Ο ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ ΧΡΟΝΟΣ.

Από την: Λυδία Νίκα


Τοῦτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει —
θέλω νά πῶ ἔχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλᾶνε,
τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτᾶνε στό κενό, οἱ σουβάδες πέφτουν ἀθόρυβα
ὅπως πέφτει τό καπέλο τοῦ πεθαμένου ἀπ’ τήν κρεμάστρα στό
σκοτεινό διάδρομο7
ὅπως πέφτει τό μάλλινο τριμμένο γάντι τῆς σιωπῆς
ἀπ’ τά γόνατά της
ἤ ὅπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα
.

-Γ.Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος

Ξενοδοχείο Ξενία

Κάποτε έζησαν στιγμές δόξας, φιλοξένησαν σπουδαίες προσωπικότητες, κοσμούσαν τους δρόμους και τις περιοχές όπου βρίσκονταν. Άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι πέρασαν μέσα από αυτά τα κτίρια, όντας διαβάτες σε αυτό το δύσβατο δρόμο που λέγεται ζωή. Γιατί τελικά περαστικοί είναι οι άνθρωποι. Είτε το θέλουν είτε όχι έρχονται και φεύγουν, απλώς μένει να κάνουν το ταξίδι της ζωής όσο πιο όμορφο γίνεται. Τα κτίρια όμως μένουν εκεί. Στέκουν ακίνητα και μας θυμίζουν την περηφάνια για το παρελθόν, αλλά δυστυχώς και τη θλίψη για το παρόν και την απαισιοδοξία για το μέλλον όταν πλέον έχουν εγκαταλειφθεί για τον οποιονδήποτε λόγο και έχουν αφεθεί στο έλεος της φθοράς και της λεηλασίας. Μήπως όμως υπάρχει ακόμα ελπίδα για την αξιοποίηση κάποιων ιστορικών ιδίως κτιρίων;

Καταρχάς ,ίσως ο πλέον σημαντικός ιστορικός χώρος που παραμένει αναξιοποίητος και βρίσκεται σε πλήρη εγκατάλειψη, είναι φυσικά το πρώην βασιλικό κτήμα Τατοίου. Πρόκειται για ένα κτήμα το οποίο βρίσκεται σε μία έκταση 42.000 τμ και το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1880 και ολοκληρώθηκε το 1886, ενώ αποτέλεσε κατοικία της βασιλικής οικογένειας από τις 18 Ιουλίου 1889 οπότε πραγματοποιήθηκαν και τα εγκαίνια. Αρχικά, χρησιμοποιούνταν ως εξοχική κατοικία, αλλά μεταπολεμικά αποτέλεσε τη μόνιμη κατοικία της βασιλικής οικογένειας, ενώ διαιρούνταν από διοικητική άποψη σε τρεις ενότητες που ήταν αυτοτελείς. Η πρώτη εξ’ αυτών σχεδιάστηκε ασφαλώς από τον Ερνέστο Τσίλλερ, τον γνωστό αρχιτέκτονα εκείνης της χρονικής περιόδου και περιλαμβάνει τα βασιλικά ανάκτορα µε πισίνα και υδρομασάζ, τα μαγειρεία, το υπασπιστήριο, το κτίριο του προσωπικού, την κατοικία του φροντιστή, το κτίριο των τηλεπικοινωνιών, το γκαράζ, το σχολείο των βασιλοπαίδων, τους στρατώνες, το θερμοκήπιο της βασίλισσας Φρειδερίκης, αλλά και το φυλάκιο της εσωτερικής πύλης. Στη δεύτερη ενότητα, τη λεγόμενη «διοικητική», ανήκουν το διευθυντήριο, το δασονομείο, το κτίριο αξιοκρατικών της φρουράς καθώς και ο σταθμός Χωροφυλακής. Τέλος η τρίτη ενότητα, την οποία οι βασιλείς αποκαλούσαν «το χωριό», περιλάμβανε τα σπίτια των εργατών, το παλιό και το νέο βουστάσιο, το ιπποστάσιο, το χοιροστάσιο, το οινοποιείο, το εμφιαλωτήριο, το βουτυροκομείο, το γαλακτοπωλείο, το ελαιοτριβείο, το κτίριο των εποχικών εργατών, αλλά και το πανδοχείο, δηλαδή το περίφημο «Χάνι του Λύγδα», αλλά και το «Ξενοδοχείο το Τατόι». Όμως τεράστια ιστορική σημασία φαίνεται πώς έχει η τέταρτη ενότητα που δεν είναι άλλη από το κοιμητήριο των ανακτόρων όπου έχουν ταφεί όλα τα μέλη της βασιλικής οικογένειας.

Όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση του κτήματος αξίζει να σημειωθεί ότι στον χώρο που αποτέλεσε κατοικία του βασιλέως, βασιλεύει πλέον η εγκατάλειψη και η παρακμή. Τα κτίρια έχοντας συντηρηθεί τελευταία φορά το 1967, βρίσκονται σε κακή κατάσταση παρά τη μεγάλη αρχιτεκτονική και ασφαλώς ιστορική τους αξία. Η συναρμοδιότητα τεσσάρων υπουργείων και επτά φορέων έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία επίτευξης μίας βιώσιμης συμφωνίας που θα οδηγήσει στην αξιοποίηση. Η καταγραφή και συντήρηση 17.000 αντικειμένων που βρίσκονταν εντός των ανακτόρων και κάποια έργα που κρίθηκαν απαραίτητα προκειμένου να μην καταρρεύσουν ορισμένα κτίρια σταμάτησαν το 2014 και μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει περαιτέρω εξελίξεις και διαδικασίες.

Έτσι, ένας χώρος που φιλοξένησε βασιλείς καθώς και αρχηγούς κρατών, θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά και προσωπικότητες διεθνούς κύρους ως επισκέπτες, έχει αφεθεί στη φθορά του χρόνου και οδηγείται στην κατάρρευση τη στιγμή που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως μουσείο και να αποτελέσει πηγή εσόδων.
Ένα κτίσμα που έχει σχεδιαστεί επίσης από τον Ε. Τσίλλερ είναι και η περίφημη Βίλλα Κλωναρίδη. Αυτή ανήκε στην ομώνυμη οικογένεια και κατά πάσα πιθανότητα χτίστηκε το διάστημα μεταξύ 1900-1902 στην περιοχή των Πατησίων η οποία εκείνη την εποχή όντας αραιοκατοικημένη και με πλήθος κήπων και χωραφιών, δεν θύμιζε σε τίποτα τη σημερινή της όψη και κατάσταση.

Η εν λόγω κατοικία διέθετε πλούσιο τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό διάκοσμο, ενώ όπως ήταν αναμενόμενο έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Δυστυχώς σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και είναι έρμαιο των βανδαλισμών. Παρόλα αυτά αποτελεί υποχρέωση του Δήμου Αθηναίων στον οποίο ανήκει, να προχωρήσει άμεσα στην αποκατάστασή της γιατί το μέλλον χτίζεται πάνω στα γερά θεμέλια του χτες.

Εν συνεχεία, σε σχέση με τον Ε. Τσίλλερ που προαναφέρθηκε, αξίζει να σημειωθεί πώς στην οδό Μαυρομιχάλη 6 βρίσκεται η ιδιωτική του κατοικία, η μόνη σωζόμενη κατοικία πασίγνωστου αρχιτέκτονα. Πρόκειται για ένα κτίριο επιβλητικό, μα συγχρόνως σκοτεινό και μυστηριώδες και προπάντων καλυμμένο την παρούσα χρονική στιγμή εξαιτίας των εργασιών αποκατάστασης και συντήρησης που πραγματοποιούνται. Η παράδοση του έργου έχει καθυστερήσει όπως συνηθίζεται σε πολλές περιπτώσεις στη χώρα μας, ενώ το ίδιο το κτίριο έχει περάσει κυριολεκτικά από σαράντα κύματα έχοντας υποστεί φθορές, λεηλασίες ακόμα και πυρκαγιά στο παρελθόν.

Παρόλα αυτά, δεν παύει να αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα με το συνολικό εμβαδόν του να υπερβαίνει τα 1.000 τμ, ενώ συγχρόνως κουβαλάει μια μεγάλη ιστορία. Αναλυτικότερα ο Τσίλλερ σχεδίασε και κατασκεύασε το 1882 στο συγκεκριμένο σημείο την ιδιωτική του κατοικία η οποία επρόκειτο να φιλοξενήσει εκτός από την οικογένειά του, το γραφείο του, αλλά και «μουσικό σαλόνι» το οποίο προοριζόταν για τη σύζυγό του που ήταν επαγγελματίας πιανίστα. Η κατοικία του Τσίλλερ υπήρξε ασφαλώς σημείο αναφοράς για την υψηλή κοινωνία εκείνης της εποχής στην Αθήνα ενώ ο ίδιος έζησε εκεί με την οικογένειά του μέχρι το 1912. Στη συνέχεια πέρασε από πολλά χέρια και άλλαξε αρκετές χρήσεις. Τέλος να αναφερθεί ότι το 1981 χαρακτηρίστηκε ως έργο τέχνης από το υπουργείο Πολιτισμού και το 1992 έγινε δωρεά προς το Ελληνικό Δημόσιο με σκοπό να λειτουργήσει ως ένα παράρτημα του Βυζαντινού Μουσείου. Το 2014 ξεκίνησε η αποκατάσταση του κτιρίου μετά την εκπόνηση της σχετικής μελέτης αποκατάστασης το 2011, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμα παραδοθεί στο κοινό.
Μιλώντας για ιστορικές κατοικίες δεν νοείται να παραληφθεί η αναφορά στην ιστορική κατοικία του μακεδονομάχου Παύλου Μελά η οποία βρίσκεται στην Κηφισιά και κυρίως είναι ένα βήμα πριν την κατάρρευση.

Το κτίριο αυτό κτίστηκε το 1895 και στις μέρες μας, η αδιαφορία για τη διάσωσή του αποδίδεται σε έλλειψη της σχετικής βούλησης. Οι τελευταίες ελπίδες για την αποκατάσταση και αξιοποίησή του εναποτίθενται στον υποψήφιο δήμαρχο Κηφισιάς που έχει δεσμευτεί σε περίπτωση εκλογής του να κινηθεί στην κατεύθυνση όχι μόνο της αποκατάστασης, αλλά εν συνεχεία και της μετατροπής της ιστορικής αυτής κατοικίας σε μουσείο όπως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει. Επίσης, αναξιοποίητη παραμένει μέχρι σήμερα η οικία που φιλοξένησε την πασίγνωστη υψίφωνο Μαρία Κάλλας επί της οδού Πατησίων 61 και η οποία οικοδομήθηκε περίπου το 1925 και από το 1989 έχει ασφαλώς χαρακτηριστεί ως διατηρητέο, ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο. Αναμένουμε τις εξελίξεις σε σχέση με τη συντήρηση και αξιοποίησή του αφού τον Φεβρουάριο του 2018 υπεγράφη σύμβαση με τον ΕΦΚΑ στον οποίο και έχει περιέλθει η κυριότητα του ακινήτου. Ωστόσο η ελπίδα μάλλον έχει πεθάνει στην περίπτωση των κατοικιών των ποιητών Κωστή Παλαμά και Ναπολέοντος Λαπαθιώτη αντίστοιχα, η εικόνα των οποίων είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτική.

Στην πρώτη περίπτωση ένα κτίριο των δεκαετιών 1920-1930 πλησίον του Ναού του Ολυμπίου Διός. Στη δεύτερη, μία οικία που οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1870 στη συμβολή των οδών Κουντουριώτη και Οικονόμου στην περιοχή των Εξαρχείων και η οποία έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο ιστορικό αρχιτεκτονικό μνημείο. Το κοινό στοιχείο; 2 κατοικίες στις οποίες δύο μεγάλοι ποιητές συνέθεσαν πολλά από τα έργα τους, όντας πλέον ερειπωμένες και παραδομένες στη φθορά του χρόνου να προκαλούν θλίψη στους περαστικούς για την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Και ίσως η θλίψη γίνεται μεγαλύτερη όταν η σχετική επιγραφή τους υπενθυμίζει τις προσωπικότητες που κάποτε έζησαν εκεί.

Διαφορετική από τα προαναφερόμενα, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση των γνωστών σε όλους, ξενοδοχείων «Ξενία». Πρόκειται ασφαλώς για εκείνα τα μοντερνιστικά, μα συγχρόνως εμβληματικά κτίρια που οικοδομήθηκαν τις δεκαετίες του 1950 και 1960 και τα οποία πλέον δυστυχώς έχον εγκαταλειφθεί αν όχι και ξεχαστεί, μετά από λανθασμένους χειρισμούς και αποφάσεις. Τα συγκεκριμένα ξενοδοχεία βρίσκονται σε εξαιρετικές τοποθεσίες σε σχέση με τις περιοχές στις οποίες εντοπίζονται, ενώ το καθένα από αυτά διαθέτει ουσιαστικά έναν ξεχωριστό χαρακτήρα που το διακρίνει από τα υπόλοιπα. Τα «Ξενία» αναπτύχθηκαν σε μία εποχή κατά την οποία ο μαζικός τουρισμός δεν υπήρχε ακόμα στη χώρα μας και μέσω αυτών ο ΕΟΤ που τα κατασκεύασε, επεδίωκε να θέσει τα θεμέλια πάνω στα οποία θα οικοδομούνταν η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Ήταν ξενοδοχεία λιτά και σκοπίμως μικρά αποδεικνύοντας όμως ότι το πλήθος των δωματίων δεν βρίσκεται σε συνάρτηση μόνο με τον μεγάλο όγκο του κτιρίου ενώ κάποια από αυτά έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Εντούτοις ο μαζικός τουρισμός που ήρθε με την πάροδο του χρόνου και οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια επρόκειτο να καταδικάσουν το μέλλον των «Ξενία» χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με διαφορετικό τρόπο και προς πιο συγκεκριμένες και εξειδικευμένες κατευθύνσεις. Η εκμίσθωση των ξενοδοχειακών μονάδων από τον ΕΟΤ σε ιδιώτες οι οποίοι δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν τίποτα περισσότερο από υποτυπώδεις επισκευές είχε ως αναμενόμενο αποτέλεσμα τη σταδιακή απαξίωση και τελικά την παραμέληση και την εγκατάλειψη. Το πρόγραμμα «Ξενία» περιελάβανε πάνω από 70 κτίρια για τουριστικούς σκοπούς μεταξύ των οποίων τα ξενοδοχεία ήταν περισσότερα από 50 και τουλάχιστον τρία από αυτά έχουν είτε κατεδαφιστεί είτε έχουν αλλάξει εντελώς χρήση. Φτάνοντας στις μέρες μας, τον Νοέμβριο του 2018 η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε. (ΕΤΑΔ) στην ιδιοκτησία της οποίας βρίσκονται αυτή τη στιγμή 26 «Ξενία», θα προχωρούσε στην έναρξη της διαδικασίας ηλεκτρονικών διαγωνισμών για την επαναλειτουργία 13 εξ’ αυτών με στόχο την απόκτηση οικονομικού οφέλους από την επαναλειτουργία τους.

Οι διαγωνισμοί θα αποσκοπούσαν στη μίσθωση των συγκεκριμένων ξενοδοχείων για διάστημα 49 χρόνων και την παρούσα χρονική στιγμή αναμένουμε τις εξελίξεις σε σχέση με το παρόν ζήτημα.
Είναι βέβαιο πώς τα κτίρια και ιδίως τα ιστορικά, που παραμένουν αναξιοποίητα αφημένα στο έλεος της φθοράς και των λεηλασιών, είναι αναρίθμητα. Σκοπός όμως είναι να αναγνωρίσουμε τη σπουδαιότητα της ιστορίας που κουβαλάνε πάνω τους, εκτός από τα χρόνια τους, και να τα αξιοποιήσουμε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο όπως άλλωστε αρμόζει και επιβάλλεται.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s