LES MISERABLES

Από τη : Δήμητρα Καπρούλια

157 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΙΩΝ

ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΥΜΝΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Εάν μπορούσε κανείς να αφιερώσει ‘μία αιωνιότητα και μία ημέρα’ για να διαβάσει το Αριστούργημα του Βίκτωρος Ουγκώ θα διαπίστωνε πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν παρουσιαζόταν ποτέ πιο θεϊκή και ταπεινή. Ο πόνος, το αδιέξοδο της ηθικής, η αγωνία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η βδελυγματική κακία των απόκληρων του Παρισιού, τα χαμίνια, αποκαμωμένα από συναισθήματα, μα γεμάτα ζωή και ελπίδα, η αγωνία και το φούντωμα στα σπλάχνα των κατοίκων που αναμένουν σα θείο δώρο την έκρηξη των επαναστατών αποτυπώνονται με μοναδικότητα για την εποχή εκείνη από έναν συγγραφέα βαθιά θρησκευόμενο, μα προδομένο από τη μεταναπολεόντεια εποχή.

Αυτή ακριβώς τη θρησκευτικότητα ανυψώνει ο Ουγκώ στα μάτια του Επισκόπου, που καθαγιάζει από τον Γιάννη Αγιάννη την κακία, τον φθόνο της εκδίκησης, το μίασμα του καταδίκου. Σαν νέος Βαπτιστής εξαγνίζει με το ασήμι του Θεού την ‘απιστία’ του Γιάννη Αγιάννη προς τους ανθρώπους. Το χαμένο αποπαίδι Του, ο κατάδικος με την υπεράνθρωπη δύναμη καλείται να αποτινάξει το ζυγό του φθόνου, της κακίας και να περιδιαβεί στα μονοπάτια της θείας συγχώρεσης, της αγάπης και της πίστης. Γεννιέται όχι για να μισεί, μα για να αγαπά. ( Σοφοκλής, Αντιγόνη, στίχος 523).  Πλέον η ψυχή του ΄πωλήθηκε’ και μάλιστα πολύ ακριβά στον Δημιουργό των Πάντων. Η διάχυτη θρησκευτική λατρεία προσδίδει θα έλεγε κανείς ένα μυστηριακό κλίμα στο όλο κείμενο και προτρέπει τον αναγνώστη να λησμονήσει τα πάθη και τα μίση και να γίνει ένα με τον Γιάννη Αγιάννη.

Την ανάγκη στροφής προς το Θεό και την αγάπη που Αυτός δίδαξε δε φαίνεται να συνερίζεται μεγάλη μερίδα των πρωταγωνιστών. Το καίριο ερώτημα ΄γεννά η άδικη κοινωνία, άδικους ανθρώπους ή οι άδικοι άνθρωποι τον άδικο νόμο’ αιωρείται πάνω από τους δρώντες σα τη δαμόκλειο σπάθη, έτοιμη να τεμαχίσει κάθε ίχνος απειροελάχιστης ανθρωπιάς που δείχνουν να διαθέτουν. Ένας προδομένος από το νόμο Ιαβέρης, ένας πεισματάρης, επαναστάτης Μάριος, ένα άθυρμα φθόνου και κακίας, ο Θερναδιέρος, μια αχτίδα αγάπης και φωτός, η Τιτίκα κονταροχτυπιούνται στην αρένα του ανθρώπινου νόμου, του θείου νόμου, της αγάπης, του μίσους και της ηθικής.

Ο Ιαβέρης, αιώνιος θεματοφύλακας του ανθρώπινου, μα σκληρού και απάνθρωπου νόμου βρίσκεται πρώτη φορά αντιμέτωπος με το θείο νόμο, τη θεία συγχώρεση, τη θεία παραγραφή των αδικημάτων, που απορρέουν από την κοινωνική αδικία, τη φθορά που προκαλεί στην ψυχή η σκληρή αντιμετώπιση ενός πεινασμένου νεαρού, που τον χωρίζει από την εξάλειψη της πείνας του ένα τζάμι και ένας κανόνας δικαίου. Έρχεται ουκ ολίγες φορές αντιμέτωπος με το φοβερό τέρας του εσωτερικού του αισθήματος δικαιοσύνης που συγκρούεται ανελέητα με τις επιταγές της βάναυσης γαλλικής νομοθεσίας, που θέλει το παιδί να πεινά, τη γυναίκα να εκπορνεύεται και τον άνδρα να λυγίζει μέρα με τη μέρα. Οι νόμοι όμως πρέπει να τηρούνται. Αυτό επιτάσσει  η ηθική του Ιαβέρη, που αναδυόμενος σταδιακά από τη σαπίλα της πορνείας και της μέθης των προγόνων του, εξελίσσεται σε έναν ανώτατο αξιωματικό, στην απέλπιδα προσπάθειά του να αποτινάξει και αυτός με τη σειρά του το στίγμα της ανομίας που κουβαλούσε η μήτρα του στις πλάτες της.

Ο Θερναδιέρος δε γνωρίζει παρά τη δύναμη του χρήματος. Αντιπροσωπεύει το κομμάτι αυτό  του ανθρωπίνου γένους, που υποτάσσεται στην προσωρινή ασφάλεια και ικανοποίηση που προσφέρει το δόλιο, εύκολο χρήμα, ζει για την παγαποντιά, τον ανθρώπινο τζόγο του πόνου, εξαργυρώνει τις ελπίδες χαμένων μητέρων που δε ζητούν παρά να προσφέρει λίγη αγάπη στην κόρη τους. Κρατά πάντα στις τσέπες του αποδεικτικά στοιχεία που προδίδουν τα εγκλήματά του, πάντα πρόθυμος να καταδώσει στην αστυνομία όποιον πιάσει το ποντικίσιο μάτι του για να πιάσει λαβράκι, να καλύψει τις δικές του ψυχικές ακαθαρσίες. Σπιλώνει ονόματα και υπολήψεις, όπως εύκολα καλύπτει η λάσπη του βούρκου όλα τα εύφορα χωράφια. Αντιπροσωπεύει ωστόσο όλα τα κρυφά πάθη και μίση που αδυνατεί πολλές φορές να εκδηλώσει ο μέσος δειλός άνθρωπος, στην χείριστη εκδοχή του. Είναι η ωμή κακία, ο ωμός φθόνος, το πεντακάθαρο ψέμα, το αδιάψευστο φαρμάκι που δηλητηριάζει οτιδήποτε γλυκό, προτού ακόμα αυτό γεννηθεί.

Ο Μάριος, ένας νέος με ισχυρό επαναστατικό πνεύμα, μα δειλός μπροστά στη συγχώρεση. Ανυψώνει την ψυχή στο πεδίο της μάχης, μα χαμηλώνει το κεφάλι στον έρωτα και δειλιάζει στην απόλυτη αλήθεια που πετάει κατάχαμα στα πόδια του ο Γιάννης Αγιάννης. Αρνείται σε έναν πατέρα, με όλη την έννοια της λέξης, ασχέτως δεσμών αίματος, να βλέπει το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που φωτίζει την σκοτεινή και έρημη κατά τον ίδιο ψυχή του. Στο τέρας της νομικής αυθεντίας παραγκωνίζει τον ήλιο, πατέρα υπόδειγμα, από ένα μπουμπούκι που άνθισε χάρι σε αυτό του το φως. Θολωμένος από αγνό έρωτα, αυτή την πρώτη αίσθηση κάθε νέου, που νιώθει να αναγεννάται και να πετάγονται από τα σπλάχνα του τα πάθη και να φωλιάζουν στο κορμί της Τιτίκας, νιώθει απαξία για το κεκαλυμμένο απαύγασμα της καλοσύνης και του αλτρουισμού, αφού αυτό φαντάζει στα μάτια του ένας σωρός από λάσπη που θα σκεπάσει την ευτυχία του.

Η Τιτίκα, ένα αγνό, παρθένο ψυχή τε και σώματι κορίτσι, που γνώρισε από μικρή τη σκληρή  ωαλήθεια των ανθρώπων. Κανείς δε χαρίζει σε κανέναν. Κανείς δεν αγαπά χωρίς αντάλλαγμα, κανείς δεν δίνει χωρίς να πάρει. Ζει από την πιο τρυφερή της αθωότητα το φθόνο, τη ζήλεια, την εκμετάλλευση. Και ας μη το καταλαβαίνει. Το παιχνίδι, την ξεγνοιασιά, την αγάπη, την ασφάλεια, την αίσθηση της σιγουριάς  θα τα γνωρίσει στα χέρια του κατάδικου, που κυνηγούν αδυσώπητα ο Ιαβέρης και η κοινωνία της Γαλλίας, που χλευάζει κατάματα ο Μάριος, λησμονώντας πως από το αγκάθι βγήκε το ρόδο του.

Σε ένα κρεσέντο μίσους και αδικίας, ο Γιάννης Αγιάννης θα γυρίσει το πρόσωπο για να δεχτεί τον πόνο και από το άλλο μάγουλο. Θα δώσει ζωή σε μία ετοιμόρροπη πόλη. Θα διδάξει την ευγένεια, το σεβασμό, τη λιτότητα και την ευσπλαχνία. Θα συγχωρήσει δίχως όρια, θα δώσει αγάπη και στοργή, παρόλο που σε όλη του τη ζωή θα λάβει φθόνο, κακία, μίσος. Ένας κατάδικος, ένα μίασμα της συντηρητικής Γαλλίας θα δώσει πνοή ζωής σε ένα ορφανό κορίτσι για να κρατήσει την υπόσχεση που έδωσε στην μητέρα του. Θα αφήσει ελεύθερο τον Ιαβέρη, αφού πιστεύει ακράδαντα στη δύναμη του Θεού να συγχωρεί ακόμη και τους πιο άδικους. Ένας κοινωνικός απόκληρος θα διδάξει στον ίδιο το νόμο που σπίλωσε την ψυχή του, τί είναι δίκαιο και πρέπον. Θα αρνηθεί να επωμιστεί ευθύνες ψυχικές και ηθικές, που ανήκουν μόνο στο Θεό, θα προσφέρει τον εαυτό του για να σώσει το αναίσθητο κουφάρι του ανθρώπου, που αργότερα θα του δείξει την πόρτα.

Λέγεται πως υπάρχουν ελληνικές λέξεις που δε μεταφράζονται σε καμιά ξένη γλώσσα. Ο Βίκτορ Ουγκώ δε χρειάζεται να τις μεταφράσει. Τις περιγράφει με διεξοδικό τρόπο στο αριστούργημά του. Το φιλότιμο, η παλικαρίσια ορμή και το παλικαρίσιο ήθος, το μαράζι, η επίδειξη και ανύψωση της ψυχής μπροστά στο μίσος. Δε χαρακτηρίζεται άδικα ως ένα από τα πιο αξιόλογα κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας αλλά και της συγγραφικής δημιουργίας εν γένει. Πάνω απ’ όλα όμως θεωρείται το απαύγασμα της αγάπης, της συμπόνοιας, της συγχώρεσης, πιστή αντιγραφή της μοναδικής φράσης της Αντιγόνης : «Οὒτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν»

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s