κοντά το περιπολικό όχημα για να δει αν έχει όπλο ο αστυνόμος και να το πάρει, μέχρι που τελικά ο Wilson  τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Brown τελικά άοπλος τράπηκε σε φυγή μαζί με το φίλο του ενώ ο αστυνόμος καταδίωκε τον Brown. Τελικά ακολούθησαν 12 σφαίρες από τον Wilson οι οποίες πέτυχαν το σώμα του 18χρονου. Ο ασυνομικός δηλώνει ότι αισθάνθηκε σαν ένα ανήμπορο παιδί μέσα στο περιπολικό του, την ώρα που η πρώτη γροθιά του μαύρου Μάικλ Μπράουν περνούσε μέσα από το ανοικτό του παράθυρο. Στην πρώτη του συνέντευξη μετά τον φόνο του Μπράουν, ο Ουίλσον είπε στον Τζορτζ Στεφανόπουλος ότι δεν εκτέλεσε τον νεαρό μαύρο στις 9 Αυγούστου, αλλά ότι φοβήθηκε για τη ζωή του στη διάρκεια της αντιπαράθεσής του με τον πιο μεγαλόσωμο Μπράουν και ότι απλώς έκανε τη δουλειά του.Τον Νοέμβριο του 2014 ο Darren Wilson αθωώθηκε από το δικαστήριο καθώς ‘’πυροβόλησε τον Brown βρισκόμενος σε αυτοάμυνα’’.

Το συγκεκριμένο δυστύχημα κινητοποίησε τους πολίτες του Φέργκιουσον και αργότερα όλων των πολιτειών. Με το σύνθημα ‘’Hands up, don’t shoot” (χέρια ψηλά, μην πυροβολείτε) διοργανώθηκαν πορείες διαμαρτυρίας εναντίον της αστυνομικής βίας.  Το σύνθημα αυτό καθιερώθηκε , καθώς υποστηρίζεται από μάρτυρες ότι είχε τα χέρια του ψηλά στον αέρα εις ένδειξη παράδοσης την στιγμή που θανατώθηκε.

Ακόμα πιο προβληματική είναι η πρόσφατη έκθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για τις αστυνομικές διαδικασίες του Σιάτλ, που κάνει λόγο για αντισυνταγματικές ενέργειες εκ μέρους των αστυνομικών στο 20% των περιπτώσεων! Ένα τεράστιο ποσοστό, όταν πρόκειται για ανθρώπινες ζωές.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό Τύπο, γίνονται συστάσεις από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για βελτίωση των μεθόδων καταμέτρησης και ξεκινάει μια συνεργασία μεταξύ Υπ. Δικαιοσύνης και της RTI, μιας διεθνούς ερευνητικής εταιρίας. Ανακαλύπτεται λοιπόν ότι o μέσος όρος των 383 νεκρών τα τελευταία 8 χρόνια δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα:

O νέος μέσος όρος είναι 928 νεκροί ανά έτος, άρα 142% περισσότεροι από ότι δημοσιευόταν ως τότε. Επίσης, στις μέχρι τότε ανθρωποκτονίες, το 98.9% αναφέρθηκε ως δικαιολογημένη χρήση βίας και οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Το βασικό επιχείρημα κάθε αστυνομικού που πυροβολεί κάποιον, είναι πως το κάνει για να σώσει τη δική του ζωή. Ας συνεχίσουμε με νούμερα που αποδεικνύουν την αναπόφευκτη ανάγκη της αστυνομίας να καταφύγει στη δολοφονία. Θα αναφερθούμε στο προηγούμενο έτος μιας και πρόσφατα ολοκληρώθηκε η μελέτη που καταμετρά τους θανάτους αστυνομικών. Την ίδια στιγμή λοιπόν που από την 1/1/2017 έχουν σκοτωθεί 312 άνθρωποι, μαθαίνουμε από το Officer Down Memorial Page, πόσοι αστυνομικοί σκοτώθηκαν από πυροβολισμούς το 2017.

Θάνατοι την ώρα του καθήκοντος: 13

Ατύχημα με αυτοκίνητο: 5

καρδιακή προσβολή: 3

Χτυπημένοι από όχημα: 2

Ασθένεια που σχετίζεται με την 9/11: 1

Πυροβολισμοί (Ατύχημα): 1

Καταδίωξη με όχημα: 1

Συνεπώς είναι έκδηλη η διαφορά στα ποσοστά θανάτου αστυνόμων και πολιτών. Πρόκειται για μια εκ διαμέτρου αντίθετη πραγματικότητα με αυτήν που θα έπρεπε να υφίσταται για την προστασία του λαού. Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα οι ενέργειες της αστυνομίας ξεστρατίζουν εμφανώς από τον συνταγματικό της προορισμό :  ομάδες πολιτοφυλακής με σκοπό την προστασία της ζωής, την απώθηση οποιασδήποτε εισβολής, αλλά και την άμυνα εναντίον τυραννικού καθεστώτος. Η ζωή των πολιτών πώς θα προστατευτεί όταν οι αρμόδιοι την αφαιρούν;

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s