ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: ΘΕΣΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ.*

Από τον : Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο**

Ο μείζων κυβερνητικός εταίρος έχει ήδη δώσει, με σχετική πρότασή του, το στίγμα της αναθεωρητικής λογικής του. Σε αυτήν καταλέγεται ασφαλώς και η τυπολογία των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Κατ’ αρχάς, εγγράφεται στα θετικά σημεία της πρότασης ότι δεν επιλέγεται η κατάργηση του άρθρου 3 του Συντάγματος αλλά η διόρθωση και διασαφήνισή του.

Στη συνάφεια αυτή βασική καινοτομία αποτελεί η εισαγωγή στο άρθρο 3 του Συντάγματος της αόριστης ρήτρας για την «κρατική θρησκευτική ουδετερότητα». Μία πρόδρομη παρατήρηση αφορά στην αναγκαιότητά της, για την οποία διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις. Δεν εξυπονοείται η κατοχύρωσή της ήδη στο άρθρο 13 του Συντάγματος για τη θρησκευτική ελευθερία που εξασφαλίζει το μείζον; Αν ναι, όπως νομίζω, τότε ποια η προστιθέμενη αξία της θεσμοθέτησής της; Εξάλλου, η ενύλωσή της είναι μάλλον ζήτημα νομοθετικών παρεμβάσεων παρά θέμα συνταγματικών διακηρύξεων…

Περαιτέρω, η θρησκευτική ουδετερότητα διακρίνεται για την εννοιολογική πολυσημία της. Νοείται ως αδιαφορία της Πολιτείας για τα εκκλησιαστικά πράγματα, οπότε στην περίπτωση αυτή η Πολιτεία δεν υιοθετεί καμία θρησκευτικότητα στην εθιμοτυπία της και η Εκκλησία, ως αυστηρώς ιδιωτική υπόθεση, αφενός στερείται κάθε προστασίας και αφετέρου δεν υπόκειται σε κάποια ιδιαίτερη ή αυστηρή εποπτεία (γαλλικό μοντέλο) ή σημαίνει την ευμενή ουδετερότητα της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας γενικώς ή έναντι μεγάλων και καθιερωμένων θρησκευτικών κοινοτήτων (γερμανικό ή και αμερικανικό πρότυπο); Ποιο κράτος θα εκφράζει; Το θρησκευτικά αδιάφορο ή απλώς το μη παρεμβατικό; Πολύ φοβούμαι ότι η μη νοηματοδότηση της σχετικής ρήτρας, ενδεχομένως με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης, θα προκαλέσει, έστω ανεπίγνωστα, περισσότερες ερμηνευτικές δυσχέρειες από όσες αγκυλώσεις η εισαγωγή της θα επιχειρήσει τυχόν να ξεπεράσει…

Σε κάθε περίπτωση, γιατί επιλέγεται μεθοδολογικά η ενσωμάτωσή της στο άρθρο 3 του Συντάγματος, που αφορά μόνο στην «επικρατούσα» Ορθόδοξη Εκκλησία και όχι, ως όφειλε, στο άρθρο 13 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία, διαρρυθμίζει συνολικώς το θρησκευτικό φαινόμενο και επομένως, περιλαμβάνει στο κανονιστικό του πεδίο όλες τις «γνωστές» θρησκείες; Ασφαλώς μόνο η δεύτερη εκδοχή επιτυγχάνει την ευαγγελιζόμενη ουδετερότητα…

Στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του άρθρου 3 του Συντάγματος προτείνονται δύο ακόμη παρεμβάσεις, οι οποίες κινούνται, φρονώ, προς την ορθή κατεύθυνση:

α) Τίθεται ερμηνευτική δήλωση για τη σημασιολόγηση του όρου «επικρατούσα θρησκεία», όπως είχε σχετικώς από πολλού προταθεί. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι το άρθρο 3 του Συντάγματος δε νοείται ως περιστολή του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά περιβάλλει με μια θεσμική εγγύηση την Ορθόδοξη Εκκλησία ως υποκείμενο και φορέα της θρησκευτικής ελευθερίας. Θα μπορούσε βεβαίως να γίνει ένταξη του όρου απευθείας στο άρθρο 13 του Συντάγματος. Μην ξεχνάμε ότι η διάταξη περί «επικρατούσας θρησκείας» διαχωρίζεται στο ισχύον Σύνταγμα, για πρώτη φορά, από εκείνην που καθιερώνει τη θρησκευτική ελευθερία, παραγνωρίζοντας τη μεταξύ των δύο διατάξεων (άρθρα 3 και 13 Συντ.) στενή συνάφεια…

β) Η επαναδιατύπωση του άρθρου 3 του Συντάγματος ορίζει (εδ. γ´): «Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και διοικείται σύμφωνα με όσα ορίζουν ο Καταστατικός Χάρτης της, ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Συνοδική Πράξη του 1928». Η πρόταση περιλαμβάνει μία ανακρίβεια και μία καινοτομία. Η πρώτη συνίσταται στο ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι, μετά την Πατριαρχική Πράξη του 1928, εν μέρει μόνο, αυτοκέφαλη, καθώς αποτελείται από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου («Νέες Χώρες»). Ως προς τη δεύτερη, συνάγεται ότι αμφότερα τα πατριαρχικά κείμενα, τόσο ο Τόμος του 1850 όσο και η Πράξη του 1928, κατοχυρώνονται πλέον στο Σύνταγμα συνολικώς, όπως άλλωστε επιβάλλει η συνεπής εφαρμογή της αυτοδιοίκησης της κάθε θρησκευτικής κοινότητας (άρθρο 13 Συντ.).

Ταυτοχρόνως με την εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας έγινε γνωστό τυχαίως (;) και το «Προσχέδιο Συμφωνίας» Αρχιεπισκόπου-Πρωθυπουργού, το οποίο, επιχειρώντας σε πρακτικό επίπεδο έναν εξορθολογισμό των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, περιέχει, μεταξύ άλλων, μία περιττή αναφορά, μία θετική παραδοχή και μία αμφισβητούμενη στόχευση.

1. Συμφωνείται, κατ’ αρχάς, ότι «οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι». Θεωρώ περιττή την πρόβλεψη. Γίνεται ήδη παγίως δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία ότι οι εφημέριοι αποτελούν μία εντελώς διακριτή κατηγορία δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι προεχόντως θρησκευτικοί λειτουργοί.

2. Η Πολιτεία αναγνωρίζει ρητώς κάτι το οποίο δεν ήταν, άνευ άλλου, αυτονόητο ότι, δηλαδή, «ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε». Είναι αλήθεια ότι η Πολιτεία είχε όντως μία ηθική, θεμελιωμένη σε ιστορικά συμφραζόμενα, υποχρέωση να καλύπτει τη μισθοδοσία του κλήρου, η οποία, όμως, δεν προέκυπτε, κατά νομική ακριβολογία, και συμβατικά. Άλλωστε, η Σύμβαση του 1952, της οποίας η επίκληση συνηθίζεται, ουδέν διαλαμβάνει σχετικώς…

3. Η μισθοδοσία των εν ενεργεία εφημερίων λαμβάνει πλέον τη μορφή ετήσιας κρατικής επιδότησης. Για πρώτη φορά μετά τον Αναγκαστικό Νόμο 536/1945 θα γίνεται εκτός Δημόσιου Ταμείου, που ισοδυναμεί με πλεύση σε αχαρτογράφητα ύδατα. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άμοιρη σημασίας. Είναι προφανές ότι «επιδότηση» και «αποζημίωση» δεν ταυτίζονται εννοιολογικώς. Η πρώτη σημαίνει «δίνω κάτι, εάν και επειδή το θέλω», ενώ η δεύτερη έχει την έννοια ότι «παρέχω κάτι, επειδή πρέπει και υποχρεούμαι». Επομένως, έχω την άποψη ότι, εάν τελικώς η Συμφωνία υλοποιηθεί, θα πρέπει να προβλεφθεί, και μάλιστα με διάταξη συνταγματικής περιωπής, μεταξύ των πολλών άλλων αναγκαίων διασαφήσεων, ότι η μισθοδοσία του κλήρου δεν είναι ζήτημα (αφηρημένης) επιδοματικής πολιτικής του Κράτους, αλλά (συγκεκριμένης) αποζημιωτικής υποχρέωσης προς την Εκκλησία για την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής (ιδίως μοναστηριακής) περιουσίας που έχει προηγηθεί. Με αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να οριστεί ως μία παροχή ακατάσχετη και ασφαλώς μη ανακλητή…

Από τις πολύμορφες αντιδράσεις που προκάλεσε το «Προσχέδιο Συμφωνίας» τόσο σε ενδοεκκλησιαστικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, προκύπτουν, νομίζω, οι ακόλουθες παραδοχές:

1. Η μερική απόρριψη από την επισκοποσυνοδική συνέλευση του Προσχεδίου επιβεβαιώνει την αρχική εκτίμηση ότι θα έπρεπε η διαδικασία να είχε ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία. Η συνοδική οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δε γνωρίζει την «ενός ανδρός αρχή». Εάν είχε προηγηθεί η έκφραση της συνοδικής διαγνώμης του εσπευσμένου κοινού ανακοινωθέντος, είναι σίγουρο ότι δε θα είχε συντελεστεί, σε τόσο σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα, η απονομιμοποίηση του τελευταίου.

2. Η αντίδραση του μείζονος κυβερνητικού εταίρου στη συνοδική απόφαση, που απέρριψε κάθε αλλαγή στην εφημεριακή μισθοδοσία, αποκαλύπτει περισσότερα από όσα ίσως αφήνει να εννοηθούν.

Πρώτον, επαληθεύεται η εντύπωση ότι η αναδιάταξη των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία τόσο σε θεσμικό (Σύνταγμα) όσο και σε πρακτικό (Συμφωνία) επίπεδο αποτελεί, όπως έχει εξελιχθεί, μέρος μικροκομματικού σχεδιασμού, στον οποίον ενεπλάκη, έστω ανεπίγνωστα, και η Εκκλησία…

Δεύτερον, φανερώνει μία περιφρόνηση προς την Ιεραρχία, στην οποία δεν επιφυλάσσεται ρόλος ισότιμου συνομιλητή. Και τούτο, παρά τις υποκριτικές, όπως αποδεικνύεται, δηλώσεις ότι η εφαρμογή του «Προσχεδίου Συμφωνίας» τελεί υπό την αίρεση της έγκρισής της.

Τρίτον, η απειλή για μονομερή νομοθέτηση των αλλαγών στη μισθοδοσία του κλήρου μπορεί να αποτελεί μία αναφαίρετη νομοθετική επιλογή, δεν εξασφαλίζει, όμως, την ηθική νομιμοποίηση της τελευταίας. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή, δε θα πρόκειται για νομοθετική κατοχύρωση των συμφωνηθέντων, αλλά για νομοθετική επιβολή των ήδη αποφασισθέντων, γεγονός που θα ενισχύσει την καχυποψία ανάμεσα σε δύο δύσπιστους, ούτως ή άλλως, εταίρους…

Τέταρτον, εάν η Πολιτεία νομοθετήσει μονομερώς τις αλλαγές στη μισθοδοσία, θα δημιουργήσει κληρικούς πολλαπλών ταχυτήτων -η συμφωνία δεν αφορά (;) σε Κρήτη και Δωδεκάνησα-, αν και η απαρέγκλιτη εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν δικαιολογεί μία τέτοια εξέλιξη…

* Το άρθρο παρατίθεται ακριβώς όπως εστάλη.

** Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α. και Δικηγόρος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s