Ο Αντεισαγγελεας του Αρειου Παγου, κ. Νικος Παντελης, μιλα στο Νομικο Παλμο

γφδσ

Από το : Γιώργο Βιτάλη

 

1) Το προηγούμενο χρονικό διάστημα την επικαιρότητα είχε απασχολήσει η διπλωματική ένταση Ελλάδας-Τουρκίας με αφορμή το αίτημα της τελευταίας για έκδοση των αξιωματικών που φέρονται να συμμετείχαν στο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν. Αναλύστε μας το νομικό πλαίσιο της έκδοσης.

Η έκδοση αποτελεί θεσμό της διεθνούς συνεργασίας στο χώρο του ποινικού δικαίου, αποσκοπεί δε στην αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του εγκλήματος με την καθιέρωση ενός μηχανισμού που καθιστά δυνατή την άσκηση ποινικής δίωξης, όταν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση βρίσκεται έξω από τα γεωγραφικά όρια του εκζητούντος κράτους, έχοντας καταφύγει σε ένα τρίτο κράτος. Η έκδοση ρυθμίζεται με πολυμερείς συμβάσεις. Σταθμό στο δίκαιο της έκδοσης αποτέλεσε η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η χώρα μας κύρωσε με το Νόμο 4165/1961. Η σταδιακή, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990-2000, προσχώρηση στη σύμβαση αυτή του συνόλου σχεδόν των ευρωπαϊκών κρατών, τής προσέδωσε μεγαλύτερο κύρος και σημασία. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως στηρίζεται σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές:

  1. Στον όρο του διπλού αξιοποίνου. Ο όρος αυτός αποτυπώθηκε στο άρθρο 2 παρ. 1 της Σύμβασης, με το οποίο ορίστηκε ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος μέρους, η δε απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διάρκειας τεσσάρων μηνών κατά ελάχιστο όριο.
  2. Στη δυνατότητα μη έκδοσης υπηκόων του εκζητουμένου κράτους. Το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης παρέχει στο κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα έκδοσης την ευχέρεια να αρνηθεί την ικανοποίησή του, η χρήση δε της ευχέρειας αυτής αποτέλεσε τον κανόνα για τα κράτη που κύρωσαν τη Σύμβαση, γιατί μέσω αυτής απέφυγαν να θέσουν τους υπηκόους τους υπό την κρίση ενός άλλου ποινικού συστήματος.
  3. Στην αρχή της ειδικότητας. Σύμφωνα με αυτή, αν ελλείπει η συναίνεση του κράτους που παραδίδει το πρόσωπο του οποίου ζητήθηκε η έκδοση, δεν μπορεί ο εκζητούμενος να δικασθεί στο εκζητούν κράτος για πράξεις άλλες από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε σε αυτό, εκτός εάν, καίτοι είχε την δυνατότητα, δεν εγκατέλειψε το έδαφος του κράτους στο οποίο παραδόθηκε ή επανήλθε σε αυτό μετά την αναχώρησή του
  4. Στην απαγόρευση της έκδοσης για πολιτικά εγκλήματα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της Σύμβασης, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη αν πρόκειται για πολιτικές και συναφείς με αυτές πράξεις, αν η σχετική αίτηση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα ή αν η θέση του διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί για κάποιο από τους παραπάνω λόγους.

Με το Νόμο 3251/2004 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης η έρευνα του διπλού αξιοποίνου καταργήθηκε για ένα ευρύτατο κατάλογο εγκλημάτων και επετράπη η έκδοση ημεδαπών. Προβλέφθηκε, όμως, η δυνατότητα της χώρας μας να αρνηθεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, όταν ο ημεδαπός κατά του οποίου εκδίδεται το ένταλμα διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Με τις πρόσφατες αποφάσεις ΑΠ 135/2017 έως 142/2017 και με τη σύμφωνη πρότασή μου στις τέσσερις από αυτές, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι στο πλαίσιο συζήτησης αιτημάτων έκδοσης:

α) Η υποχρέωση για εξειδίκευση και ακριβή καθορισμό της πράξης θεμελιώνεται αφενός μεν στο άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που προβλέπει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, αφετέρου δε στην παρομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. α’ του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δηλαδή, διεθνών κειμένων που έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας.

β) Ότι στο ίδιο πλαίσιο εφαρμοστέα είναι και η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 της από 28-07-1951 Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες, που έχει κυρώσει η χώρα μας με το Νόμο 3958/1959 και η οποία απαγορεύει την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επαναπροώθηση, ως τέτοιας νοουμένης και της έκδοσης, ενός πρόσφυγα στη χώρα καταγωγής του, όταν εκεί απειλείται η ζωή του ή υπάρχει κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή άλλες παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

γ) Ότι εφαρμοστέα είναι επίσης η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο σύνολο της, βάσει της γενικής ρήτρας επιφύλαξης του άρθρου 3 παρ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως.

δ) Ότι από άποψη ιεράρχησης των υποχρεώσεων του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, οι κανόνες του διεθνούς προσφυγικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερισχύουν των κανόνων των διμερών ή πολυμερών συμβάσεων έκδοσης, αυτό δε προκύπτει από τη διάταξη 103 του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Βάσει αυτών των σκέψεων ο Άρειος Πάγος απέρριψε τα αιτήματα έκδοσης στην Τουρκία 8 Τούρκων αξιωματικών που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 στη γειτονική μας χώρα, βασίζοντας την αρνητική του γνωμοδότηση στο ότι οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα και ειδικότερα οι αθρόες συλλήψεις ακόμη και ανωτάτων δικαστών και η αντικατάστασή τους με φίλα προσκείμενους δεν παρείχαν εχέγγυα ότι οι εκζητούμενοι θα ετύγχαναν δίκαιης δίκης από ένα νομίμως λειτουργούν αμερόληπτο δικαστήριο, ότι υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή τους από τις δηλώσεις ανωτάτων Τούρκων αξιωματούχων για επαναφορά της θανατικής ποινής, καθώς και ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποβληθούν σε εξευτελιστική μεταχείριση.

 

 

2) Ποια είναι άποψή σας για τον ισχύοντα Νόμο περί ευθύνης Υπουργών;   

Ο Νόμος περί ευθύνης Υπουργών που ισχύει είναι ο Νόμος 3126/2003. Πρόκειται για νόμο εκτελεστικό του άρθρου 86 του Συντάγματος, τις διατάξεις του οποίου έχει ενσωματώσει στο κείμενό του, καθορίζοντας και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, η αλλαγή του νόμου αυτού προϋποθέτει αλλαγή του άρθρου 86 του Συντάγματος, κάτι το οποίο μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μεταβληθεί ο τρόπος άσκησης της ποινικής δίωξης κατά Υπουργών για εγκλήματα που τελέσθηκαν από αυτούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και αντί της Βουλής ο ρόλος αυτός να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο συγκροτούμενο από ανωτάτους εισαγγελικούς λειτουργούς. Από αρκετούς πολιτικούς, όμως, εκφράζεται ο φόβος ότι μια τέτοια μεταβολή θα οδηγούσε σε «δικαστικοποίηση της πολιτικής». Αυτό πάντως που πρέπει να αλλάξει σίγουρα είναι ο σύντομος χρόνος παραγραφής. Και τούτο, διότι το ισχύον άρθρο 86 του Συντάγματος προβλέπει ότι η Βουλή μπορεί να ασκήσει ποινική δίωξη κατά Υπουργού μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Και τούτο δε σημαίνει τίποτε άλλο, ειμή μόνο ότι ένα κακούργημα που έχει τελεσθεί από Υπουργό, μπορεί να παραγραφεί μέσα σε μια διετία, ενώ ο συνήθης χρόνος παραγραφής των κοινών (όχι των διακεκριμένων) κακουργημάτων είναι αυτός της 15ετίας.

 

3) Πώς κρίνετε το θεσμό των εξειδικευμένων εισαγγελέων;

Όταν κάνουμε λόγο για εξειδικευμένους εισαγγελείς, κυρίως αναφερόμαστε στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και στον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος εισήχθη στην εσωτερική έννομη τάξη με το Νόμο 3943/2011 για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των εγκλημάτων φοροδιαφυγής καθώς και οικονομικών εγκλημάτων που τελούνται σε βάρος του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λόγος που επέβαλε τη θεσμοθέτηση του ειδικού αυτού οργάνου διερεύνησης και δίωξης οικονομικών εγκλημάτων είναι η διαπίστωση ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε έξαρση σε μεθοδευμένες, κυρίως φορολογικές, παραβάσεις με την ανάπτυξη εξελιγμένων μεθόδων αποφυγής πληρωμής φόρων, για την αποτελεσματικότερη διερεύνηση και δίωξη των οποίων ήταν επιβεβλημένο να θεσμοθετηθεί ένας ειδικός εισαγγελέας, εξοπλισμένος με ειδικές δικονομικές ευχέρειες. Επιπλέον, το φαινόμενο της διαφθοράς έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στη χώρα μας, διάχυτη δε είναι η καχυποψία των πολιτών ότι αυτή επιπολάζει σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής και κυρίως στα ανώτερα κλιμάκια της διοικητικής ιεραρχίας. Οι διαπιστώσεις αυτές κατέστησαν αναγκαία την κατά προτεραιότητα λήψη μέτρων για την περιστολή της διαφθοράς. Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας με το Νόμο 4139/2013 ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση συγκεκριμένων εγκλημάτων, όπως η δωροδοκία και η απιστία. Συνεπώς, αυτονόητη είναι η χρησιμότητα των νεοσύστατων αυτών θεσμών, στους οποίους η πολιτεία έχει επενδύσει πολλά για την αποτελεσματικότερη δίωξη των εγκλημάτων που ανήκουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

 

 

4) Σχολιάστε μας το γεγονός ότι, ενώ κατά τον οργανισμό του Αρείου Πάγου ο Εισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου του μπορεί να είναι και δικαστής, το αντίστροφο δεν επιτρέπεται.

Η κατάληψη της θέσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από λειτουργό της «καθήμενης» δικαιοσύνης, δηλαδή από μέλος του Αρείου Πάγου, προβλέπεται, όχι μόνο στον Οργανισμό του Δικαστηρίου μας, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Ασφαλώς και ενοχλεί τους εισαγγελικούς λειτουργούς η δυνατότητα αυτή και ελπίζουμε ότι σε μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση θα εκλείψει, όπως εξέλιπε μετά την αναθεώρηση του 2001 η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του 1975/1986 δυνατότητα κάλυψης των μισών θέσεων των Αντιεισαγγελέων του Αρείου Πάγου από Αρεοπαγίτες.

 

5) Πώς κρίνετε την άποψη που είχε διατυπώσει η πρώην Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κ. Βασιλική Θάνου, περί αύξησης του ορίου ηλικίας των δικαστών με τυπικό νόμο;

Το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος προβλέπει ηλικιακά όρια, με τη συμπλήρωση των οποίων αποχωρούν υποχρεωτικά οι δικαστικοί λειτουργοί από την υπηρεσία. Ο καθορισμός των ορίων αυτών έχει την έννοια ότι αυτά δεν μπορούν να μειωθούν ή να αυξηθούν με τυπικό νόμο, ώστε να διευκολυνθεί μια κυβέρνηση στην απόλυση ανεπιθύμητων ή στη διατήρηση αρεστών σε αυτή δικαστικών λειτουργών. Σχετικά με το θέμα αυτό που ανακινήθηκε στην επικαιρότητα, ομόφωνη ήταν η απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι με κοινό νόμο η μεταβολή θα ήταν αντισυνταγματική.

 

6) Είναι γνωστό ότι καταρτίζεται νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Αναφερθείτε σε βασικές αλλαγές που εισάγει.

Το σχέδιο του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που καταρτίζεται εδώ και μια διετία, υπό την προεδρία μου, από επιτροπή Καθηγητών και των τριών Νομικών Σχολών της χώρας, καθώς και από μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περιλαμβάνει τα εξής: α) ενίσχυση της αρχή της σκοπιμότητας κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης, αφού προβλέπει ευρύτατες περιπτώσεις αποχής από την ποινική δίωξη, β) θεσμοθέτηση εναλλακτικών διαδικασιών περάτωσης της ποινικής δίκης με τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της ποινικής συνδιαλλαγής, γ) εισαγωγή για πρώτη φορά στην έννομη τάξη της ποινική διαπραγμάτευσης (plea bargaining) μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορουμένου για ένα ευρύτατο κατάλογο εγκλημάτων (εξαιρούνται μόνο όσα τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη), με αντικείμενο αυτής της διαπραγμάτευσης την ομολογία ενοχής και την επιβλητέα ποινή, δ) επανεξέταση της δομή της ενδιάμεσης διαδικασίας και του καθεστώτος των ενδίκων μέσων κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s