ΟΥΔΕΝ ΚΡΥΠΤΟΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ…

Της  Κωνσταντίνας Καλούτσα

Με αφορμή το σκάνδαλο Novartis ανακινήθηκε το ζήτημα της ευθύνης των Υπουργών και των βουλευτών. Πολλοί θα αναρωτιούνται γιατί τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι έπραξαν αδικήματα δεν οδηγήθηκαν κατευθείαν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Γιατί είναι απαραίτητη η μεσολάβηση της Βουλής; Γιατί οι φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο χαίρουν ενός ειδικού καθεστώτος; Δεν παραβιάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας;

Ξεκινώντας από το τελευταίο ερώτημα, πρέπει να καταστεί σαφές ότι παραβίαση της αρχής της ισότητας υπάρχει όταν όμοιες περιπτώσεις ρυθμίζονται διαφορετικά. Αν δεν είναι όμοιες, επιτρέπεται διαφορετική ρύθμιση. Έτσι, λοιπόν, συμβαίνει και με τους βουλευτές και τους Υπουργούς. Αφότου ένας πολίτης εκλέγεται βουλευτής ή αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα, παύει να είναι «απλός» πολίτης, διότι επιφορτίζεται με την ευθύνη εξυπηρέτησης των συμφερόντων της χώρας και του λαού˙ είναι πλέον ο αντιπρόσωπος του εκλογικού σώματος, διότι η δημοκρατία μας είναι έμμεση. Με δυο λόγια, περιέρχεται σε θέση βαρύνουσας ευθύνης, καθώς το μέλλον της χώρας και των πολιτών κατ’ επέκταση είναι «στα χέρια του». Επομένως, βουλευτής και λαός δε βρίσκονται σε όμοια κατάσταση, οπότε δικαιολογείται διαφορετική ρύθμιση στο ζήτημα της ποινικής τους μεταχείρισης. Είναι προφανές ότι το πολίτευμα θα ήταν τρωτό, αν μπορούσε να ασκηθεί εύκολα ποινική δίωξη κατά βουλευτών και Υπουργών, καθώς θα ήταν δυνατό να μετατραπεί σε μέσο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων με τις ευχές του νόμου, γιατί και μόνο η άσκηση της ποινικής δίωξης θα ήταν αρκετή για τη διαπόμπευσή τους.

Η πλειοψηφία των φερόμενων ως εμπλεκόμενων πολιτικών προσώπων στο σκάνδαλο Novartis, για τα οποία συγκροτήθηκε Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, άσκησαν υπουργικά καθήκοντα σε διάφορες υπουργικές βαθμίδες. Φυσικά ένας Υπουργός δεν είναι απαραίτητο να είναι και βουλευτής. Επομένως, μπορεί να μην απολαύει των προβλεπόμενων στα άρθρα 61 και 62 του Συντάγματος θεσμικών εγγυήσεων του βουλευτικού λειτουργήματος, δηλαδή του ανεύθυνου και του ακαταδίωκτου. Πάντως, οι Υπουργοί, είτε έχουν εκλεγεί βουλευτές είτε όχι, είναι ποινικά υπεύθυνοι για τα κακουργήματα ή πλημμελήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά απολαύουν ειδικής μεταχείρισης (άρθρο 86 Συντ. και Ν. 3126/2003).

Η εξαιρετική μεταχείριση των Υπουργών είναι κυρίως δικονομική. Σε αυτό το ειδικό καθεστώς δεν εμπίπτουν εν γένει τα πταίσματα, καθώς και τα κακουργήματα ή πλημμελήματα που δεν τελέστηκαν κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων. Αυτά δικάζονται από τα αρμόδια δικαστήρια με βάση τις γενικές διατάξεις και εάν οι Υπουργοί είναι ταυτόχρονα και βουλευτές απαιτείται η άδεια της βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος. Το ακαταδίωκτο δε σημαίνει -ή δεν πρέπει να σημαίνει- ότι ο βουλευτής παραμένει ανεύθυνος για τις πράξεις του. Απαγορεύεται απλώς η ποινική δίωξη, σύλληψη, φυλάκιση ή ο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο περιορισμός του βουλευτή κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου χωρίς άδεια της Βουλής χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη είναι η προσωρινή προστασία του βουλευτή από ποινική δίωξη, όχι, όμως, και η οριστική ματαίωση της δίωξης, η οποία ενεργοποιείται μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας.

Όσον αφορά στο σκάνδαλο Novartis, οι βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που συμμετείχαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση συμπέραναν στο σχετικό πόρισμά τους ότι τα αδικήματα που φέρονται να τελέστηκαν (δωροδοκία, δωροληψία, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) δεν έγιναν κατά τη διάρκεια της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων. Συνεπώς, η Βουλή δεν έχει αρμοδιότητα και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν είναι δυνατόν να χαίρουν της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης. Πώς, όμως, κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμά;

Όσον αφορά στην περίπτωση της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων είναι σχετικά εύκολο να καταστεί αντιληπτό ότι δεν μπορεί να συντελείται κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων (Βούλευμα 1/2011 του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 Συντ.). Για παράδειγμα, ένας τρόπος νομιμοποίησης των παράνομων εσόδων είναι η κυκλοφορία τους μέσω του τραπεζικού συστήματος. Όταν, λοιπόν, ένας Υπουργός έχει συντελέσει δωροληψία, προκειμένου να νομιμοποιήσει τα χρήματα που έλαβε, θα επισκεφθεί ένα τραπεζικό κατάστημα. Δηλαδή, έχει προηγηθεί το βασικό έγκλημα, η δωροληψία, και μετά ακολουθεί η πράξη νομιμοποίησης. Και φυσικά η κατάθεση ιδίων χρημάτων δε συνέχεται με την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους τρόπους νομιμοποίησης παράνομων εσόδων. Για να ακριβολογούμε, όμως, λόγω των αυστηρών διατάξεων για τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα του Νόμου 3691/2008 για τη νομιμοποίηση χρημάτων από παράνομες δραστηριότητες, οι Υπουργοί ή βουλευτές δεν επιλέγουν να νομιμοποιήσουν μέσω των τραπεζών τα ουκ ολίγα χρήματα που προέρχονται από μίζες.

Αναφορικά με τη δωροδοκία και τη δωροληψία και το αν υπάγονται στο άρθρο 86 του Συντάγματος οι απόψεις που διατυπώνονται είναι τρεις:

1) Στο άρθρο 86 του Συντάγματος υπάγονται όλες οι πράξεις που τελεί ένας Υπουργός κατά τη διάρκεια της θητείας του. Αυτή η διευρυμένη άποψη δε βρίσκει ιδιαίτερο έρεισμα στη νομολογία και στη θεωρία.

2) Στο άρθρο 86 του Συντάγματος υπάγονται πράξεις τελούμενες τόσο κατά την εκτέλεση των υπουργικών καθηκόντων όσο και επ’ ευκαιρία αυτών. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται ότι στην πρώτη η παράνομη πράξη τελείται εντός του χρονικού πλαισίου άσκησης των υπουργικών καθηκόντων και ευρισκόμενη σε λειτουργική συνάφεια προς αυτά, ενώ στη δεύτερη ο Υπουργός εκμεταλλεύεται τη θέση του προκειμένου να επιδιώξει ίδιον όφελος και όχι την εκπλήρωση του δημοσίου συμφέροντος.

3) Στο άρθρο 86 του Συντάγματος υπάγονται μόνο πράξεις που λαμβάνουν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των Υπουργών. Είναι σαφές πως αυτή η τρίτη εκδοχή είναι και η στενότερη.

Γενικά το άρθρο 86 του Συντάγματος, κατά την άποψη που κρατεί μεταξύ των θεωρητικών του δικαίου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ώστε να καταλαμβάνει μόνο τις πράξεις που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων, δηλαδή μόνον εκείνες τις συνιστώσες ενάσκηση κατά νόμο αρμοδιότητας πράξεις καθώς και τις παραλείψεις ενασκήσεως κατά νόμο οφειλόμενων καθηκόντων.

Προς επίρρωση του στενού πρίσματος υπό το οποίο εξετάζονται οι πράξεις που εμπίπτουν στο κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 86 του Συντάγματος αξίζει να αναφερθεί η δημόσια τοποθέτηση του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Προκοπίου Παυλοπούλου σχετικά με την υπόθεση της Λίστας Λαγκάρντ: «Γενικώς στο πλαίσιο της νομικής επιστήμης είναι κοινώς αποδεκτή η θέση πως οι εισάγουσες ευνοϊκή εξαίρεση διατάξεις -και είναι βεβαίως αυτονόητο ότι οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις εισάγουν ευνοϊκή εξαίρεση υπέρ των μελών της Κυβέρνησης και των Υπουργών- ερμηνεύονται, υποχρεωτικά, στενώς. Δηλαδή, σε βάρος των από την εξαίρεση ευνοουμένων. Άρα, η συνεπής προς το ισχύον Σύνταγμα ερμηνεία, επιβάλλει την ερμηνευτική εκείνη επιλογή, η οποία απολήγει υπέρ της στενής ερμηνείας τους και κατά συνέπεια υπέρ του περιορισμού ισχύος του ευνοϊκού καθεστώτος.».

Ως προς το αν η δωροδοκία και η δωροληψία υπάγονται στη στενή έννοια των κατά την άσκηση των καθηκόντων πράξεων, το πόρισμα των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κάνει αναφορά σε προγενέστερα πορίσματα αφενός της Εξεταστικής Επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Siemens και αφετέρου της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης κατά του πρώην Υπουργού Οικονομικών, κ. Γεωργίου Παπακωνσταντίνου. Στο μεν πρώτο διατυπώθηκαν τα εξής: «Συνεπώς χορηγίες ή χρηματικές ροές ακόμη και προς Υπουργούς, που είτε σχετίζονται με το γενικότερο πολιτικό τους ρόλο και όχι με τα στενά υπουργικά τους καθήκοντα, είτε έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της υπουργικής τους θητείας (ξέπλυμα μαύρου χρήματος) δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα της Βουλής με βάση το Σύνταγμα και το Νόμο περί ευθύνης Υπουργών αλλά στον τακτικό δικαστή.» και στο δε δεύτερο: «Επομένως, κατά την ορθότερη και κρατούσα άποψη, η εκβίαση (άρθ. 385 Π.Κ.), η παθητική δωροδοκία, αδιαφόρως του χρόνου λήψης του δώρου (άρθ. 235 Π.Κ.) και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (N. 3698/2008) δεν εμπίπτουν στην εξαιρετική δικαιοδοσία της Βουλής και του Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά στη συνήθη δικαιοδοσία των κοινών ποινικών δικαστηρίων.».

Από όλα αυτά φαίνεται ότι τον πρώτο λόγο πλέον στη διερεύνηση του σκανδάλου Novartis έχει η τακτική ποινική δικαιοσύνη στην οποία παρέπεμψε την υπόθεση με ψηφοφορία της η Ολομέλεια της Βουλής. Ωστόσο, για την πληρότητα του λόγου και τη σφαιρική επισκόπηση του ζητήματος της ποινικής ευθύνης των Υπουργών κρίνεται σκόπιμο να εξετάσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή, την περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 86 του Συντάγματος θα τύγχανε εφαρμογής.

Η ειδική δικονομική μεταχείριση των Υπουργών συνίσταται στο ότι την πρωτοβουλία για τη δίωξη έχει αποκλειστικά η Βουλή, στην εμπλοκή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 86 Συντ.), κατά παρέκκλιση των άρθρων 96 και 97 του Συντάγματος για την αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων, και στη σύντομη αποσβεστική προθεσμία των αδικημάτων.

Όπως είδαμε και στο σκάνδαλο Novartis, η Βουλή συστήνει Προκαταρκτική Επιτροπή που έχει όλες τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όταν αυτός διενεργεί προκαταρκτική εξέταση, και μπορεί να αναθέσει σε Εισαγγελέα τη διενέργεια ειδικότερων πράξεων. Αυτή είναι μία βασική διαφορά της ποινικής ευθύνης μεταξύ Υπουργών και βουλευτών, διότι για τους μεν βουλευτές, εφόσον δοθεί η άδεια της Βουλής, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας (κατ’ αρχήν την προκαταρκτική εξέταση διενεργεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ο οποίος ασκεί και την ποινική δίωξη), ενώ για τους Υπουργούς η μόνη αρμόδια να ασκεί δίωξη είναι η Βουλή.

Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή καλείται εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η πρόταση δίωξης να δώσει εξηγήσεις, αν το επιθυμεί. Σε αυτό το σημείο η διαδικασία προσομοιάζει με εκείνη του κοινού δικαίου (άρθρο 31 Κ.Π.Δ.). Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να καταλήξει σε ένα πόρισμα, το οποίο πρέπει να περιέχει «σαφή πρόταση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης» -εφόσον βέβαια εξετασθεί πάντα αν όντως η Βουλή είναι καθ’ ύλην αρμόδια και δεν παραβιάζεται η αρχή του φυσικού δικαστή-, καθώς και την πρόταση της τυχόν μειοψηφίας. Όταν η Επιτροπή καταλήξει στο πόρισμα, έρχεται η σειρά της Βουλής να αποφασίσει την άσκηση ή μη της ποινικής δίωξης. Η απόφαση λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία και διεξάγεται «χωριστά για κάθε καταγγελλόμενη πράξη ή παράλειψη, για την οποία ζητείται η άσκηση δίωξης» (άρθρο 157 παρ. 2-3 Κ.τ.Β).

Κρίσιμα για την άσκηση της δίωξης από τη Βουλή είναι τα στοιχεία που θα συλλεγούν κατά τη διάρκεια των εργασιών της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Αν το πόρισμα, που για να είναι αιτιολογημένο πρέπει να στηρίζεται στα συλλεγέντα στοιχεία, τάσσεται υπέρ της άσκησης δίωξης, τότε στο ίδιο μήκος κύματος θα είναι κατά πάσα πιθανότητα και η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφού η Επιτροπή συγκροτείται ανάλογα με τη δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων. Αυτή η απόφαση υποχρεωτικά πρέπει να καθορίζει και να εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη, από την οποία προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 3126/2003, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως άρση της βουλευτικής ασυλίας για όσους Υπουργούς έχουν και τη βουλευτική ιδιότητα. Σε αυτό το στάδιο έρχεται η σειρά της ποινικής δικαιοσύνης να επιληφθεί της υποθέσεως διενεργώντας αρχικά κύρια ανάκριση. Η προδικασία, δηλαδή, η διαδικασία πριν το ακροατήριο, θα λήξει με βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου, είτε παραπεμπτικό είτε απαλλακτικό. Αν το βούλευμα είναι παραπεμπτικό, αρμόδιο για να δικάσει την υπόθεση είναι το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος.

Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου Δικαστηρίου συνίσταται στη συμμετοχή και μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας παρά την ποινική φύση των υποθέσεων. Η χρησιμότητα των διοικητικών δικαστών ανευρίσκεται στη διαφώτιση του Δικαστηρίου σχετικά με διοικητικές πράξεις ή συμβάσεις. Πάντως, αξίζει να αναφερθεί ότι ο κ. Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο προηγούμενο τεύχος του Νομικού Παλμού σε σχετική ερώτηση που τού ετέθη εκφράστηκε θετικά στο να συμμετέχουν σε αυτό το Ειδικό Δικαστήριο και δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ειδικά όταν πρόκειται για εγκλήματα που αφορούν διασπάθιση δημοσίου χρήματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κοινή επιθυμία όλων των πολιτών είναι το σκάνδαλο Novartis και το εκάστοτε σκάνδαλο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να πάρει το δρόμο της Δικαιοσύνης και να αποδοθούν οι ευθύνες στους υπαίτιους. Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Ιερός Αυγουστίνος: «Αν απουσιάζει η Δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία, παρά οργανωμένη ληστεία;».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s