Ο ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ

Από την: Βασιλική Σεβαστέλη

Νοηματική ή ψυχολογική επιλογή, συναισθηματικά ή ευγενή κίνητρα, υποκειμενισμός, επίκληση ανώτερης αποστολής, ηθική δικαιολόγηση συνθέτουν την εικόνα του εκ πεποιθήσεως εγκληματία. Ποιος όμως ευθύνεται για την τελική σύνθεση των στοιχείων αυτών; Η ανθρώπινη φύση ή επίδραση της κοινωνίας; Ή μήπως ο συνδυασμός και των δύο μέσω μιας διαδικασίας ανατροφοδότησης;

Αποδομὠντας το προφίλ του εκ πεποιθήσεως εγκληματία (convictional criminal) αποκαλύπτουμε την εικόνα ενός προσώπου που διακατέχεται από μια βαθιά και ακλόνητη πεποίθηση, την πεποίθηση ότι πρέπει να εγκληματεί. Δίνοντας έναν πρώτο ορισμό, ιδεοληπτικός εγκληματίας χαρακτηρίζεται το ιδεολογικά ταγμένο και πεπεισμένο άτομο για την αναγκαιότητα της εγκληματικής πράξης στην οποία προβαίνει. Αυτό σημαίνει ότι η διερεύνηση για την σκιαγράφηση του προφίλ του εκ πεποιθήσεως εγκληματία έχει ένα σαφές ψυχολογικό υπόβαθρο και δεν θα πρέπει να εμείνει στα όρια της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλά να εμβαθύνει στην φύση της ανθρώπινης συνείδησης.

Σύμφωνα με την εγκληματολογική τυπολογία και κατά την συγγραφική γραφίδα του Κ. Γαρδίκα, εξέχοντος νομικού και καθηγητή εγκληματολογίας, οι εγκληματίες εκ πεποιθήσεως, εφεξής ε.π.ε., διέπονται από την σύγκρουση ανάμεσα στην ¨πεποίθηση¨ και το ¨ έγκλημα¨ και είναι ¨οι τελούντες το έγκλημα διότι θεωρούσιν εαυτούς υπόχρεούς προς τούτο, ένεκεν ηθικής, θρησκευτικής ή πολιτικής πεποιθήσεως¨

Η σύγκρουση αυτή μετουσιώνεται σε ένα ιδιάζον βίωμα. Ο ε.π.ε. καθοδηγείται από ένα ηθικό χρέος που τον υποχρεώνει να διαπράξει το έγκλημα. Στα δικά του μάτια η παράνομη πράξη φαντάζει ορθή και επιβεβλημένη και βρίσκεται πέρα και έξω από την αντίληψη περί δικαίου και δικαιοσύνης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, τα άτομα που θα οδηγηθούν στο έγκλημα λόγω των πεποιθήσεων τους, δηλαδή λόγω σταθερής και ακλόνητης αποδοχής κάποιας αλήθειας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ακαταλόγιστα, καθώς η πράξη τους είναι προϊόν βαθιάς εσωτερικής διεργασίας που τους οδηγεί με βεβαιότητα, υποκειμενική βέβαια, στο τι είναι ορθό και τι όχι.

Ο ε.π.ε. βιώνει μια κατάσταση παράφορης αδικίας με κύριο υπεύθυνο το κοινωνικό-οικονομικό και πολιτικό καθεστώς, την οποία αδικία θα πρέπει να τερματίσει υλοποιώντας μια σημαντική αποστολή που του ¨επιτάσσει¨ το κοινωνικό σύνολο. Κατά τον εγκληματολόγο Pinatel, τα εγκλήματα αυτά ονομάζονται ψευδοαπονεμητικά της δικαιοσύνης και οι δράστες επιδιώκουν να αποδώσουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν δίκαιο. Η πράξη τους συνυπάρχει με τον αλτρουισμό και με μια βαθιά ριζωμένη ιδεολογία που δικαιολογεί τον εκδικητικό χαρακτήρα του εγκλήματος. Μολονότι ότι ο ε.π.ε είναι σε θέση να αντιληφθεί την τυπική διάκριση του δικαίου και του αδίκου, την αναιρεί και την προσαρμόζει στα δικά του μέτρα και σταθμά, δικαιολογώντας τις επιλογές του μέσω των ιδεολογιών που κυριεύουν το μυαλό του.

Ο ιδεοληπτικός εγκληματίας βρίσκεται μπροστά από ένα παραμορφωτικό καθρέπτη, που του δείχνει την δική του πραγματικότητα, όπως την φαντάζεται και την επιθυμεί ο ίδιος. Ζει στον δικό του κόσμο, ο οποίος ορίζεται από τους δικούς του κανόνες και την δική του ηθική. Παράλληλα στέκει απαθής, με μια αξιοσημείωτη συναισθηματική αδιαφορία έναντι στον πόνο του άλλου, τα δικά του θέλω και πιστεύω δεν του επιτρέπουν να νιώσει τίποτα άλλο παρά μόνο το πως θα τέρψει την δική του ψυχή.

Εμβαθύνοντας στα κίνητρα του δράστη θα μπορούσε με ασφάλεια να λεχθεί ότι, είναι παράγοντες που δημιουργούν την τάση που είναι απαραίτητη για την κινητοποίηση, την έναρξη ή τον τερματισμό μιας συμπεριφοράς. Κατά την Α. Γιωτοπούλου -Μαραγκοπούλου, καθηγήτρια εγκληματολογίας και ανακριτικής, η οποία διετέλεσε Πρύτανης του Παντείου πανεπιστημίου, τα κίνητρα χρησιμεύουν ως ¨δείκτες¨  για την ύπαρξη συνήθειας ή αδυναμίας στην τέλεση του εγκλήματος, την πιθανότητα επανάληψης της εγκληματικής πράξης, τη σοβαρότητα πιθανής παρανομίας, τη βαθύτερη αιτία της παράνομης συνήθειας, την ύπαρξη ή όχι ψυχικής ανωμαλίας και την κυριαρχία που μπορεί να έχει αυτή πάνω στον δράστη. Τί είναι όμως το κίνητρο ή κύκηθρον, εκ του κυκάω, που σημαίνει ανακατώνω, ταράσσω; Τα κίνητρα είναι μηχανισμοί της ανθρώπινης ύπαρξης και αποτελούν στοιχεία που διαφωτίζουν την προσωπικότητα του εκάστοτε δράστη. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το κίνητρο ως νοηματοδότη της κοινωνικής συμπεριφοράς. Όσο αφορά τη σχέση κινήτρου και σκοπού, πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκοπός είναι το ¨τέλος¨ ενώ το κίνητρο η πηγή της πράξης.
Για την βαθύτερη κατανόηση του ψυχολογικού προφίλ του ε.π.ε. θα προχωρήσουμε στην εξέταση της  υπόθεσης ¨Δαγκλή¨, που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στα ελληνικά αστυνομικά και ποινικά χρονικά καταδεικνύοντας την έννοια της  έμμονης ιδέας και την δίψα για εκδίκηση ως βασικό κίνητρο του ιδεοληπτικού εγκληματία.

Ο Αντώνης Δαγκλής, γνωστός ως ο δολοφόνος των ιερόδουλων, διέπραξε μία σειρά από αποτρόπαια εγκλήματα. Οι εγκληματικές του ενέργειες στρέφονται κατά μια συγκεκριμένης ομάδας προσώπων, κατά των ιερόδουλων. Η έναρξη της δράσης του τοποθετείται χρονικά τον Οκτώβριο του 1995, όπου στην Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας εντοπίστηκε το άψυχο σώμα της 29χρονης ιερόδουλης Ελένης Π. Ο 22χρονος δολοφόνος αφού στραγγάλισε την νεαρή κοπέλα, της αφαίρεσε τα σπλάχνα, έκοψε τις θηλές της και στο τέλος τεμάχισε το άψυχο σώμα της. Οι αρχές δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον δράστη και δύο μήνες αργότερα, βρέθηκε το πτώμα του δεύτερου θύματος του, της ιερόδουλης Αθηνά Λ. Το πτώμα της βρέθηκε τυχαία στον Βοτανικό από περαστικούς. Κατά την σύλληψη του ομολόγησε ότι σκότωσε με τον ίδιο τρόπο και άλλη μια νεαρή κοπέλα, της οποίας το πτώμα δεν μπόρεσε να εντοπιστεί από την αστυνομία.

Η δίκη πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1997. Οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν κατέληξαν στο ότι δεν έπασχε από καμία ψυχική νόσο και του διέγνωσαν μόνο την σεξουαλική διαστροφή. Στον δράστη δεν αναγνωρίστηκε το ακαταλόγιστο γεγονός που τον οδήγησε στην κατηγορηματική καταδίκη του. Η ετυμηγορία ήταν 13 φορές ισόβια και χαρακτηρίστηκε ως ποινή ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα καθώς ήταν η μεγαλύτερη ποινή που είχε επιβληθεί σε καταδικασθέντα μετά την κατάργηση της θανατική ποινής στην Ελλάδα.

Η πρακτική που ακολουθούσε ο δράστης ήταν η ίδια, απαγχονισμός κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και έπειτα διαμέλιζε το άψυχο σώμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δαγκλής προβαίνει σε ¨over killing¨,  ένα υπέρ σκότωμα , δηλαδή ενώ το θύμα έχει πλέον εκπνεύσει από στραγγαλισμό εκείνος προχωρεί σε μια περιττή άσκηση βίας, τεμαχίζει το σώμα και σκορπίζει τα μέλη του. Η πράξη του αυτή εξωτερικεύει τον ψυχικό του κόσμο, το μίσος που τον κυριεύει, όχι όμως για το συγκεκριμένο πρόσωπο που δολοφονεί αλλά για μια ομάδα προσώπων, όλες τις ιερόδουλες.

 

Προσπαθώντας να εντοπίσουμε τον κινητήριο μοχλό που πυροδότησε την δημιουργία μιας ταραγμένης ψυχοσύνθεσης, ανατρέχουμε στο παρελθόν του 22χρονου δράστη. Ο Αντώνης Δαγκλής γεννήθηκε το 1974 στην Κοκκινιά της Νίκαιας, μεγάλωσε με στερήσεις σε ένα περιβάλλον καθημερινής βίας με θύτη τον πατέρα του, ο οποίος πέθανε όταν ο Δαγκλής έφτασε τα δώδεκα του χρόνια, αφήνοντας πίσω του μόνο βίαιες αναμνήσεις, ψυχολογικά τραύματα και χρέη. Στα 16 του εξέτισε ποινή έξι μηνών σε αναμορφωτήριο ως επακόλουθο της καταδίκης του για αποπλάνηση ανήλικης. Το διάστημα εκείνο η μητέρα του λόγω των οικονομικών δυσχερειών αναζήτησε δουλειά σ ένα κακόφημο μπαρ, γεγονός που όπως αποκαλύφτηκε αργότερο έπαιξε τον πιο καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση του ανήλικου τότε Δαγκλή. Όταν πληροφορήθηκε από έναν γείτονα για την δουλειά της μητέρας του έσπευσε ο ίδιος να επιβεβαιώσει την πληροφορία αυτή με αποτέλεσμα να την δει με ένα πελάτη. Αυτό αποτέλεσε το σημείο μηδέν για τον Δαγκλή, παρά τις προσπάθειες της μητέρας του να τον πείσει για το αντίθετο για εκείνον ήταν πλέον αργά. Στην ανάκριση του αργότερα θα ομολογήσει ότι έβλεπε τη μητέρα του κάθε φορά στο πρόσωπο των ιερόδουλων, ¨κάθε φορά νόμιζα πως σκότωνα εκείνη¨

Είναι προφανές ότι διέπεται από μια έμμονη ιδέα, η εξόντωση των ιερόδουλων είναι αυτοσκοπός για αυτόν , στο πρόσωπο τους βλέπει τα διαλυμένα παιδικά του χρόνια, την βία, την ίδια την μητέρα του. Η εμμονή κατατρέχει όλου του το είναι, τον διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα και τον ωθεί στις αποτρόπαιες πράξεις που εν τέλει θα διαπράξει.

Κατά την απολογία του ανέφερε μεταξύ άλλων ¨ Πήγαινα μαζί τους για μια σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει, τη μητέρα μου με κάποιον…Δεν θυμάμαι πως έφτανα μέχρι εκεί. Εκείνες τις στιγμές ήμουν εκτός εαυτού. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι ένιωθα. Τα πτώματα τα τεμάχισα μάλλον από μίσος (…) Συνεχίζω να τις μισώ. Δεν ξέρω γιατί. Άκουγα φωνές, πάντα είχα αυτή την επιθετικότητα, Είναι θολό το μυαλό μου..¨

Ποιος ευθύνεται εν τέλει, η ανθρώπινη φύση ή κοινωνία; Επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα που τέθηκε, και οδηγούμαι στην απάντηση ότι η εγκληματικότητα για τους ε.π.ε. δεν οφείλεται απλά σε ένα βιολογικό χαρακτηριστικό, ούτε μεμονωμένα σε μια πληθώρα περιβαλλοντικών παραγόντων αλλά οφείλεται σε μια διαδικασία ανατροφοδότησης των δύο παραπάνω στοιχείων. Χαρακτηριστικά που μπορεί να υπάρχουν στον άνθρωπο ως ένα βαθμό, όπως για παράδειγμα η επιθετικότητα, δεν είναι αρκετά για να σμιλέψουν από μόνα τους την εικόνα του εκ πεποιθήσεως εγκληματία. Η εγκληματικότητα δεν ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση αλλά καλλιεργείται και αναλόγως των περιβαλλοντικών παραγόντων είναι δυνατόν να ¨ριζώσει¨ στο μυαλό του δράστη και να μετατραπεί σε ιδεολογία, δημιουργώντας έτσι τον εκ πεποιθήσεως εγκληματία και οδηγώντας τον σε μονοπάτια χωρίς γυρισμό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s