EMENDATIO CONSTITUTIONIS ANTE PORTAS!

Από τη : Δήμητρα Καπρούλια

«Από εδώ είναι ο κόσμος με τους νόμους και τα δικαιώματά του, ο κόσμος που υπερασπίζει το δίκιο του με χαρτιά και με πένες.». Έτσι αντιλαμβάνεται μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού -αισθανόμενη μια ταύτιση με τα λεγόμενα της Φιλουμένα από το ομώνυμο θεατρικό έργο- το γενικότερο νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα. Όπως η πρωταγωνίστρια αψηφά ακατανόητους, άχρωμους και σκληρούς κανόνες, έτσι και πολλοί  Έλληνες περιφρονούν την κορωνίδα της έννομης τάξης, το Σύνταγμα, θεωρώντας το «γράμμα κενό». Παρά ταύτα, τα πολιτικά κόμματα, με πρώτο το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. παρουσίασαν αναλυτικό σχέδιο με τις προτάσεις τους για τις αναθεωρητέες διατάξεις.

Το Σύνταγμα, όπως κάθε νόμος, αποτυπώνει τη βούληση του νομοθέτη, σε πολλές περιπτώσεις κατευθυνόμενη από την πολιτική -και κομματική- του ιδεολογία, γεγονός επιβαρυντικό για την αντίληψη των πολιτών περί συνταγματικής ουδετερότητας. Αν και το «δέον» επηρεάζεται και οφείλει να επηρεάζεται από το «είναι», το οποίο, άλλωστε, επιδιώκει να ρυθμίσει, εν τούτοις, δεν είναι λίγες οι φορές που ανακύπτουν πολιτικές σκοπιμότητες κατά τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, που καπηλεύονται τη θεμελιώδη αξία του υπέρτατου νόμου.

Σύμφωνα με τον Ομότιμο Καθηγητή, Ανδρέα Δημητρόπουλο, η κάθε συνταγματική διάταξη μετά την παραγωγή της, βάσει της υποκειμενικής θέλησης της εκάστοτε συντακτικής ή αναθεωρητικής εξουσίας, εντάσσεται στο όλο δικαιικό σύστημα και έτσι αντικειμενικοποιείται. Όταν η θέληση του νομοθέτη δεν είναι σύμφωνη με το πνεύμα των άλλων συνταγματικών διατάξεων, τότε αυτή και το νόημα του θεμελιώδους νόμου συγκρούονται. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση αυτή και έτσι κυριαρχεί η αντίληψη πως, εφόσον η βούληση του νομοθέτη είναι αυτή αποκλειστικά που προσδιορίζει το περιεχόμενο του δικαίου, τότε δίκαιο είναι αυτό που θέλησε η εκάστοτε πολιτική εξουσία και όχι το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Οι συνταγματικές διατάξεις, που επιβάλλεται να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, ώστε να εξειδικεύονται από τους κοινούς νόμους, οφείλουν να αποτελούν την αντικειμενικοποίηση του υποκειμενικού λόγου της εκάστοτε συντακτικής ή αναθεωρητικής εξουσίας. Επομένως, οι υπεραναλυτικές συνταγματικές διατάξεις έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο, που εμποδίζει την προσαρμογή και ευελιξία τους στο πλαίσιο της όλης έννομης τάξης. Η αντικειμενικότητα των συνταγματικών διατάξεων εξασφαλίζεται με τη σύνθεση της βούλησης της εξουσίας και του αντικειμενικού στοιχείου του συνταγματικού οικοδομήματος. Για να διαφανεί η αντικειμενική αξία των συνταγματικών κανόνων, οφείλει η βούληση του νομοθέτη να είναι σαφής και σύμφωνη με τη φύση του Συντάγματος και το δικαιικό σύστημα εν γένει.

Πολλές φορές στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης συναντάται η αντίστροφη μέθοδος, δηλαδή, η προσπάθεια του νομοθέτη να υποκειμενικοποιήσει το αντικειμενικό νόημα των συνταγματικών διατάξεων. Ο νομοθέτης επιχειρεί να επιβάλει θέληση υποκειμενική και ξένη προς το όλο συνταγματικό οικοδόμημα, να υπαγάγει, δηλαδή, τα υπάρχοντα και δεδομένα αντικειμενικά στοιχεία στη δική του βούληση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως και σε περιπτώσεις εντελώς γενικόλογων συνταγματικών διατάξεων σε βαθμό που δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν από κοινούς νόμους, απαιτείται ενδελεχής ερμηνεία, η οποία ουκ ολίγες φορές διχάζει τη νομική θεωρία και δημιουργεί γενικότερο κλίμα αοριστίας και ασάφειας στους πολίτες. Η διαφωνία ως προς το περιεχόμενο του κανόνα δικαίου φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη αντικειμενικής ερμηνείας, που θα επιτρέψει και την ορθή αναθεώρησή του. Κατάλληλη συνταγματική ρύθμιση, μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης, οδηγεί σε δίκαιες και ηθικά προσβάσιμες στους πολίτες λύσεις, που αναμορφώνουν την κοινωνική σκηνή και τονώνουν το αίσθημα ασφάλειας και δικαίου τους.

Η αναθεώρηση μίας συνταγματικής διάταξης προϋποθέτει ιδιαίτερη ερμηνεία του Συντάγματος, η οποία δικαιολογείται από την ίδια τη φύση του συνταγματικού κειμένου. Το αξίωμα «in dubio pro libertate» ωθεί και οφείλει να ωθεί τον εκάστοτε αναθεωρητικό νομοθέτη στην υιοθέτηση αλλαγών που παρέχουν και εξασφαλίζουν στους πολίτες τη μέγιστη δυνατή ελευθερία και ασφάλεια. Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη πτυχή της αναθεώρησης είναι η διατήρηση και ανύψωση του θεμελιώδους για το κράτος δικαίου ρόλου του Συντάγματος. Το Σύνταγμα ρυθμίζει το πολίτευμα και την έννομη τάξη, παράλληλα, όμως, καθιερώνει αξίες που αφορούν και στο πρότυπο του πολίτη και στα δικαιώματά του. Οι πολίτες αποτελούν το μοχλό ανάπτυξης της δημοκρατικής διακυβέρνησης και μετουσιώνουν την αξία του σεβασμού και του ανθρωπισμού μέσω της ενεργού συμμετοχής. Ο σεβασμός του Συντάγματος αποτελεί βασικό αξίωμα που δεσμεύει όλες τις εξουσίες, η δε τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων (άρθρο 120 παρ. 4 Συντ.).

Ο νομοθέτης μπορεί να προβεί κατ’ αρχήν σε αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και προς την κατεύθυνση που αυτό χαράσσει. Το Σύνταγμα θέτει δικαιικές αρχές και καθιερώνει μια τάξη ιδεών, αρχών και δικαιωμάτων. Και ναι μεν ισχύει η αρχή της τυπικής ισοδυναμίας των συνταγματικών διατάξεων, ωστόσο, δεν έχουν όλες την ίδια σημασιολογική βαρύτητα. Υπάρχουν ακλόνητοι πυλώνες, όπως, για παράδειγμα, ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.) και των δικαιωμάτων του.

Συμπερασματικά, το ίδιο το Σύνταγμα παρέχει στο νομοθέτη τις κατευθύνσεις για την ορθή αναθεώρηση του, θέτοντας τις βάσεις για την απόλυτη μετουσίωση της νομιμότητας και του δικαίου. Η κάθε συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να κινείται σε άξονες που προασπίζουν τα δικαιώματα των πολιτών με κάθε τρόπο και ανταποκρίνονται στο πρότυπο του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης δεν έχει παρά να υπακούσει σε συγκεκριμένους κανόνες, που απορρέουν από τη φύση του συνταγματικού κειμένου. Η καταλληλότητα έκφρασης και η ορθή νομική διατύπωση, η αντικειμενική παρουσία της διάταξης προς όφελος της αρμονικής της συνύπαρξης με το όλο δικαιικό σύστημα και η αποφυγή χρησιμοθηρικής αντιμετώπισης του θεσμού της αναθεώρησης είναι μόνο μερικές από τις αρχές, που οφείλει να έχει κατά νου ο νομοθέτης. Η αξία του Συντάγματος πρέπει να εξαίρεται σε κάθε ευκαιρία και να υιοθετούνται ρυθμίσεις σαφείς, αντικειμενικές, με απόλυτο σεβασμό στον ακρογωνιαίο λίθο της Δημοκρατίας. Επιτηδευμένες ασάφειες, υποκειμενικές διατυπώσεις και αντιφάσεις συνθέτουν το πιο επικίνδυνο όχημα για την κατάρριψη του όλου δικαιικού συστήματος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s