ΣΤΗΝ ΕΚΠΝΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!

Από τον : Ιωάννη Κανδυλάκη

Ζηλεύω τους ανθρώπους οι οποίοι τη νύχτα μπορούν να κοιμηθούν, γιατί σημαίνει πως τις σκέψεις της ημέρας έχουν ολοκληρωτικά αποδιώξει και πως τα προβλήματα, που άλλους ταλανίζουν, αυτοί έλυσαν, τακτοποίησαν και έβαλαν σε βάζα με ετικέτες. Και τώρα, με λυμένα, με ελεύθερα τα χέρια και καθαρό το λογισμό τους, παραδίδονται στον ύπνο. Την ημέρα πάλι, αφού ξεκούραστοι ξυπνήσουν, περπατούν αγέρωχοι και σίγουροι, στέκουν υπομονετικά να περιμένουν, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Δείχνουν τέτοια υπομονή και πίστη, γιατί γνωρίζουν ότι τα πάντα βρίσκονται σε μια σειρά και αναμένουν την πλήρωση αυτής της ακολουθίας. Το λαμπρό μέλλον δεν μπορεί παρά να τους περιμένει.

Τους ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους, γιατί φαίνεται να διακατέχουν μια μοναδικά χρήσιμη ιδιότητα, την ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις σε μακροπρόθεσμο πλαίσιο και να διακρίνουν τα κατάλληλα βήματα για να τις υλοποιήσουν. «Amat victoria curam» ή επί το ελληνικότερο «η νίκη αγαπά την προπαρασκευή» και η προετοιμασία αυτή έχει τεθεί σε κίνηση από την πιο μικρή ηλικία. Προσπαθώ εναγωνίως να τούς μοιάσω και να προχωρήσω στην υλοποίηση των δικών μου ονείρων, αλλά αυτά, άυλα και αόριστα, άπιαστα, αρνούνται να εμφανιστούν με χειροπιαστή μορφή. Μόνο ένα ασαφές κάλεσμα, μόνη έκφανσή τους, το άγχος, που δημιουργεί η εκκωφαντική απουσία τους. Και έτσι, η μία άυπνη νύχτα διαδέχεται την άλλη, καθεμιά πνιγμένη στην απορία και στην αβεβαιότητα, στην αμφισβήτηση και στην πνευματική θόλωση, ως την τελειωτική ψυχική εξάντληση.

Βαρύ το φορτίο της αμφιβολίας και το ακολουθεί πάντοτε μια έξαρση αυτοκαταστροφικών συναισθημάτων στη θέα της τελικής ευθείας. Γίνεται ορατό πλέον, καθώς διανύω το τέταρτο έτος μετρώντας από την πρώτη στιγμή που πάτησα τα σκαλιά της Σόλωνος. Η προσωρινότητα του προνομίου αυτού που ονομάζεται «φοίτηση» γίνεται πλέον ανυπόφορα αισθητή, ομοίως με κάθε εκπνοή οποιασδήποτε προθεσμίας. Και μετά τι ακολουθεί; Οι εποχές του προβιβασμούστην επόμενη τάξη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Το επόμενο βήμα θα είναι χωρίς προβλεπόμενο διάγραμμα, χωρίς οδηγό σπουδών και χωρίς φιλεύσπλαχνο κηδεμόνα, κυρίως, όμως, χωρίς εγγυήσεις. Δίπλα μου παθητικά ακούω συζητήσεις από άτομα που φαντάζουν να βρίσκονται στο ίδιο μεταίχμιο. Συζητούν και οργανώνουν εξόδους για καφέ ή παραστάσεις θεάτρου, για ημερίδες επιχειρηματικότητας, σεμινάρια, συνέδρια και χίλιες άσχετες και σχετικές ενασχολήσεις. Και νιώθω ανάμεσα τους παράταιρος.Καθώς τα ερωτηματικά συνεχίζουν να θολώνουν τις σκέψεις μου, νιώθω χαμένος ανάμεσα σε καταρράκτες προσήλωσης και δημιουργικότητας και σε στάσιμα λιμνάζοντα νερά. Οι μεν με πόνο θυσιάζουν ό,τι έχουν και μπορούν, οι δε απραγούν και άβουλα ξοδεύουν δανεικό χρόνο. Και οι προσδοκίες βαραίνουν παραπάνω. Πτυχίο, πρακτική, μεταπτυχιακό, γραφείο. Ασαφή προκαθορισμένα βήματα τα οποία δε φαίνεται να οδηγούν πουθενά. Το πώς θα επιδιώξω την κλίση μου μέσα από αυτά βρίσκεται εκτός διδακτέας ύλης.

Υπό το φόβο να υποπέσω στην καταστροφική απραγία, στην ανούσια δαπάνη του ζωτικού μου χρόνου, υποβάλλω σε ιερά εξέταση καθετί με το οποίο καταπιάνομαι. Πώς εξυπηρετεί αυτό εμένα; Είναι η κατάλληλη κίνηση; Εξελίσσομαι; Αξίζει τις άυπνες ώρες; Κάθε ιδέα της απόλαυσης χάνεται ή μολύνεται με ενοχές, γιατί θα μπορούσα να είχα αφιερώσει αλλού το χρόνο αυτό, καταλήγοντας αναπόφευκτα σε ένα αρρωστημένο χρησιμοθηρικό παιχνίδι ζυγών και ξεχνώντας κάθε μεγαλόπνοη ιδέα και ιδανικό. Το «πώς θα αλλάξω τον κόσμο;» γίνεται «πώς θα πατήσω επ’ αυτού;». Χάνεται το αθώον πάθος και στη θέση του φωλιάζει η κενότητα, η στασιμότητα. Αυτή παίρνει τη μορφή είτε της μηχανικής και στην πραγματικότητα απαθούς παραγωγικότητας (μέσω ατελείωτων ωρών μελέτης και έρευνας, δραστηριοποίησης για χάρη της δραστηριοποίησης στο σημείο της απόλυτης αποξένωσης από τον εαυτό μου και τους στόχους που κάποτε είχα ο ίδιος θέσει) είτε εκφράζεται μέσω της μοιρολατρικής παράδοσης στη ροή των πραγμάτων και της εγκατάλειψης κάθε προσπάθειας μετά την εξάντληση κάθε ψυχικού αποθέματος. Δηλώνω ένοχος και για τα δύο, αν και συχνότερα για το δεύτερο. Βρίσκομαι σε αυτό το «Purgatorio», στο «Καθαρτήριο» της Θείας Κωμωδίας, στο χώρο, δηλαδή, μεταξύ κολάσεως και παραδείσου, όπου παρέμεναν οι ψυχές έως ότου εξαγνιστούν και εισέλθουν στον παράδεισο. Συνεχίζω να ταλαντεύομαι, παρακολουθώντας το χρόνο να περνάει, να τρέχει και την αρχή να φαίνεται σαν να ήταν μόλις χθες, ενώ το τέλος βρίσκεται αμέσως μετά την επόμενη στροφή. Αύριο θα έχει ήδη έρθει, φέρνοντας νέα δεδομένα, άλλες φορές ευχάριστα, πολλές φορές τρομακτικά, αλλά πάντα άγνωστα και απρόβλεπτα.

Και ακούγοντας παθητικά τις συζητήσεις γύρω μου, αγχώνομαι για το πού πηγαίνουν. Αγχώνομαι για αυτούς οι οποίοι κυνηγούν με όλες τους τις δυνάμεις ένα αβέβαιο μέλλον, για εκείνους που περιμένουν έναν άσπλαχνο θεό και για όλους όσοι χάνουν τον ύπνο και τα βήματά τους ανάμεσα σε ερωτηματικά, αμφιβολίες και αόριστα όνειρα. Ανάμεσα σε φαινόμενες μελλοντικές κολάσεις και παραδείσους οι κατευθύνσεις φαντάζουν πλεγμένες αλληλένδετα… 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s