Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΕΦΙΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΥ: ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ (1915–1920)

Από τον : Αθανάσιο Συροπλάκη *

Η δεκαετία 1912-1922 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Το 1912, η Ελλάδα εξήλθε των συνόρων της συγκροτημένα για πρώτη φορά από την ίδρυση του κράτους της, επιδιώκοντας την υλοποίηση της επίσημης κρατικής ιδεολογίας της· τη Μεγάλη Ιδέα. Η Μεγάλη Ιδέα έλαβε κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας μία επιθετική μορφή με στόχο την επέκταση των συνόρων του κράτους στις αλύτρωτες περιοχές του ελληνισμού, σε αντίθεση με την πάγια πρακτική του 19ου αιώνα, όταν η χρήση της ιδεολογίας περιοριζόταν στο εσωτερικό, ικανοποιώντας τις λαϊκές μάζες για τον ρόλο του κράτους έναντι των μειζόνων ζητημάτων του έθνους.

Σημαντικό μερίδιο στη μεταβολή της πρόσληψης και της εφαρμογής της Ιδέας είχε ο ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων από το 1910, Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα σχεδιασμένο με βάση το εφικτό και όχι απαραίτητα το επιθυμητό και εκμεταλλευόμενος τις διεθνείς συγκυρίες, έθεσε την Ιδέα της «διεκδίκησης των εθνικών δικαίων» σε μία ρεαλιστική βάση, εγκαταλείποντας την μέχρι τότε παραδοσιακή μεγαλοϊδεατική πολιτική της ήσσονος προσπάθειας και της αναμονής. Η έκρηξη, ωστόσο, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η συνακόλουθη προοπτική μίας περαιτέρω επέκτασης των συνόρων του κράτους μέσω της συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο μετέβαλε αρκετά τη ρεαλιστική βενιζελική προσέγγιση και ερμηνεία της Μεγάλης Ιδέας. Στόχος του άρθρου είναι η παρουσίαση των βασικών πτυχών της βενιζελικής Μεγάλης Ιδέας κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1910, επισημαίνοντας τις χρονικές στιγμές, κατά τις οποίες η εφαρμογή της ελληνικής κρατικής ιδεολογίας ξέφυγε από το πλαίσιο του ρεαλισμού, αγγίζοντας το επιθυμητό αλλά μη πραγματοποιήσιμο.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον Βενιζέλο και το κόμμα των Φιλελευθέρων έγινε εμφανής η αλλαγή της πρόσληψης και της εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Πίστη του Βενιζέλου ήταν ότι στα Βαλκάνια είχαν την δυνατότητα επέκτασης τόσο η ελληνική Μεγάλη Ιδέα, όσο και οι εθνικισμοί των υπολοίπων βαλκανικών κρατών. Η πολιτική της σύσφιξης των σχέσεων και της σύναψης συμμαχιών με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη (Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο), που εγκαινίασε ο Βενιζέλος το 1912-1913 αποτέλεσε μία τομή για την ελληνική εξωτερική πολιτική, καθώς οι μέχρι τότε συζητήσεις των Ελλήνων πολιτικών με τους Βαλκάνιους ομολόγους τους για σύναψη συμμαχιών ετίθεντο σε πλήρως ανεδαφικές βάσεις. Ο Βενιζέλος, αντιλαμβανόμενος ότι μόνη η ισχύς της Ελλάδος δεν αρκούσε για την επίτευξη των εθνικών της στόχων, έλαβε ενεργό ρόλο για τη δημιουργία ενός πλέγματος συμμαχιών στα Βαλκάνια, ώστε η ελληνική ισχύς να ξεπεράσει εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η βενιζελική Μεγάλη Ιδέα, εν ολίγοις, δεν απέκλειε τη συνεργασία με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη για την υλοποίηση των εθνικών στόχων της Ελλάδας, ακόμα και αν αυτοί αυτομάτως περιορίζονταν γεωγραφικά.

Πρόσθετο στοιχείο της πραγματιστικής προσέγγισης της Μεγάλης Ιδέας ήταν η συνειδητοποίηση -από μέρος της πολιτικής ηγεσίας (σίγουρα όχι όλων των στελεχών των Φιλελευθέρων και του Κοινοβουλίου γενικότερα)- ότι ήταν, όχι μόνο πιθανή, αλλά ίσως, αναγκαία η ενσωμάτωση πυκνών ελληνικών πληθυσμών της Βαλκανικής στα συμμαχικά βαλκανικά κράτη. Ο Βενιζέλος, επιχειρηματολογώντας υπέρ αυτής της θέσης, δήλωσε ότι οι εθνικές διεκδικήσεις ήταν αναγκαίο να συμβαδίζουν με τα γεωγραφικά δεδομένα της Βαλκανικής. Μάλιστα, μιλώντας περί γεωγραφικής «σπονδυλικής στήλης» στη Μακεδονία, ο Βενιζέλος έδειξε ότι αντιλαμβανόταν τα όρια της επέκτασης της Ελλάδας στη Βαλκανική χερσόνησο, περιορίζοντας τις ελληνικές απαιτήσεις και «χαλιναγωγώντας» τη Μεγάλη Ιδέα. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα επεκτάθηκε μέχρι την Καβάλα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913), αδυνατώντας να αποκτήσει μία ισχυρή «σπονδυλική στήλη» στη Βαλκανική, ο Βενιζέλος δεν παρέβη τον κανόνα που ο ίδιος έθεσε σε ισχύ, αυτόν των θετικών απωλειών του ελληνισμού, γνωρίζοντας ότι η εναλλακτική λύση, αυτή της διεκδίκησης σύσσωμου του ελληνικού στοιχείου, συνεπαγόταν την επάνοδο της Μεγάλης Ιδέας από το εφικτό στο ιδεατό και το μη υλοποιήσιμο.

Οι επιτυχίες της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913) υπήρξαν πρωτόγνωρες και μεγαλειώδεις τόσο στο πεδίο της μάχης, όσο και στο πεδίο της διπλωματίας. Η Ελλάδα μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους (Οκτώβριος 1912-Αύγουστος 1913) σχεδόν διπλασιάστηκε σε έκταση (αύξηση 90% από 63.211 σε 120.308 km2) και πληθυσμό (αύξηση 79% από 2.631.952 σε 4.718.221 κατοίκους), αποβάλλοντας από πάνω της το σύνδρομο της ήττας του 1897, και κυρίως εκπληρώνοντας -εν μέρει- την κρατική ιδεολογία της.

Οι επιτυχίες της χώρας, ωστόσο, στο πεδίο της μάχης και της διπλωματίας είχαν υπερβεί τα όρια των δυνατοτήτων της. Υπό κανονικές συνθήκες, η επόμενη φάση, στην οποία η χώρα όφειλε να εισέλθει, ήταν εκείνη της εσωτερικής αφομοίωσης αυτών των επιτυχιών των Βαλκανικών Πολέμων. Η γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων, ο ελληνο-οθωμανικός εξοπλιστικός ανταγωνισμός στο Αιγαίο και το ενδεχόμενο ενός διμερούς πολέμου, οι ανθελληνικοί διωγμοί στη δυτική Μικρά Ασία, ο βουλγαρικός αναθεωρητισμός και κυρίως η έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου αποτέλεσαν τα σημαντικότερα εμπόδια στο έργο της αφομοίωσης των κερδών των Βαλκανικών Πολέμων. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1910, ο Βενιζέλος απώλεσε σε αρκετές περιπτώσεις την πραγματική αίσθηση της ισχύος της Ελλάδας, υπερεκτιμώντας τις δυνατότητές της. Αποτέλεσμα της απώλειας αυτής ήταν η προσπάθεια για την εκπλήρωση ορισμένων στόχων και οραμάτων, τα οποία είτε δεν ετίθεντο κατά τα προηγούμενα χρόνια, είτε υπήρχαν μονάχα στη σφαίρα του φαντασιακού της Μεγάλης Ιδέας, με γνωστότερο παράδειγμα την εμπλοκή στη Μικρά Ασία.

Η διπλωματική και στρατιωτική ανάμειξη της Ελλάδας στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας δεν ήταν καρπός μίας μακρόχρονης διανοητικής και πολιτικής διαδικασίας, όπως ήταν η Κρήτη, η Μακεδονία ή η Ήπειρος. Η κρατική ιδεολογία της Ελλάδας μπορεί να συμπεριλάμβανε τη Μικρά Ασία στα αλύτρωτα εδάφη, αλλά το ελληνικό κράτος δεν είχε κινητοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει προετοιμάσει το έδαφος για μία επιθετικότερη δράση στην περιοχή, όπως είχε πραγματοποιήσει στις αλύτρωτες περιοχές των Βαλκανίων. Η Μικρά Ασία, άλλωστε, βρισκόταν εγγύτερα ιδεολογικά με την Κωνσταντινούπολη και τη θεωρία της δημιουργίας ενός ελληνο-οθωμανικού κράτους, παρά με την ελλαδική Μεγάλη Ιδέα με κέντρο την Αθήνα.

Το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα είχε αδρανοποιηθεί κατά τη δεκαετία του 1880, γνωρίζοντας βέβαια εξάρσεις (1897), και τεθεί σε πραγματιστικό πλαίσιο από τον Βενιζέλο, σε συνδυασμό με την απουσία μίας απειλής για τον μικρασιατικό ελληνισμό, όπως ο βουλγαρικός εθνικισμός για τη Μακεδονία και τη Θράκη, συνέβαλαν στην αδράνεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για το Μικρασιατικό ζήτημα. Η εμπλοκή στη Μικρά Ασία ήρθε απρόσμενα, ως αποτέλεσμα του ανθελληνικού διωγμού της κυβέρνησης των Νεοτούρκων την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1914. Παράλληλα, η έξοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μεγάλο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων έναντι της Τριπλής Συνεννόησης κατέστησε –περισσότερο από ποτέ– εφικτό τον μελλοντικό διαμελισμό της (σε περίπτωσή ήττας της), δημιουργώντας στον Βενιζέλο την ιδέα της εκμετάλλευσης αυτής της συγκυρίας προς όφελος των αλυτρωτικών διεκδικήσεων της Ελλάδας.

Στις 11/24 Ιανουαρίου του 1915, ο Βενιζέλος απηύθυνε στον Κωνσταντίνο Α’ το πρώτο του υπόμνημα, στο οποίο παρουσίαζε τα οφέλη της Ελλάδας από μία ενδεχόμενη εμπλοκή στη Μικρά Ασία, ως επόμενο της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, δηλώνοντας πως ήταν πρόθυμος να θυσιάσει την Καβάλα στο όνομα της σωτηρίας του μικρασιατικού ελληνισμού και της δημιουργίας της Μεγάλης Ελλάδας. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17/30 Ιανουαρίου του 1915, ο Βενιζέλος κατέθεσε το δεύτερο υπόμνημά του στον Κωνσταντίνο Α’, στο οποίο ξεκαθάριζε ότι η παραχώρηση της Καβάλας ήταν μία μικρή απώλεια, μπροστά στα κέρδη που θα αποκόμιζε η Ελλάδα από την εμπλοκή της στη δυτική Μικρά Ασία. Συγκεκριμένα, υποστήριζε, ότι παραχωρώντας 2.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους (στην περιοχή Καβάλας–Δράμας) στη Βουλγαρία ως εγγύηση για την ουδετερότητα της, η Ελλάδα θα λάμβανε 125.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στην περιοχή της Σμύρνης και της Προύσας, ανταλλάγματα τα οποία δεν είχαν καν υπαινιχθεί οι δυνάμεις της Αντάντ, δείγμα της αφελούς σκέψης του Βενιζέλου στο Μικρασιατικό.

Βέβαια, οι αναφορές του αρχηγού των Φιλελευθέρων στις θυσίες που όφειλε να προβεί η Ελλάδα δεν ήταν κάτι νέο. Οι θυσίες, όμως, στο βενιζελικό όραμα της Μεγάλης Ιδέας κατά τα προηγούμενα χρόνια εντάσσονταν στο πλαίσιο μίας ρεαλιστικής πολιτικής με εδαφικές υποχωρήσεις προς όφελος της συνεργασίας των βαλκανικών εθνών (ισορροπία ισχύος στα Βαλκάνια) έναντι του κοινού εχθρού. Τον Ιανουάριο του 1915, ο Βενιζέλος δεν πρότεινε ένα σχέδιο ισορροπίας στα Βαλκάνια, αλλά ένα σχέδιο, βάσει του οποίου θα θυσιάζονταν οι πιθανότητες επέκτασης της Ελλάδας στα Βαλκάνια –μαζί με εδάφη που ήδη κατείχε– προς όφελος μία επέκτασης στη δυτική Μικρά Ασία, η οποία μόνο βέβαιη δεν ήταν, καθώς εξαρτάτο όχι μόνο από την ισχύ της Ελλάδας, αλλά από τις βλέψεις των υπολοίπων δυνάμεων στην περιοχή και από τα συμφέροντά τους, ενώ αγνοείτο ο παράγοντας των μουσουλμάνων-τούρκων της Μικράς Ασίας.

Παράλληλα, χρησιμοποιώντας μία συλλογιστική πολύ πιο φιλόδοξη και αιθεροβάμονα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ο Βενιζέλος απέρριπτε σε τέτοιον βαθμό την περίπτωση ενός διμέτωπου πολέμου σε Βαλκάνια και Ανατολία, ώστε θεωρούσε ότι οι μουσουλμάνοι-τούρκοι της Ανατολίας θα αποτελούσαν «νομιμοφρονεστάτους» πολίτες, ενώ οι Βούλγαροι, από την μία θα είχαν ικανοποιηθεί με τις ελληνικές και σερβικές παραχωρήσεις, και από την άλλη θα ήταν απασχολημένοι με την αφομοίωση των δικών τους Νέων Χωρών. Όπως παρατηρεί εύστοχα ο Llewellyn Smith (Llewellyn Smith Michael, Το Όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 2002, σσ. 118-119), «το όραμα της Ιωνίας τύφλωνε τον Βενιζέλο», μετατρέποντας τον από ρεαλιστή, ενδεχομένως και συντηρητικό ως προς τις τοποθετήσεις του για τη Μεγάλη Ιδέα μέχρι τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), σε έναν ριψοκίνδυνο, ίσως και αφελή, πολιτικό, ο οποίος παραβλέποντας την πραγματικότητα, προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την τελευταία μεγάλη (κρίνοντας εκ των υστέρων) ευκαιρία της Ελλάδας να εκπληρώσει το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας.

Ο Βενιζέλος στα επιχειρήματά του υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και της διεκδίκησης της δυτικής Μικράς Ασίας, υπερτόνιζε τον πλούτο της Ανατολής και την οικονομική ευρωστία και αυτάρκεια, που θα αποκτούσε η Ελλάδα, αν προσαρτούσε την περιοχή. Η Ελλάδα θα μετατρεπόταν σε ένα ισχυρό κράτος – παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παράλληλα, θα περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων στα όριά της, ικανοποιώντας όχι μόνο τη Μεγάλη Ιδέα, αλλά και την αποτροπή της εκρίζωσης του μικρασιατικού ελληνισμού από τις εστίες του. Ο Βενιζέλος τόνιζε αρκετά συχνά, ότι η εμπλοκή της Ελλάδας στη δυτική Μικρά Ασία δεν αποτελούσε μονάχα την εκπλήρωση των εδαφικών βλέψεων της χώρας στα αλύτρωτα εδάφη (πολιτική για την οποία κατηγορήθηκε από τον Ι. Μεταξά πως ήταν αποικιακής φύσεως), αλλά και μία αρχή για την διάδοση των αρχών και αξιών της συμμαχίας της Αντάντ (κυρίως ιδέες του φιλελευθερισμού) στην Ανατολή. Χρησιμοποιούσε, επιπλέον, ως επιχείρημά του τα ιστορικά δίκαια του ελληνισμού στην περιοχή, καθώς αυτή παρέμενε επί αιώνες ελληνική.

Η επιμονή του Βενιζέλου στο «Όραμα της Ιωνίας» δικαιώθηκε στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων το 1919. Η επιχειρηματολογία της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Παρίσι διαπνεόταν από δύο βασικές αρχές –επηρεασμένες σε μεγάλο βαθμό από τον φιλελευθερισμό–, αυτήν της συνείδησης των κατοίκων (όχι της γλώσσας), και αυτήν της αυτοδιάθεσης. Για την ισχυροποίηση των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδας επιστρατεύτηκαν επιστήμες όπως η Γεωγραφία και Γεωλογία. Ανάμεσα στις ελληνικές διεκδικήσεις βρισκόταν η περιοχή της μικρασιατικής «Αιγηίδος». Ως Αιγηίδα είχε προσδιοριστεί ο ενιαίος γεωγραφικός χώρος του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας με ακτίνα στο εσωτερικό της περίπου τα 200 km, καθώς αυτή η περιοχή θεωρείτο ως η απαραίτητη ζώνη για την οικονομική αυτάρκεια των παράλιων περιοχών της. Η χρήση της «Αιγηίδος», βέβαια, στην ελληνική επιχειρηματολογία αποσκοπούσε στην αντιστροφή του ελληνικού πληθυσμιακού μειονεκτήματος στη δυτική Μικρά Ασία (800.000 Έλληνες, 1.000.000 Τούρκοι και 100.000 Αρμένιοι), με την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου από τα νησιά του Αιγαίου (Βόρειου και Νότιου).

Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν χρειαζόταν να θέσει ζήτημα ελληνικής απλής πλειοψηφίας, αλλά έλλειψη τουρκικής απόλυτης πλειοψηφίας. Το κέντρο της ελληνικής στοχοθεσίας από τη δημιουργία, μάλιστα, του ελληνικού κράτους, η Κωνσταντινούπολη, μπορεί να μην βρισκόταν στα άμεσα σχέδια του Βενιζέλου, αλλά αποτελούσε μέρος ενός μακροπρόθεσμου συλλογισμού, ο οποίος εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από το Μικρασιατικό ζήτημα και την ελληνική κατοχή της Ανατολικής Θράκης. Η Κωνσταντινούπολη, κατά τον Βενιζέλο, θα περιερχόταν σαν ώριμο φρούτο στην ελληνική κυριαρχία, ως έμμεση συνέπεια της κατοχής της Μικράς Ασίας και της Θράκης, σε συνδυασμό με την αποτυχία του τεχνητού κράτους που προέβλεπε για την Πόλη και τα Στενά.

Η εκπλήρωση του «Οράματος της Ιωνίας» του Βενιζέλου επιτεύχθηκε, όταν, από τη μία, ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2/15 Μαΐου του 1919 και, από την άλλη, περίπου έναν χρόνο αργότερα, με την υπογραφή της «εύθραυστης» Συνθήκης των Σεβρών στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου του 1920. Η Ελλάδα, από «μικρή και έντιμος» προ των Βαλκανικών Πολέμων, έγινε με τη Συνθήκη των Σεβρών η «Ελλάς των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» αποκαθιστώντας τα ιστορικά δίκαια των Ελλήνων στην Ιωνία. Δείγμα της σκέψης του Βενιζέλου αυτήν την περίοδο είναι η αναφορά του στην ισχύ της Ελλάδας λίγο πριν από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωνε ότι εμμένει στη θεωρία περί της σπονδυλικής στήλης στα Βαλκάνια, συμπληρώνοντας, όμως, ότι η ισχύς της χώρας είχε αυξηθεί σε σχέση με το 1913. Τα δεδομένα είχαν μεταβληθεί, κατά τον Βενιζέλο.

Το ελληνικό έθνος ήταν πλέον ισχυρότερο και είχε τη δυνατότητα κατοχής μίας περιοχής με αδύναμη σπονδυλική στήλη στον βορρά, καθώς η υπεράσπισή της ήταν ευκολότερη λόγω της ισχύος του. Γνωρίζοντας ότι ο Βενιζέλος συσχέτιζε πάντα τις ελληνικές θέσεις με τις προθέσεις και τα συμφέροντα των συμμαχικών δυνάμεων (κυρίως της Βρετανίας), αντιλαμβάνεται κανείς, ότι η αναφορά μόνο στην ισχύ της Ελλάδας αντικατόπτριζε τη διαστρεβλωμένη εικόνα του περί της πραγματικής ισχύος της χώρας. Άλλωστε, η Ελλάδα δεν είχε τύχει να δοκιμάσει μόνη της τις δυνάμεις της μέχρι τότε, ώστε να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα περί της πραγματικής ισχύος της. Η Μεγάλη Ιδέα του Βενιζέλου είχε παρεκτραπεί –ίσως από την περίοδο της σύλληψης του «Οράματος της Ιωνίας»– από τον δρόμο του εφικτού, ακολουθώντας τον θελκτικό δρόμο του ανέφικτου.

Την ευνοϊκή συγκυρία μετά από την υπογραφή της συνθήκης στις Σέβρες εκμεταλλεύτηκε ο Βενιζέλος, προκηρύσσοντας εκλογές, στις οποίες θεωρούσε ότι ήταν σχεδόν απίθανο να ηττηθεί. Η ήττα στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 ήρθε εντελώς απρόσμενα στους βενιζελικούς, οι οποίοι, τυφλωμένοι –όπως και στην περίπτωση της μικρασιατικής Μεγάλης Ιδέας– από τον υπέρμετρο εθνικισμό, μέσα σε μία ψευδαίσθηση εσωτερικής ισχύος, δεν σχεδίασαν πραγματιστικά την πολιτική τους. Η απογοήτευση του Βενιζέλου για το αποτέλεσμα των εκλογών αποτυπώθηκε σε μία φράση που διασώζει η Πηνελόπη Δέλτα, ότι «ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται… σήμερα πια την παράτησε τη Μεγάλη Ιδέα».

Η Μεγάλη Ιδέα αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της περιόδου 1912-1922. Κινούμενη σε έναν άξονα ρεαλισμού και επιδίωξης του εφικτού επηρεασμένη από τον βενιζελισμό, η Μεγάλη Ιδέα ξεπέρασε το σύνδρομο της ήττας και της αναμονής των εξελίξεων, με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της Ελλάδας στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Ιούλιο/Αύγουστο του 1913. Βασικό χαρακτηριστικό της βενιζελικής Μεγάλης Ιδέας κατά την πρώτη περίοδο της παραμονής του βενιζελισμού στην εξουσία (1910-1914) ήταν η σύναψη συμμαχιών με σκοπό την ενίσχυση της ισχύος της Ελλάδας έναντι του εκάστοτε εχθρού. Ωστόσο, ο χειρισμός της Μεγάλης Ιδέας σε ρεαλιστικό πλαίσιο δεν διήρκεσε πολύ. Η επιμονή του Βενιζέλου στη συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Τριπλής Συνεννόησης με κέρδος εδαφικές παραχωρήσεις στη δυτική Μ. Ασία, τον ανάγκασε να υιοθετήσει μία σαθρή επιχειρηματολογία, η οποία βασιζόταν πάνω σε ασαφή στοιχεία, είτε εθνολογικά, είτε γεωγραφικά, προτάσσοντας τα οφέλη που θα αποκόμιζε η Ελλάδα, αν προσαρτούσε την Ιωνία.

Η ολοένα αυξανόμενη προσήλωση του Βενιζέλου στο «Όραμα της Ιωνίας» είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνση της βενιζελικής Μεγάλης Ιδέας από τον ρεαλισμό, που τη χαρακτήριζε την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Το δέλεαρ του πλούτου της Ανατολής και της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ώθησαν τον Βενιζέλο να υιοθετήσει μέρος της επιχειρηματολογίας των πολιτικών του 19ου αιώνα, πιστεύοντας ότι τα προβλήματα του ελληνικού κράτους θα λύνονταν με την επέκταση στα αλύτρωτα εδάφη. Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και η Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, επανέφεραν τον Βενιζέλο στην πραγματικότητα με βίαιο τρόπο, δείχνοντάς του το ανέφικτο των ιδεών του και την πραγματική ισχύ της Ελλάδας.

*Ο Αθανάσιος Συροπλάκης είναι Ιστορικός και Μεταπτυχιακός Φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s