ΕΡΕΥΝΑ MUELLER, ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ…

Από τον: Κωνσταντίνο Βιέννα

Οι σχέσεις του Donald Trump με τη Ρωσία απασχόλησαν το δημόσιο διάλογο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής πριν ακόμα κερδίσει τις εκλογές, το 2016. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, άλλωστε, όταν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας ζήτησε δημόσια από τη Ρωσία να βρει τα e-mails της Hillary Clinton, με την ανθυποψήφιά του να τον κατηγορεί για συνεργασία με την παραδοσιακά εχθρική υπερδύναμη, θέση την οποία υποστήριξαν και άλλοι σημαντικοί παράγοντες των Δημοκρατικών; Για προφανείς, λοιπόν, λόγους η έρευνα Mueller έλαβε εξ αρχής τεράστια νομική και πολιτική σημασία και αποτέλεσε, τόσο αυτή καθ’ εαυτή όσο και ο αντίκτυπος της πιθανολογούμενης έκβασής της, ένα φλέγον ζήτημα στην αμερικανική πολιτική σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της διεξαγωγής της.

Η έρευνα έλαβε το όνομά της από τον επικεφαλής της ομάδας σύνταξης αυτής. Ο Robert Swan Mueller III, διδάκτωρ Νομικής, βετεράνος του Βιετνάμ, Εισαγγελέας με μεγάλες επιτυχίες και Διευθυντής του Federal Bureau of Investigation (F.B.I.) για 12 έτη, θεωρήθηκε και από τα δύο κόμματα άριστη επιλογή, ως ένας από τους πλέον ειδικούς για την εξέταση μιας ομολογουμένως πρωτοφανούς υπόθεσης. Επί 22 μήνες, ο Robert Mueller και η ομάδα του κατέβαλλαν τιτάνια προσπάθεια δοκιμάζοντας να απαντήσουν σε πλήθος ερωτημάτων. Με τη δημοσίευση της έρευνας πριν μερικές εβδομάδες απαντήθηκαν τα δύο βασικότερα από αυτά, το αν, δηλαδή, πράγματι ο Donald Trump συνωμότησε με τη Ρωσία για να κερδίσει τις εκλογές και αν οι ενέργειες και δηλώσεις του σχετικά με την έρευνα αποτέλεσαν παρακώλυση απονομής Δικαιοσύνης.

Ως προς το πρώτο θέμα, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δε φέρεται να σχετίζεται άμεσα με την προσπάθεια των Ρώσων να τον οδηγήσουν στη νίκη. Ουδείς από το προεκλογικό του επιτελείο συνεργάστηκε με τα ρωσικά «troll farms», δηλαδή, τις εστίες προπαγάνδας κατά της Hillary Clinton και υπέρ του, ενώ, όσον αφορά στις διαρροές του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των Δημοκρατικών, η ομάδα του Προέδρου δε φαίνεται να συμμετείχε στην υποκλοπή, όμως, ίσως βοήθησε στη διακίνησή του. Επιπλέον, αποκαλύπτεται πως ο Donald Trump δοκίμασε να ανακτήσει τα περίφημα διαγεγραμμένα e-mails της αντιπάλου του, χωρίς πάντως να τα καταφέρει.

Σχετικά με την παρακώλυση στη διαλεύκανση της υπόθεσης, η έρευνα αφήνει περισσότερα θέματα ανοιχτά, με τον επικεφαλής αυτής να δηλώνει πως αρνείται να απαντήσει κατηγορηματικά ότι ο Πρόεδρος δε διέπραξε αδίκημα, θεωρώντας το ζήτημα πολιτικό και άρα κρινόμενο από το Κογκρέσο. Ο Robert Mueller αναφέρεται πάντως σε μια σειρά ενεργειών με στόχο να παρεμποδιστεί το έργο των ερευνώντων, όπως στην απόπειρα απόλυσής του από τον Donald Trump, στην αποπομπή του Διευθυντή του F.B.I., James Comey, και στις επιθέσεις του Προέδρου και των συνεργατών του σε όσους εμπλεκόμενους στην έρευνα επέλεξαν να συνεργαστούν με τις αρχές.

Όσον αφορά στις αντιδράσεις για τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, William Barr, θεωρεί ότι ο Πρόεδρος απαλλάσσεται, μη έχοντας συνεργαστεί με τη Ρωσία, και οι Δημοκρατικοί παραδέχονται πως δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να οδηγήσουν σε αποπομπή του Donald Trump. Έτσι, η ιδιαίτερη αυτή διαδικασία, κατά την οποία η Βουλή παραπέμπει τον Πρόεδρο να δικαστεί από τη Γερουσία, η οποία δύναται να τον καθαιρέσει με ψήφους των 2/3 των μελών της, φαίνεται αδύνατη να συμβεί. Σχεδόν όλοι υποστηρίζουν πλέον ότι κάτι τέτοιο θα ήταν, το λιγότερο, ανώφελο, και θα μπορούσε να έχει αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, συσπειρώνοντας περισσότερο τους οπαδούς του Donald Trump, βοηθώντας τον στις επόμενες εκλογές.

Ωστόσο, είναι εσφαλμένο να θεωρήσει κανείς ότι το τέλος της έρευνας Mueller αποτελεί καθαρή νίκη του Προέδρου· τουλάχιστον όχι επί του παρόντος. Τόσο ο ίδιος ο επικεφαλής της έρευνας όσο και άλλοι Εισαγγελείς συνεχίζουν να αναζητούν διάφορες πτυχές των δραστηριοτήτων του Donald Trump, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται και από την ίδια την τελική έκθεση, στο κείμενο της οποίας αρκετά σημεία έχουν αφαιρεθεί για να μη δυσχεράνουν εν εξελίξει δικαστικές προσπάθειες. Επιπλέον, άτομα από το στενό κύκλο του Προέδρου συμπεριλαμβάνονται στους κατηγορούμενους με βάση την έρευνα Mueller. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο πρώην υπεύθυνος της προεκλογικής εκστρατείας του Donald Trump, Paul Manafort, ο οποίος αθέτησε τη συμφωνία του να συνεργαστεί με τις αρχές και καταδικάστηκε σε φυλάκιση άνω των επτά ετών, ο προσωπικός δικηγόρος του, Michael Cohen, ο οποίος παραβίασε τους κανόνες περί οικονομικών για τις προεκλογικές εκστρατείες για να καλύψει τις εξωσυζυγικές σχέσεις του Προέδρου, και ο σύμβουλος, Roger Stone, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για ψευδείς καταθέσεις, παρακώλυση και αλλοίωση μαρτυρίας.

Συμπερασματικά, σε αντίθεση με τις προσδοκίες και των δύο πλευρών, από την έρευνα προκύπτει ένα διφορούμενο αποτέλεσμα: Ο Πρόεδρος θα μπορεί πλέον να καυχιέται και επίσημα για τη μη συνεργασία του με τη Ρωσία, ενώ την ίδια στιγμή οι Δημοκρατικοί θα δώσουν έμφαση στις πράξεις πιθανής παρακώλυσης απονομής Δικαιοσύνης και στις συμπληρωματικές έρευνες, οι οποίες δύνανται να αποδειχθούν εξίσου επικίνδυνες για τον Donald Trump. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, αυτή η εξέλιξη θα συμβάλει στην κορύφωση της πολιτικής αντιπαράθεσης, με το βλέμμα στραμμένο αρχικά στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών, όπου οι υποψήφιοι θα αναγκαστούν να μεταβάλουν το αφήγημά τους και να επικεντρωθούν στο δικό τους πρόγραμμα αντί των κατηγοριών προς τον Πρόεδρο, και αργότερα, το Νοέμβριο του 2020, στις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s