STILL ALICE

Από την: Iωάννα Βάρρα

STILL ALICE : Κάθε Στιγμή Μετράει

2014 |ΈΓΧΡ |Διαρκεια:120’

 

Αμερικανικό Δράμα

Σκηνοθεσία :Richard Glatzer , Wash Westmoreland

Παίζουν : Julianne Moore , Alec Baldwin , Kristen Stewart , Kate Bosworth

Aξιολόγηση (ratio) στο IMDb : 7,5/10

 

ΠΛΟΚΗ ( Storyline)

Το ομώνυμο best seller μυθιστόρημα της Λίζα Τζένοβα μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη. Το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται με την Άλις Χάουλαντ, μια διακεκριμένη και καταξιωμένη γλωσσολόγο στο Columbia University, μητέρα τριών παιδιών και σύζυγος του Τζον να βρίσκεται στο πρώιμο στάδιο της νόσου Alzheimer.Ξεκινάει ο αγώνας προσαρμογής σε μια μη αναστρέψιμη πραγματικότητα καθημερινής και ιλιγγιώδους αποδυνάμωσης των νοητικών της δυνάμεων. Η ασθένεια της ρίχνει τίτλους τέλους στην επαγγελματική της σταδιοδρομία και στην επικοινωνία που τόσο αγαπούσε. Το άδειασμα μνήμης και ανάμνησης χτίζει διαχωριστικούς τοίχους από το φιλικό και οικογενειακό της περιβάλλον  που τη συνοδεύει σε αυτή τη διαδρομή της βέβαιης και πολύτιμης απώλειας.

Στην ταινία αυτή η ουσία είναι η ερμηνεία και όχι τα διακοσμητικά της στοιχεία.Είναι η ιδέα και όχι το υλικό της υπόστρωμα όσο απαραίτητο κι αν είναι αυτό για την εξωτερίκευσή της . Γι΄ αυτό άλλωστε και κυριαρχεί μια ευθεία και στεγνή αφηγηματική πορεία και ελλείπουν οι ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές επιδείξεις ,χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί αισθητές ενοχλήσεις . Σε μια τέτοια δραματική μυθοπλασία η επένδυση βρίσκεται στη μαεστρική ερμηνεία και όχι στα κινηματογραφικά εφέ ˙ όταν ο πυρήνας είναι οι πληγές μιας ασθένειας το spotlight είναι και πρέπει να είναι ο παθών. Ορθά το σκηνοθετικό δίδυμο εφάρμοσε την εγγυημένη τακτική του μεγάλου boost της εκ φύσεως συγκινητικής θεματικής και της συγκλονιστικής ερμηνείας  για να κάνει μια καλή και αξιοπρεπή ταινία στο σύνολό της. Η υπόθεση έχει περίσσια ευαισθησία αλλά η δυναμική του έργου δεν είναι αφόρητα μελή. Καταφέρνει να μη γίνει ένα εκβιαστικά σπαρακτικό δράμα με διαρκείς λυγμούς συγκίνησης και το “μέτρον άριστον” κερδίζει έδαφος: προσφέρει τόσες-όσες ελεγχόμενες δραματικές κορυφώσεις, συνοδευόμενες ενίοτε από το ανάλογο μουσικό χαλί ,χωρίς να απεκδύεται το κατ’ ανάγκη minimum standard μελοδραματικού στοιχείου.

Η Moore σηκώνει με δεξιοτεχνία στους ντελικάτους ωμούς της την Alice και την τραγωδία της. Η ρεαλιστική και αυθεντική ερμηνεία της είναι που της χάρισαν το Α’ Όσκαρ γυναίκειου ρολού. Κλιμακωτά παρουσιάζει το άδειασμα της ευφυΐας και της ζωτικότητας της. Μια κραταιά,δυναμική γυναίκα –πρότυπο που θριαμβεύει ως επαγγελματίας ,μητέρα και σύζυγος κατακλύζεται (και όχι μόνο αυτή ) από την επιφυλακτική δυσπιστία και τα δεσμευτικά taboo που θέλουν να συνδέουν την ασθένεια της μόνο με το γερασμένο νου. Η εξασθένιση της ικανότητας επεξεργασίας και έκφρασης είναι ένα αυταπόδεικτο δεδομένο το οποίο αποδέχεται με γενναιότητα ,τόλμη ,διακριτικότητα και εγκράτεια. Μάχεται να διατηρήσει την αυτονομία της με σύμμαχο το κινητό της τηλέφωνο που ερεθίζει το  νου της άλλοτε με παιχνίδια λέξεων και άλλοτε με υπενθυμίσεις (εδώ καθρεφτίζεται και το tip του Richard Glatzer για την «φαρμακευτική ιδιότητα» των τεχνολογιών σε μια κατάθεση ψυχής, ενόσω ο ίδιος δίνει τη δική του παράλληλη μάχη με την αμυοτροφική σκλήρυνση και ξεψυχεί αφού ολοκληρώσει τούτο το κύκνειο άσμα του).Η επίθεση της ασθένειας στη διανόηση είναι επίθεση στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια. Οι λέξεις που τόσο μελέτησε τώρα την προδίδουν και με πλήρη συνείδηση τροφοδοτεί το καβούκι απομόνωσης της  πρώτα από τους φίλους και  υστέρα ασυνείδητα και από την οικογένειά της. Είναι εκπληκτικό πώς ο καρκίνος φαντάζει μια ευνοϊκότερη προοπτική μπροστά σε μια τέτοια εκφυλιστική αρρώστια που δεν ηρωοποιεί τον παθόντα με το φαίνεσαι της σωματικής παρακμής αλλά τον «γελοιοποιεί;» με το είναι της νοητικής παραίσθησης.Η παρουσία μετατρέπεται σε απουσία και ο στρόβιλος του αποπροσδιορισμού αυτού που χαρακτηρίζεται από την πρώτη ημέρα της ύπαρξης μας ως εαυτός επιβεβαιώνει ότι η επιμονή της προσωπικότητας να μην ηττηθεί από τη νέκρωση του εγκέφαλου παραπαίει και εν τέλει ναυαγεί. Ο κινηματογραφικός φακός ,με τα ευφυή υποκειμενικά θολωμένα πλανά και τις ενδοσκοπικές εισβολές ,δεν εμμένει σε μια κοινότυπη εκφραστικότητα και σκανάρει στα μάτια της Alice τις ανησυχίες της, την απελπισία της, το φόβο της,όλο το συναισθηματικό της καμβά –ειδικά στο τέλος την παντελή απουσία αυτού ,το μούδιασμα και το απολυτό κενό του!

Σε οτιδήποτε πλαισιώνει την Alice έχει δοθεί δευτερεύων ρόλος εξαρτήματος .Η συμβολή της οικογένειας και το πόσο δοκιμάζεται η αντοχή της από αυτό το χτύπημα δίνεται με μια επιφάνεια και μονόπλευρα. Δεν υπάρχουν μόνο στιγμές αγάπης , φροντίδας , κατανόησης και σεβασμού. Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν εξίσου πολλά ξεσπάσματα θυμού, απελπισίας, αδιέξοδου γιατί δεν αναγνωρίζεις το πρόσωπο που πλέον δεν σε αναγνωρίζει .Εντούτοις, επιτηδευμένα το ζουμ αναλώνεται στην Alice επισκιάζοντας τους εξίσου πρωταγωνιστές στη σφαίρα του ρεαλισμού, δίχως να τους υποβαθμίζει. Έτσι δικαιολογείται και η περιορισμένη αναφορά στο βέβαιο ενδεχόμενο της κληρονομικής μετάδοσης. Πιθανότατα στην προσπάθεια αποφυγής ενός υπερευαίσθητου κοινωνικού δράματος εξελίσσεται επιλεκτικά  μια «ευνοημένη» περίπτωση ασθενούς που το κοινωνικό της κύρος και η θέση της επιτρέπουν μια ηπιότερη αντιμετώπιση δυσκολιών και από οικονομικής και από κοινωνικής πλευράς (ακόμη και στην εσχάτη αδυναμία της αφήνει το στίγμα της με την ομιλία της στο συνέδριο).Οι στιγμές διαύγειας της Alice, ο βαθμός κατανόησης και αντίληψης του προβλήματος της ώστε να μπορεί να το εξωτερικεύσει και να το περιγράψει (η σχετική απάντηση στην ερώτηση της κόρης της «Πως νιώθεις;») και η απουσία άρνησης της αδυναμίας της έστω με κίνητρο την  προστασία του εγώ της και όχι εν όψει συνειδητής απάντησης αγγίζουν τη σφαίρα του ιδανικού και άπιαστου.

Δεν πρόκειται για μια ταινία- θησαυρό της έβδομης τέχνης. Δεν είναι ο πλούτος της τα κινηματογραφικά τεχνάσματα που τη διακρίνουν ,αλλά η αποτύπωση της «τέχνης  της απώλειας» ,όταν το πνεύμα γλιστρά και η αξιοπρέπεια πάλλεται για να διασωθεί ,μέσα από μια μεγάλη σε κυβικά ερμηνεία. Τοιουτοτρόπως, η ταινία γίνεται μεγάλη και γεμάτη από συναισθήματα συμπόνοιας ,συγκίνησης και μηνύματα ευαισθητοποίησης. Κι ενώ η ανθρώπινη ταυτότητα χαρτογραφείται με τις μνήμες και αναμνήσεις εφ’ όρου ζωής, το γεγονός  του ακούσιου αποχαιρετισμού αυτών, δεν πρέπει να σημάνει και το τέλος της ύπαρξης των θυμάτων του.

Ό,τι το μυαλό δεν δύναται να θυμηθεί, το θυμάται και το βιώνει πάντα η καρδιά. Στο σκοτάδι της λήθης τους κυνηγούν συνεχώς τις λέξεις, στο κενό βλέμμα τους κρύβεται καλά ο εσωτερικός τους αγώνας. Τίποτα δεν χάνεται για πάντα, πόσο μάλλον το πανανθρώπινο συναίσθημα  της αγάπης που και το καρτερούν και το αντιλαμβάνονται έστω και ολιγόλεπτα για να το ξεχάσουν αργότερα. Πλέον δεν είναι αυτοί, είναι η ασθένειά τους. Και στους προικισμένους με το δώρο των αναμνήσεων είναι χρέος να θυμούνται για αυτούς ποιοι ήταν,είναι και θα είναι όταν οι ίδιοι δεν θα μπορούν.Αυτό θα ορίζει και τη συμπεριφορά τους όταν θα τους έχουν δίπλα τους αλλά παράλληλα τόσο μακριά τους και θα τους λείπουν ακόμη περισσότερο.

Για όλους εκείνους που έχασαν τη διαύγειά τους , αλλά είναι ακόμη αναμεσά μας, ειδικά στην αγαπημένη μου  Κατίνα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s