Viva la independencia nacional

Από τις : Δήμητρα Καπρούλια, Νικολέττα Μαματσοπούλου

Τα πρόσφατα γεγονότα του Οκτωβρίου έφεραν την Καταλονία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής και διεθνούς επικαιρότητας και έθεσαν την απαρχή νομικού προβληματισμού για τα πολλαπλά συνταγματικά ζητήματα του επίμαχου δημοψηφίσματος. Εφαλτήριο για τη δυναμική κίνηση της τοπικής καταλανικής κυβέρνησης υπήρξε η μακραίωνη ιστορικοπολιτική παράδοση της περιοχής και το διαχρονικό αίτημα επίτευξης της ανεξαρτησίας.

Ας ξετυλίξουμε, όμως, το ιστορικό κουβάρι από την αρχή. Η παρουσία της Καταλονίας στην ευρωπαϊκή χερσόνησο χρονολογείται ήδη από το 10ο αιώνα μ.Χ.. Η Καταλονία είναι χωρισμένη σε Κομητείες -είδος Βασιλείων με εσωτερικές δομικές διαφορές. Η Κομητεία της Βαρκελώνης εξεγείρεται και απαιτεί την πλήρη ανεξαρτησία από την κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι είχαν καταλάβει τις περιοχές των Πυρηναίων και μεγάλο μέρος των εδαφών που καταλαμβάνει η σημερινή Ισπανία. Η συνεργασία των Κομητειών έχει ως αποτέλεσμα την ανάδειξη και κυριαρχία τους στη Μεσόγειο, κυρίως στον τομέα του εμπορίου. Ακολουθούν η κατάκτηση της Βαλένθιας και της Σαρδηνίας και η πολιτισμική εξάπλωση των καταλανικών γραμμάτων.

Η Καταλονία αναδύεται και αναδεικνύεται ανάμεσα στις υπόλοιπες Κομητείες που προσπαθούν να επιβληθούν εδαφικά στα Ανατολικά Πυρηναία˙ επικρατεί έναντι αυτών και τελικά ενσωματώνει ορισμένες. Η ανησυχία που προκαλείται στην ευρύτερη περιοχή εξαιτίας επιδρομών που στοχεύουν στη σταδιακή αποδυνάμωση των Κομητειών οδηγεί ευγενείς και ηγεμόνες γειτονικών βασιλείων να στραφούν στην Καταλονία και να ζητήσουν συνεργασία, η οποία οδηγεί σε ένα συνασπισμό.

Η ένωση αυτή καταφέρνει και ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο την υπερδύναμη που ακούει στο όνομα «Καταλονία», η οποία μέσα σε έναν αιώνα κατακτά και επηρεάζει τη Βαλένθια και τη Σαρδηνία πολιτειακά, οικονομικά, πολιτισμικά και πληθυσμιακά. Τα καταλανικά γράμματα υπερισχύουν των υπόλοιπων πολιτισμικών στοιχείων και η οικονομική ευμάρεια έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη έλεγχο του εμπορίου στη Μεσόγειο και τη δημιουργία παραρτημάτων καταλανικής επιρροής και στην Αλεξάνδρεια.

Η Καταλονία έχει προετοιμάσει ήδη από το 1173 τον τρόπο και τις μεθόδους ανάδειξης και κυριαρχίας της έναντι των άλλων Κομητειών, εκδίδοντας νόμους και κτίζοντας διοικητικές δομές. Ωστόσο, δεν έχει προβλέψει την πολιτική συσπείρωση του στέμματος της Καστίλλης και  του στέμματος της Αραγονίας, δύο βασιλείων που αναπτύσσονται στην περιοχή βόρεια των Πυρηναίων. Έτσι, για μεγάλο διάστημα η Καταλονία υποχωρεί ως προς την κυριαρχία της. Ο Καταλανικός Εμφύλιος του 1462, ο Πόλεμος της Ισπανικής Διαδοχής το 1700 και οι μαζικές επιθέσεις Ισπανών μοναρχών εναντίον της Καταλονίας οδήγησαν σε καταστρατήγηση της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας που είχε κτίσει επί αιώνες.

Ωστόσο, έναν αιώνα αργότερα, το 1808, η Καταλονία δείχνει να ανακάμπτει. Οι προσπάθειες των Ισπανών δυναστών και του Ναπολέοντα να καταστρέψουν το οικοδόμημα της ανεξαρτησίας των Καταλανών προσκρούουν στην Καταλανική Αναγέννηση που συντελείται με την τεράστια πολιτισμική, οικονομική και βιομηχανική ανάπτυξή της. Η αναγέννηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία του ρεύματος του καταλανισμού, δηλαδή του καταλανικού εθνικισμού, ο οποίος στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η Καταλονία είναι ένα διακριτό εδαφικό, οικονομικό, πολιτικό, εθνικό και πολιτισμικό τμήμα του ισπανικού χώρου. Εξ αυτού του λόγου, είναι επιτακτική η ανάγκη ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας με τη δημιουργία ενός ξεχωριστού κράτους. Από το 1920 η πεποίθηση αυτή επιβεβαιώνεται με την πρακτική απουσίας πολιτικών καταλανικής προέλευσης στις κυβερνήσεις της Ισπανίας.

Μέχρι το 1936 η Καταλονία έχει επαναφέρει την κυβερνητική της ελίτ και έχει κατορθώσει να αναγνωριστεί και πάλι ως δυναμικό και αυτοδιοίκητο έθνος. Για άλλη μία φορά, όμως, οι ιστορικές συγκυρίες έρχονται να ταρακουνήσουν τα θεμέλια αυτής της ιδιόμορφης ανεξαρτησίας, που χαρακτηρίζει από το 10ο αιώνα την Καταλονία. Ο Φρανσίσκο Φράνκο εκμεταλλεύεται την πολιτική αστάθεια και την ήττα των δημοκρατικών κομμάτων και επιβάλλει επί 40 περίπου έτη ένα άκρως δυναστικό καθεστώς.

Η Καταλονία βρίσκεται για άλλη μία φορά στο στόχαστρο. Ο Φράνκο αποφασίζει να απαγορεύσει την ομιλία και διδασκαλία της καταλανικής γλώσσας και προσπαθεί να περιορίσει την οικονομική επιρροή της Καταλονίας, όμως, χωρίς αποτέλεσμα, αφού η γλώσσα διδασκόταν κρυφά και η οικονομική αυτοκρατορία της άντεχε τα χτυπήματα της δικτατορίας. Μετά την πτώση του Φράνκο, η λεγόμενη Ζενεραλιτάτ, θεσμός περιφερειακής κυβέρνησης καταλανικής προέλευσης, αναγεννάται και η υιοθέτηση ενός δημοκρατικού Συντάγματος το 1978 οδηγεί στην επιβεβαίωση της ιδιόμορφης καταλανικής αυτονομίας.

Το ισπανικό κράτος με νόμο, που ονομάζεται Καταστατικός Χάρτης της Αυτοδιοικούμενης Περιφέρειας της Καταλονίας, ορίζει τις αρμοδιότητες της Κυβέρνησης της Καταλονίας. Η Καταλονία διαθέτει πολιτικά κόμματα αποκλειστικά καταλανικής προέλευσης, τα οποία εκλέγονται και συμπληρώνουν το καταλανικό Κοινοβούλιο, που αποτελείται από 135 βουλευτές. Το Κοινοβούλιο αυτό εκλέγει τον Πρόεδρο της Καταλονίας.

Ενόσω κρατεί ακόμη ο καταλανισμός, το 2005 το καταλανικό Κοινοβούλιο αποφασίζει μεταρρύθμιση του Χάρτη και διεξάγεται δημοψήφισμα, στο οποίο το 75% τάχθηκε υπέρ της αλλαγής. Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ισπανίας το 2010 ακυρώνει τον προταθέντα Χάρτη. Το 2014 διενεργείται ένα ανεπίσημο, άνευ δεσμευτικού κύρους, δημοψήφισμα. Τα ερωτήματα είναι δύο, αφενός αν οι Καταλανοί επιθυμούν η Καταλονία να αποτελέσει κράτος, αφετέρου αν επιθυμούν να είναι ανεξάρτητο. Το 80% των ψηφοφόρων τάσσεται υπέρ της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κράτους. Το 2015 το Συνταγματικό Δικαστήριο ακυρώνει το δημοψήφισμα, όπως επαναλαμβάνει το 2017, όταν κρίνει, μετά από προσφυγή της ισπανικής κυβέρνησης,  αντισυνταγματικό το δημοψήφισμα που θα λάμβανε χώρα την 1η Οκτωβρίου 2017.

Εκ της ιστορικής πορείας καθίστανται φανερές οι διαφορές που αποτέλεσαν και αποτελούν σημεία τριβής μεταξύ Ισπανίας και Καταλονίας. Η οικονομική επικράτηση και διαφοροποίηση της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αποτελούσε πάντα ουραγό στις προσπάθειες περιορισμού του καταλανισμού και εξισορρόπησης των οικονομικών ανισομερειών. Η Καταλονία από το 10ο αιώνα αποτελεί την ισχυρότερη βιομηχανία στη χώρα, γεγονός που οξύνει τα πνεύματα και ευνοεί την ανάπτυξη οικονομικών ανισοτήτων στο εσωτερικό της Ισπανίας. Παρατηρείται, δηλαδή, το φαινόμενο της οικονομικής διάσπασης της Ισπανίας, με συγκεκριμένες περιοχές να ανθούν, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας να μαστίζεται από οικονομικές δυσχέρειες.

Η επίδραση του καταλανισμού αναμφισβήτητα επηρέασε την διάσταση Καταλονίας-Ισπανίας. Ο καταλανικός εθνικισμός οδήγησε στην εδραίωση της πεποίθησης ότι η Καταλονία αποτελούσε και θα μπορούσε να αποτελέσει ανεξάρτητο κράτος, διακριτό έθνος από την υπόλοιπη Ισπανία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την ιστορική πορεία της Καταλονίας, δεδομένου ότι ήδη από το 10ο αιώνα η διακριτότητα και αυτονομία της διαφαίνεται από τις διαρκείς συμφωνίες, με τις οποίες οι Ισπανοί μονάρχες απέρριπταν οποιαδήποτε άσκηση ελέγχου και καταδυνάστευσης της αυτονομίας της Καταλονίας.

Υπό αυτό το πρίσμα και προϊούσης της ιστορικής εξέλιξης, το αίτημα για ανεξαρτησία δεν έπαυσε ποτέ να είναι επίκαιρο. Τα προγενέστερα δημοψηφίσματα καταδεικνύουν την πεποίθηση των Καταλανών στην εγγενή εθνική και ιστορική ιδιοσυστασία τους. Η συνείδηση αυτή σχετίζεται, άλλωστε, με το αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα κάθε λαού να αυτοδιατίθεται, το οποίο κατοχυρώνεται και νομικά στο άρθρο 1 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, καθώς και στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Πρόκειται για την αυτεξούσια επιλογή κάθε λαού ή έθνους να καθορίζει κυριαρχικά το πολιτικό του σύστημα και να αυτοπροσδιορίζει τη θέση του στο διεθνές πολιτικό σκηνικό.

Η εφαρμογή του δικαιώματος αυτού προϋποθέτει ότι ο λαός που το επικαλείται αφενός να διαθέτει συμπαγή γεωγραφική και πολιτισμική ταυτότητα και αφετέρου η κυρίαρχη βούλησή του να έχει εκφραστεί ρητά. Επίσης, κατά μία άποψη, το αίτημα αυτοδιάθεσης μπορεί να γίνει δεκτό μόνο αν υφίστανται συνθήκες αποικιοκρατίας ή καταπίεσης. Από την άλλη πλευρά, το δικαίωμα κάθε λαού να αυτοδιατίθεται δεν μπορεί να περιορίζεται επί τη βάσει της πιθανότητας εδαφικής ανομοιομορφίας ή της μη βιωσιμότητας του υπό ανεξαρτητοποίηση έθνους. Τα στοιχεία αυτά δεν κρίνονται a priori. Πάντως, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης δε δύναται να στηρίζεται σε οικονομικά επιχειρήματα, όπως σε αυτό της δυσανάλογα μεγαλύτερης συνεισφοράς της υπό απόσχιση περιοχής στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αντίβαρο στην αυτοδιάθεση και στο προβάδισμα του έθνους συνιστά η ιδεολογία «no borders» με την οποία γαλουχήθηκαν για χρόνια οι λαοί της Ευρώπης από τις απαρχές της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.

Εντός της Ένωσης η εθνική ταυτότητα υποχωρεί έναντι της ευρωπαϊκής και υφίσταται ενιαίο θεσμικό πλαίσιο με ενωσιακά όργανα, τα οποία δεν εξαρτώνται από τις πολιτειακές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στο εσωτερικό των κρατών-μελών.

Ύψιστο διακύβευμα του ευρωπαϊκού οράματος συνιστά η σκιαγράφηση μιας κοινής ταυτότητας, ενός κοινού πεπρωμένου. Θεωρητικά τουλάχιστον, οι επιδιώξεις ενός μέλους δε συγκρούονται με τα συμφέροντα της ολότητας. Στην ενωμένη Ευρώπη δεν παρατηρούνται εδαφικές μεταβολές ούτε συνοριακές αναπροσαρμογές, ακόμα και αν απορρέουν από εγγενείς ιστορικοπολιτικές ιδιαιτερότητες ορισμένων πληθυσμών. Και αυτό γιατί, δεν υπάρχει χώρος για εξύψωση του εθνικού αναστήματος· η κοινή ευρωπαϊκή πορεία είναι ο άξονας που χαράσσει τη διαδρομή των μελών στο ιστορικό διάβα. Εντός της Ένωσης πορευόμαστε απαρέγκλιτα με το «εμείς».

Παρ’ όλα αυτά, ο ηγέτης της Καταλονίας, Κάρλες Πουτζντεμόν, ανήγγειλε τον Ιούνιο 2017 τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την 1η Οκτωβρίου με θέμα την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της περιοχής με τη μορφή μιας Δημοκρατίας. Η έγκριση της Περιφερειακής Κυβέρνησης της Καταλονίας δόθηκε με νόμο της 6ης Σεπτεμβρίου, που έθεσε πολλά ζητήματα αντισυνταγματικότητας, αφού, μεταξύ και άλλων αστοχιών, δεν προέβλεπε απαιτούμενο κατώτατο όριο προσέλευσης για ένα τόσο σημαντικό θέμα. Να σημειωθεί ότι ο νόμος ψηφίστηκε με αποχή σημαντικού μέρους της Αντιπολίτευσης. Το ερώτημα που τέθηκε την 1η Οκτωβρίου ήταν αν επιθυμούν οι Καταλανοί τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικά θετικό, αφού σε ποσοστό 90%, οι ψηφίσαντες, που ξεπερνούσαν τα 2.000.000, τάχθηκαν υπέρ της απόσχισης.

Βέβαια, εκφράζεται η άποψη ότι η γενικευμένη αναταραχή που επικρατούσε, ο φόβος επεισοδίων, αλλά και η συμμόρφωση των πολιτών με την απόφαση του Συνταγματικού δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει εκ των προτέρων αντισυνταγματικό το δημοψήφισμα, απέτρεψε την προσέλευση πληθώρας ψηφοφόρων, οι οποίοι ενδεχομένως θα τάσσονταν υπέρ της παραμονής της Καταλονίας στην ενωμένη Ισπανία. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις δημοσκοπήσεις, στις οποίες οι δύο θέσεις εμφανίζονται σχεδόν ισοδύναμες, χωρίς να καταγράφεται εμφανώς μεγαλύτερη υποστήριξη της ανεξαρτησίας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προδημοψηφισματικής περιόδου αλλά και την ημέρα διεξαγωγής της ψηφοφορίας, η κατάσταση στη Βαρκελώνη ήταν έκρυθμη. Δεν έλειπαν, μάλιστα, συγκρούσεις υποστηρικτών της ανεξαρτησίας με την ισπανική αστυνομία, η οποία είχε ενισχυθεί με δυνάμεις από τη Μαδρίτη. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να υπάρξουν και πολλοί τραυματισμοί. Το κλίμα αυτό είχε πυροδοτήσει και φόβους εκδήλωσης στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Εν τούτοις, η ηγεσία της Καταλονίας προέβη στις 27 Οκτωβρίου στην επικύρωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος και στην ανακήρυξη της περιοχής ως «Ανεξάρτητου Κράτους με τη μορφή Δημοκρατίας». Σύσσωμες οι κυβερνήσεις της Ευρώπης και οι θεσμοί της Ένωσης εξέφρασαν τη στήριξη τους στην Ισπανία και προέταξαν την ενότητα της χώρας. Με τη σειρά του, ο Πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μαριάνο Ραχόι, ενεργοποίησε το άρθρο 155 του ισπανικού Συντάγματος που προβλέπει ευθέως ανάκληση της αυτονομίας της Καταλονίας και υποκατάσταση της ισπανικής Κυβέρνησης στις εξουσίες της τοπικής Κυβέρνησης. Μετά την έκπτωση του Κάρλες Πουτζντεμόν και τη διάλυση του Κοινοβουλίου, τον έλεγχο της Καταλονίας ανέλαβε η Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης της Ισπανίας, Σοράγια Σάνεθ ντε Σανταμαρία.

Λίγες ημέρες αργότερα, ακολούθησε η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατά του καθαιρεθέντος Καταλανού Προέδρου και τεσσάρων μελών της κυβέρνησής του, που στο μεταξύ είχαν καταφύγει στο Βέλγιο, και διατάχθηκε προσωρινή κράτηση οκτώ μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, που παρέμεναν στη Βαρκελώνη. Οι κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν για στάση, εξέγερση και διασπάθιση δημοσίου χρήματος είναι βαρύτατες και επισύρουν κάθειρξη ακόμα και τριάντα ετών.

Αν, τελικά, η Καταλονία εμμείνει στη θέση της για ανεξαρτησία, θα αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα. Κατ’ αρχάς, η ίδια η Καταλονία οφείλει αυτοτελώς σημαντικό τμήμα του ισπανικού χρέους και στο πλαίσιο αυτό έχει επωφεληθεί με τη δυνατότητα που της παρέχει η ισπανική κυβέρνηση να χρηματοδοτείται από ειδικό ταμείο. Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο κατά πόσον η Ισπανία θα συνεχίσει να παρέχει στην ανεξάρτητη Καταλονία τη συγκεκριμένη ευχέρεια. Παράλληλα, τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση η θέση της Καταλονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς για την είσοδο νέου μέλους προϋποτίθεται η έγκριση από το σύνολο των υφιστάμενων μελών, επομένως, και από την Ισπανία. Ανάλογης οξύτητας είναι και το ζήτημα του νομίσματος, καθώς ο διεθνής τύπος αναφέρει πως αν η Καταλονία δε δύναται να χρησιμοποιεί μετά την ανεξαρτησία το ευρώ, θα οφείλει να εκδώσει εθνικό νόμισμα.

Βέβαια, και η Ευρώπη θα κληθεί να διαχειριστεί δυσκολίες λόγω της μετάδοσης του «επαναστατικού πυρετού». Ήδη στη βελγική Φλάνδρα εκδηλώνονται αποσχιστικές τάσεις, ενώ φωνές για επανάληψη του δημοψηφίσματος για ανεξαρτησία από το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το BREXIT ακούγονται στη Σκωτία. Επίσης, σε δύο δημοψηφίσματα, συμβουλευτικού χαρακτήρα, που πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο στις περιφέρειες της Λομβαρδίας και του Βένετου της Ιταλίας, οι ψηφίσαντες, σε ποσοστό άνω του 90%, τάχθηκαν υπέρ της ενίσχυσης της αυτονομίας των συγκεκριμένων περιοχών. Τέλος, αποκεντρωτικές τάσεις καταγράφονται και στη Βαυαρία. Όλα αυτά μπορούν να σημάνουν την απαρχή ενός ντόμινο κατακερματισμού των κρατών της Ευρώπης και συνακόλουθη απομείωση της ισχύος της Ένωσης.

 

Σε κάθε περίπτωση, η δυναμική της αυτοδιάθεσης παριστά την προαιώνια σύγκρουση μεταξύ κρατικής επιβολής και λαϊκής κυριαρχίας. Η Καταλονία ανάμεσα στην παραδεδεγμένη ευταξία -που επιτάσσει τη με κάθε τρόπο διατήρηση του status quo- και στην ηχηρή θέληση ενός αυτόνομου έθνους, επέλεξε τη δεύτερη, θαρρετά και ρηξικέλευθα. Παρ’ όλα αυτά, τα κόμματα τόσο του Κάρλες Πουτζντεμόν όσο και της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς που πρωτοστάτησαν στη διάρκεια των γεγονότων υπέρ της ανεξαρτησίας, προέβησαν εσχάτως σε αναδίπλωση δηλώνοντας ότι αποδέχονται την εφαρμογή του άρθρου 155 του ισπανικού Συντάγματος και ότι θα συμμετάσχουν στις εκλογές της 21ης  Δεκεμβρίου, που προκηρύχθηκαν κατόπιν διάλυσης του καταλανικού Κοινοβουλίου. Οι εκλογές αυτές, όπως και η αναμενόμενη στις 14 Δεκεμβρίου απόφαση της βελγικής δικαιοσύνης σχετικά με την έκδοση ή μη στην Ισπανία του έκπτωτου Προέδρου και των μελών της κυβέρνησής του που κατέφυγαν στις Βρυξέλλες, θα κρίνουν εν πολλοίς τις εξελίξεις…

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s