ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4554/2018 ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΟΥ.

Από τον :  Αντώνη Μιχελόγγονα

Στο άρθρο 9 παρ. 1 του Νόμου 4554/2018 ορίζεται μεταξύ άλλων ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναθέτει, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την εκτέλεση έργου ή τμήματος έργου (αναθέτων) σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργολάβο) ευθύνεται εις ολόκληρον και αλληλεγγύως με τον εργολάβο έναντι των εργαζομένων του τελευταίου για την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών, ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και των τυχόν οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης. Η ανωτέρω ευθύνη περιορίζεται στα δικαιώματα των εργαζομένων που απορρέουν από τη συμβατική σχέση μεταξύ του αναθέτοντα και του εργολάβου για το συγκεκριμένο έργο ή τμήμα έργου.».

Εν ολίγοις, με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται εις ολόκληρον ευθύνη του εργοδότη-αναθέτοντος τη σύμβαση έργου απέναντι στους εργαζομένους του εργολάβου για τυχόν οφειλόμενες αποδοχές, ασφαλιστικές εισφορές ή αποζημιώσεις απόλυσης, εφόσον η σχετική υποχρέωση του εργολάβου γεννήθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης του έργου. Ο Νόμος δημοσιεύτηκε στις 18 Ιουλίου 2018 (Φ.Ε.Κ. 130 Α’) και η ισχύς της συγκεκριμένης διάταξης εκκινεί από τη δημοσίευση.

Όπως είναι γνωστό, με τη σύναψη σύμβασης έργου ο ένας συμβαλλόμενος (εργολάβος) αναλαμβάνει την εκτέλεση του έργου και ο έτερος συμβαλλόμενος (εργοδότης) αναλαμβάνει να τού καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρο 681 Α.Κ.). Το βασικό χαρακτηριστικό που την διαφοροποιεί από άλλες συμβάσεις είναι η εξάρτηση της καταβολής της αμοιβής από την επίτευξη του συμφωνηθέντος αποτελέσματος. Πρόκειται, δηλαδή, για αμφοτεροβαρή σύμβαση στην οποία η υποχρέωση του εργοδότη για εκπλήρωση της παροχής ξεκινά από την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου (άρθρο 374 επ. Α.Κ.).

Η εξάρτηση καταβολής της αμοιβής από την εκτέλεση του έργου και μάλιστα, εφόσον αυτό πληροί τις προϋποθέσεις των οικείων διατάξεων (έλλειψη πραγματικών ελαττωμάτων, ύπαρξη συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.ο.κ.), έχει προσδώσει στη σύμβαση έργου αυξημένη κοινωνική και οικονομική χρησιμότητα στις συναλλαγές. Γίνεται, ωστόσο, ευχερώς αντιληπτό ότι η νέα ρύθμιση του άρθρου 9 του Νόμου 4554/2018 και η εις ολόκληρον ευθύνη εργοδότη και εργολάβου απέναντι στους εργαζομένους του τελευταίου εισάγει μείζονα διάσπαση στο χαρακτήρα της σύμβασης έργου, ακυρώνοντας μεγάλο μέρος της ως άνω χρησιμότητάς της.

Κατ’ αρχάς, στο πλαίσιο λειτουργίας οικονομικών οντοτήτων στην αγορά, υπάρχουν εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό ή σχετική αδειοδότηση. Μπορεί, ωστόσο, ως εκ της φύσεώς τους οι εργασίες αυτές να μην εκτελούνται σε καθημερινή ή εν πάση περιπτώσει σε συχνή βάση. Για παράδειγμα, ένα ξενοδοχείο χρησιμοποιεί δεξαμενές, των οποίων απαιτείται περιοδικός καθαρισμός, που μπορεί να διενεργηθεί μόνο από εξειδικευμένα συνεργεία με ανάλογο εξοπλισμό. Προφανώς το ξενοδοχείο δεν μπορεί να έχει ως μόνιμο προσωπικό με σύμβαση εργασίας τα συνεργεία, όταν τις υπηρεσίες τους χρειάζεται μόνο λίγες ημέρες το χρόνο, ούτε μπορεί να κατέχει το σχετικό εξοπλισμό για να τον χρησιμοποιεί μία-δύο φορές ετησίως.

Σε συμβάσεις, όπως οι ανωτέρω, αλλά όχι μόνο, τα μέρη αποβλέπουν αποκλειστικά στο συμφωνηθέν αποτέλεσμα, η μη επίτευξη του οποίου καθιστά τη σύμβαση στερούμενη χρησιμότητας. Αυτό αφορά τόσο τον εργοδότη, που επιθυμεί την εκτέλεση του έργου, όσο και τον εργολάβο, που υποχρεούται να εκτελέσει μόνο το έργο προκειμένου να αξιώσει την αμοιβή. Η βασική του υποχρέωση είναι η προσήκουσα, εμπρόθεσμη κ.ο.κ. ολοκλήρωση του έργου. Σε περίπτωση μη επίτευξης του συμφωνηθέντος αποτελέσματος δεν έχει κανένα νόημα η καταβολή της αμοιβής.

Ας υποθέσουμε ότι ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος αναθέτει σε ένα συνεργείο επισκευών να αποκαταστήσει μια σπασμένη τζαμαρία. Έτσι, συνάπτει τη σύμβαση αποβλέποντας αποκλειστικά στην αποκατάσταση της τζαμαρίας, όχι στην παροχή της εργασίας του συνεργείου. Ο εργολάβος υποχρεούται αποκλειστικά σε αυτό και, αν το κάνει, έχει αξίωση για την καταβολή της αμοιβής, ανεξαρτήτως, για παράδειγμα, του αριθμού των εργαζομένων που χρησιμοποίησε. Αντιστοίχως, ο εργοδότης αν δεν αποκατασταθεί η τζαμαρία, δεν έχει κανένα λόγο να καταβάλει αμοιβή, καθώς αυτή δεν αποτελεί αντιπαροχή για την εργασία του συνεργείου, αλλά για την προσήκουσα, εμπρόθεσμη κ.ο.κ. εκτέλεση του έργου.

Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, με τη νέα ρύθμιση ο εργοδότης καθίσταται αυτομάτως συνυπόχρεος με τον εργολάβο απέναντι στους εργαζομένους του τελευταίου για αποδοχές, ασφαλιστικές εισφορές και αποζημιώσεις απόλυσης, εφόσον η σχετική υποχρέωση-υπερημερία του εργολάβου γεννηθεί κατά την εκτέλεση της σύμβασης έργου. Δημιουργείται, δηλαδή, υποχρέωση του εργοδότη προς παροχή, ανεξαρτήτως της εκτέλεσης ή μη του έργου, και μάλιστα όχι απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, αλλά απέναντι στα όργανα αυτού. Εν ολίγοις, καταργείται η προϋπόθεση της προσήκουσας, εμπρόθεσμης κ.ο.κ. εκτέλεσης του έργου για την καταβολή του εργοδότη, εφόσον ο εργολάβος απασχολεί εργαζομένους στo πλαίσιo της σύμβασης.

Στο προηγούμενο παράδειγμά μας, αν ο επικεφαλής του συνεργείου καταστεί υπερήμερος ως προς τις αποδοχές των μελών του συνεργείου ή τις ασφαλιστικές τους εισφορές πριν την ολοκλήρωση του έργου, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος θα είναι υποχρεωμένος να τις καταβάλει χωρίς να έχει ολοκληρωθεί το έργο. Έτι περαιτέρω, αν στο παράδειγμά μας διακοπεί η συνεργασία εργοδότη-εργολάβου με υπαιτιότητα του τελευταίου, χωρίς να ολοκληρωθεί η αποκατάσταση της τζαμαρίας, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ενώ με το προγενέστερο καθεστώς δε θα όφειλε στον επικεφαλής του συνεργείου, τώρα θα οφείλει στο προσωπικό του συνεργείου αποδοχές, ασφαλιστικές εισφορές κ.ο.κ., που δεν καταβλήθηκαν από τον εργολάβο, και μάλιστα χωρίς να προσδοκά επίτευξη του έργου από τη συνολική συνεργασία! Σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή, θα ευθύνεται σαν να είναι εργοδότης σύμβασης εργασίας, ενώ θα είναι εργοδότης σύμβασης έργου.

Η ως άνω σύγχυση μεταξύ σύμβασης έργου και σύμβασης εργασίας αποτυπώνεται και σε άλλες ρυθμίσεις της διάταξης. Η συμπερίληψη των αποζημιώσεων απόλυσης στην ως άνω διάταξη γεννά, επίσης, απορία. Ως γνωστόν, η παροχή αποζημίωσης απόλυσης αποτελεί ένα δικαίωμα του εργαζομένου που συνδέεται άμεσα με τη σύμβαση εργασίας, καθώς γεννάται σε περίπτωση καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη. Πώς μπορεί να σχετίζεται ο εργοδότης της σύμβασης έργου με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, στην οποία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Την ως άνω απορία ενισχύει έτι περαιτέρω η διευκρίνιση του Νόμου ότι ο εργοδότης καθίσταται υπόχρεος μόνο αν το σχετικό δικαίωμα του εργαζομένου στην αποζημίωση απόλυσης απορρέει από τη συγκεκριμένη σύμβαση έργου. Ο εν λόγω περιορισμός, εφόσον γίνει αποδεκτή επί της αρχής η εις ολόκληρον ευθύνη εργοδότη-εργολάβου, είναι αναγκαίος για τις αποδοχές και τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, αφενός, επειδή οι σχετικές υποχρεώσεις του εργολάβου είναι δυνατόν να επιμεριστούν και κατά κάποιο τρόπο να καταλογιστούν στην εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης (π.χ. βάσει του συγκεκριμένου χρόνου απασχόλησης), αφετέρου, επειδή χωρίς αυτόν μπορεί να βρεθεί ο εργοδότης να ευθύνεται για υποχρεώσεις του εργολάβου που γεννήθηκαν από την εκτέλεση άλλων συμβάσεων ή εργασιών. Στο παράδειγμά μας, χωρίς τον περιορισμό θα μπορούσε ο ιδιοκτήτης του καταστήματος να βρεθεί υπεύθυνος για οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων από τις εργασίες αποκατάστασης της τζαμαρίας του διπλανού καταστήματος! Κατά κάποιον τρόπο ο εργοδότης θεωρείται συνυπεύθυνος εξαιτίας της ωφέλειάς του από την απασχόληση των εργαζομένων για το έργο. Όπως γίνεται, όμως, αντιληπτό, η εφαρμογή του ίδιου περιορισμού για τις αποζημιώσεις απόλυσης είναι αντικειμενικά αδύνατη. Όπως προαναφέρθηκε, η αποζημίωση απόλυσης αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Πώς μπορεί να συνδεθεί με την εκτέλεση της εκάστοτε σύμβασης έργου και, έτι περαιτέρω, πώς μπορεί να περιοριστεί αναλόγως η ευθύνη του εργοδότη της σύμβασης έργου; Στο παράδειγμά μας, αν υπήρχαν οφειλόμενες αποδοχές, η ευθύνη του εργοδότη θα μπορούσε να περιοριστεί ανάλογα με τις ημέρες απασχόλησης των εργαζομένων στο συμφωνηθέν έργο. Στις αποζημιώσεις απόλυσης ποιος ανάλογος περιορισμός μπορεί να γίνει, ώστε να αποφύγει ο εργοδότης την ευθύνη για το σύνολο αυτών;

Επιπροσθέτως, η ως άνω διάταξη εισάγει μια δυσανάλογη μεταφορά του επιχειρηματικού κινδύνου στον εργοδότη της σύμβασης έργου, επιβαρύνοντάς τον με υποχρεώσεις από συμφωνίες στις οποίες δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος. Ο εργοδότης-αναθέτων δεν έχει συμμετάσχει στη σύναψη της σύμβασης εργασίας εργολάβου-εργαζομένων και κατ’ επέκταση δεν έχει λάβει μέρος στη διαπραγμάτευση και στη συνομολόγηση των επιμέρους όρων. Με την εις ολόκληρον ευθύνη του μπορεί να βρεθεί δεσμευμένος από συμφωνίες του εργολάβου, που ενίοτε μπορεί να μη συνδέονται καθόλου με το έργο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια άτυπη σύμβαση εις βάρος τρίτου. Στο παράδειγμά μας, αν ο επικεφαλής του συνεργείου έχει συμφωνήσει εξωπραγματικές απολαβές με τους εργαζομένους του, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος θα βρεθεί υπεύθυνος για μια κακή διαπραγμάτευση στην οποία δε συμμετείχε. Έτι περαιτέρω, αν η συνολική αποτίμηση των υποχρεώσεων του επικεφαλής του συνεργείου προς τους εργαζομένους του είναι μεγαλύτερη της συμφωνηθείσας αμοιβής για το έργο, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος θα βρεθεί τελικά να πληρώσει μεγαλύτερο ποσό από αυτό το οποίο υπολόγιζε στο πλαίσιο της σύμβασης έργου, ενδεχομένως χωρίς να εκτελεστεί το έργο!

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η νέα ρύθμιση, ας την δούμε σε σύγκριση με μια προϋφιστάμενη. Στο άρθρο 702 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης. Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη.». Πρόκειται για μια διάταξη ανάλογη με το άρθρο 9 του Νόμου 4554/2018, με δύο, όμως, σημαντικές διαφορές. Πρώτον, εφαρμόζεται μόνο σε συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων έργου, οι οποίες εκ φύσεως χαρακτηρίζονται από μεγάλη χρονική διάρκεια. Δεύτερον, ο εργοδότης δεν μπορεί να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από την οφειλή του προς τον εργολάβο. Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για απευθείας αξίωση των εργαζομένων προς τον εργοδότη της σύμβασης έργου με αντικείμενο την αμοιβή ή το οφειλόμενο μέρος της και όχι τις αποδοχές τους κ.ο.κ.. Η νέα ρύθμιση προχώρησε πολύ περισσότερο από αυτό και σε μεγάλο βαθμό κατέστησε τη σύμβαση έργου τριγωνική, καθιστώντας εν τοις πράγμασι τους εργαζομένους του εργολάβου τρίτο συμβαλλόμενο.

Η λογική της νέας ρύθμισης οφείλεται στη συχνή κατάχρηση της σύμβασης έργου, που σκοπό έχει τον περιορισμό της ευθύνης του εργοδότη. Συγκεκριμένα, παρατηρούνται συχνά εικονικές συνάψεις συμβάσεων έργου, καθεμιά εκ των οποίων υποκρύπτει περισσότερες συμβάσεις εργασίας. Η ως άνω πρακτική αποσκοπεί στον περιορισμό της ευθύνης του εργοδότη, καθώς οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση έργου είναι πολύ λιγότερες από τη σύμβαση εργασίας, και στη μετακύλιση των υποχρεώσεων από τη σύμβαση εργασίας σε τρίτο πρόσωπο, στο φερόμενο ως εργολάβο. Με βάση τα ανωτέρω, οι υποστηρικτές της νέας ρύθμισης ισχυρίζονται ότι ενισχύει την προστασία των εργαζομένων, καθώς ο εργοδότης καθίσταται συνυπεύθυνος με τον εργολάβο έναντι των εργαζομένων, των οποίων είναι ο αληθινός εργοδότης.

Ακόμα, όμως, κι αν δεχτούμε την ύπαρξη αυτού του φαινομένου, δε χωρεί αμφιβολία ότι η ρύθμιση είναι πολύ ευρύτερη του αναγκαίου και τείνει να καταλάβει συμβάσεις που κάθε άλλο παρά εμπίπτουν σε αυτή τη στρέβλωση. Με την επιλεγείσα διατύπωση η ρύθμιση κατέλαβε το σύνολο των συμβάσεων έργου στις οποίες απασχολείται προσωπικό από τον εργολάβο, χωρίς να θέσει κριτήρια διάρκειας της σύμβασης ή φύσεως του συμφωνηθέντος έργου. Επιπλέον, καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής ο καθορισμός του ακριβούς ύψους της ευθύνης του εργοδότη και κατ’ επέκταση η άμυνά του. Όσο κι αν διευκρινίζεται στο Νόμο ότι η ευθύνη του εκτείνεται μόνο στις συνδεόμενες με τη σύμβαση έργου ευθύνες του εργολάβου, θα συναντηθούν σίγουρα δυσκολίες στον καθορισμό των εργαζομένων που ενεπλάκησαν με το συμφωνηθέν έργο και του ακριβούς χρόνου εργασίας τους. Στο παράδειγμά μας, εκτός από τα μέλη του συνεργείου που απασχολήθηκαν στην αποκατάσταση της τζαμαρίας, μπορεί να ισχυριστούν ότι ενεπλάκησαν με το έργο και συνεπώς έχουν αξιώσεις διάφοροι άλλοι, από τον οδηγό που μετέφερε το συνεργείο μέχρι το λογιστή που έκοψε τα τιμολόγια, αν δε η αποκατάσταση καθ’ εαυτή διήρκεσε παραπάνω ημέρες, οι εργαζόμενοι δεν εμποδίζονται να εγείρουν αξιώσεις για τις ημέρες κατά τις οποίες παρήγγειλαν τα υλικά ή συντήρησαν τον εξοπλισμό. Οι ανωτέρω περιπτώσεις, όσο ακραίες ή αστείες κι αν φαίνονται, δεν αποκλείονται από τη γενικότατη διατύπωση της διάταξης και δεν είναι καθόλου απίθανη η έγερση σχετικών αξιώσεων στο μέλλον.

Πρέπει δε περαιτέρω να επισημανθεί, ως σημείο αντίφασης του νομοθέτη, ότι την ίδια στιγμή, κατά την οποία θεσμοθετεί εις ολόκληρον ευθύνη των εργοδοτών με τους εργολάβους, με ό,τι αυτό και αν συνεπάγεται, κατά τα ανωτέρω, φροντίζει να εξαιρέσει από τις υποχρεώσεις της διάταξης το μεγαλύτερο εργολάβο όλων: το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 παρ. 11 του Νόμου 4554/2018 ορίζει ότι το εν λόγω άρθρο εν συνόλω δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις του Νόμου 4412/2016, ουσιαστικά, δηλαδή, στο σύνολο των δημοσίων συμβάσεων!

Τέλος, ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 4 του Νόμου 4554/2018, που ορίζει ότι: «Ο εργολάβος υποχρεούται να αποστέλλει κάθε μήνα στον αναθέτοντα αποδείξεις καταβολής των αποδοχών και των τυχόν οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης και βεβαιώσεις καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων του, καθώς και των εργαζομένων του υπεργολάβου σε περίπτωση υπεργολαβίας.». Με τη ρύθμιση αυτή, που έχει και τη μεγαλύτερη πρακτική χρησιμότητα, ο νομοθέτης επέλεξε να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μεγάλες, και να εισαγάγει περισσότερη γραφειοκρατία σε μια αγορά που ήδη δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

Συμπερασματικά, η νέα ρύθμιση του άρθρου 9 του Νόμου 4554/2018 και οι αλλαγές που επιφέρει στη σύμβαση έργου καθιστούν τη λειτουργία της δυσχερέστερη και κατ’ επέκταση τη σύναψή της λιγότερο ελκυστική. Με δεδομένη την ευρύτατη χρησιμότητά της αναμένεται με ενδιαφέρον ο αντίκτυπος της νέας ρύθμισης στις συναλλαγές και ο τρόπος με τον οποίο θα προσαρμοστεί η αγορά στις αλλαγές, που τώρα αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s