Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ LEX ARBITRI ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ.

Από την: Κωνσταντίνα Καλούτσα

Το Εμπορικό Δίκαιο και οι εμπορικές συναλλαγές εν γένει λειτουργούν δυναμικά με κυριότερο χαρακτηριστικό την ταχύτητα η οποία διέπει τις εξελίξεις στους συναλλακτικούς κύκλους και την υιοθέτηση νέων πρακτικών. Οι συμβαλλόμενοι έχουν, επομένως, την εύλογη απαίτηση για όσο το δυνατόν ταχύτερη εκκαθάριση τυχόν διαφορών οι οποίες προκύπτουν από τις συναλλακτικές τους σχέσεις. Η ανάγκη αυτή έχει οδηγήσει εδώ και αρκετές δεκαετίες στην άνθηση εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών στο πεδίο του Εμπορικού Δικαίου, με αποτέλεσμα ειδικά στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές να είναι πλέον κανόνας η προσφυγή στη διαιτησία ή σε παρόμοιους τρόπους διευθέτησης διαφορών. Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την έναρξη ισχύος του Πρότυπου Νόμου για τη διεθνή εμπορική διαιτησία της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο (United Nations Commission on International Trade Law), ο οποίος έχει ενταχθεί με μικρές διαφοροποιήσεις στην ελληνική έννομη τάξη με το Νόμο 2735/1999.

Εκτός από την ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης, η διαιτησία χαρακτηρίζεται και από εμπιστευτικότητα, μυστικότητα και μεγάλη ευελιξία, καθώς τα μέρη έχουν την ελευθερία να επιλέξουν το είδος (ad hoc ή θεσμική διαιτησία), να συνδιαμορφώσουν το καθεστώς επίλυσης της διαφοράς και το κυριότερο, να διαλέξουν ο καθένας το διαιτητή του (χωρίς να αναιρείται η ανεξαρτησία αυτών κατά την τομή της διαφοράς). Η επιλογή θα γίνει επί τη βάσει εμπειρίας και ειδικών γνώσεων, οι οποίες ελλείπουν συνήθως από τους τακτικούς δικαστές. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα, όμως, είναι ότι τα μέρη αποφεύγουν τον κίνδυνο να προσφύγουν στα δικαιοδοτικά όργανα ενός άγνωστου σε αυτά νομικού συστήματος.

Σε σύνδεση με τα ανωτέρω, αξίζει να γίνουν δύο γενικές παρατηρήσεις σχετικά με το Νόμο 2735/1999. Πρώτον, υπάρχουν πολλές ρήτρες opt-out, δηλαδή, τα μέρη μπορούν με συμφωνία τους να αποκλίνουν από τις προβλέψεις του Νόμου 2735/1999, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ουσιαστικώς η ευελιξία της διαδικασίας ανάλογα με τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της εκάστοτε υπόθεσης και δεύτερον, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων είναι επιβοηθητικός, κυρίως όταν ανακύπτουν αδιέξοδα, όπως ενδεικτικά στην περίπτωση αδυναμίας ορισμού διαιτητών (άρθρο 11 Ν. 2735/1999) ή στην περίπτωση εξαίρεσης διαιτητή (άρθρο 13 Ν. 2735/1999). Με άλλα λόγια, εφόσον υπάρχει συμφωνία διαιτησίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να απόσχουν από την επίλυση της διαφοράς επί της ουσίας.

Στο άρθρο 1 του Νόμου 2735/1999 απαριθμούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες εφαρμόζεται σε μια διαιτησία το εν λόγω νομοθέτημα:

  1. Η νομική έδρα της διαιτησίας (όχι απαραιτήτως ταυτόσημη με τον τόπο του άρθρου 20 Ν. 2735/1999) πρέπει να είναι εντός της Ελληνικής Επικράτειας.
  2. Η διαιτησία πρέπει να είναι διεθνής, σύμφωνα με το μεικτό κριτήριο (άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2735/1999), το οποίο συνδυάζει τόσο υποκειμενικές όσο και αντικειμενικές παραμέτρους.
  3. Η διαφορά πρέπει να επιτρέπεται να υπαχθεί σε διαιτησία (αντικειμενική διαιτητευσιμότητα), κατά μία άποψη, με βάση τη lex fori.
  4. Η διαφορά πρέπει να είναι εμπορική.

Σε αντίθεση με τον Πρότυπο Νόμο, στο Νόμο 2735/1999 δεν προσδιορίζεται η έννοια της εμπορικής διαφοράς, εξαιτίας νομοτεχνικών λόγων, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση. Για την πληρότητα του λόγου αξίζει να αναφέρουμε ότι στον Πρότυπο Νόμο ο όρος «εμπορική» διευρύνεται εννοιολογικά, «ώστε να καλύπτει ζητήματα που προκύπτουν από κάθε σχέση εμπορικής φύσης, συμβατική ή όχι. Οι σχέσεις εμπορικής φύσης περιλαμβάνουν -χωρίς να περιορίζονται σε αυτές- τις ακόλουθες συναλλαγές: κάθε εμπορική συναλλαγή για την παροχή ή ανταλλαγή εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, συμφωνία διανομής, εμπορική αντιπροσωπεία ή πρακτορεία, πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), χρηματοδοτική μίσθωση (leasing), κατασκευή έργων, παροχή άδειας εκμετάλλευσης, επένδυση, χρηματοδότηση, τραπεζικές εργασίες, ασφαλίσεις, σύμβαση εκμετάλλευσης ή παραχώρησης, κοινοπραξία και άλλες μορφές βιομηχανικής ή επιχειρηματικής συνεργασίας, αεροπορική, θαλάσσια, σιδηροδρομική ή οδική μεταφορά αγαθών και επιβατών.».

Αν, λοιπόν, σε μία διαιτησία τύχει εφαρμογής ο Νόμος 2735/1999, θα πρόκειται για μια ημεδαπή (κατ’ αντιδιαστολή με την αλλοδαπή) διεθνή (κατ’ αντιδιαστολή με την εσωτερική: άρθρο 867 επ. Κ.Πολ.Δ.) διαιτησία, γιατί αφενός η lex arbitri, δηλαδή, το δίκαιο της διαιτησίας, είναι εθνικό δίκαιο (Ν. 2735/1999), αφετέρου η διαφορά παρουσιάζει στοιχεία διεθνικότητας, απορρέουσα από το διεθνές εμπόριο.

Πρωτίστως, όμως, βασική προϋπόθεση για να μεταβούμε στο στάδιο εξέτασης του πεδίου εφαρμογής (άρθρο 1 Ν. 2735/1999) είναι η ύπαρξη συμφωνίας των μερών για υπαγωγή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών τους από σύμβαση ή και εκ του νόμου σε διαιτησία (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 2735/1999). Πάντως, σύμφωνα με την απόφαση 1426/2005 του Αρείου Πάγου, αν και στο πλαίσιο εσωτερικής διαιτησίας στην οποία εφαρμόστηκαν τα άρθρα 867 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έχει γίνει δεκτό ότι είναι έγκυρη μονομερής διαιτητική ρήτρα, με την οποία μόνο το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να προσφύγει στη διαιτησία ή να επιλέξει μεταξύ των τακτικών δικαστηρίων και της διαιτησίας. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, μια τέτοια ρήτρα να γίνει δεκτή και στη διαιτησία του Νόμου 2735/1999 δεδομένης της αυξημένης ελευθερίας των μερών.

Η συμφωνία διαιτησίας είναι δυνατό να αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής σύμβασης ή να πρόκειται για ρήτρα εντός της κύριας σύμβασης των μερών (άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 2735/1999). Η ιδιαιτερότητα της διαιτητικής ρήτρας είναι η αυτοτέλειά της (seperability), υπό την έννοια ότι «απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου ότι η σύμβαση είναι άκυρη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ακυρότητα της διαιτητικής ρήτρας» (άρθρο 16 παρ. 1 εδ. γ’  Ν. 2735/1999), γιατί διαφορετικά, εξαιτίας της συνακυρότητας, το διαιτητικό δικαστήριο θα έχανε το έρεισμα της δικαιοδοσίας του (καταφατικό αποτέλεσμα συμφωνίας διαιτησίας).

Το νομοθέτημα υιοθετεί επίσης την αρχή της «Compétence-Compétence», βάσει της οποίας, όταν υπάρχουν ενστάσεις ως προς τη δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου, κατ’ αρχήν την εξουσία για να ελέγξουν τη δικαιοδοσία τους έχουν οι ίδιοι οι διαιτητές, για να διαφυλαχθεί η ταχύτητα της διαδικασίας (άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α’ Ν. 2735/1999). Αν οι ενστάσεις προβληθούν εξ αρχής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, αυτά οφείλουν, αφού διενεργήσουν έναν prima facie έλεγχο της εγκυρότητας της διαιτητικής συμφωνίας, να παραπέμψουν την υπόθεση στους διαιτητές.

Για τη συμφωνία διαιτησίας προβλέπεται έγγραφος τύπος (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 2735/1999), η ακυρότητα από την έλλειψη του οποίου θεραπεύεται με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή των μερών στη διαιτητική διαδικασία (άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 2735/1999). Η πρόβλεψη τύπου αφενός προσδίδει ασφάλεια δικαίου και αφετέρου συνδέεται με μία εκ των συνεπειών της συμφωνίας διαιτησίας, δηλαδή, τη συμβατική παραίτηση των μερών από το δικαίωμα προσφυγής στα κρατικά Δικαστήρια (αποφατικό αποτέλεσμα συμφωνίας διαιτησίας), η οποία λόγω της σοβαρότητάς της πρέπει να συνοδεύεται χάριν προστασίας των μερών από αυξημένη τυπικότητα.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος αν αυτή η παραίτηση αντιτίθεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτη είναι η παραίτηση από ένα θεμελιώδες δικαίωμα όταν είναι γενική και εκ των προτέρων. Στην πραγματικότητα, όμως, η παραίτηση από το άρθρο 20 του Συντάγματος ένεκα συμφωνίας διαιτησίας γίνεται χάριν επιλογής ενός άλλου τρόπου επίλυσης διαφορών, οπότε ο σκοπός του Συντάγματος δε ματαιώνεται, αλλά εκπληρώνεται με έναν τρόπο τον οποίο τα μέρη προκρίνουν ως αποτελεσματικότερο. Σε κάθε δε περίπτωση, θα ήταν πατερναλιστικό να αναχθεί ένα δικαίωμα σε υποχρέωση από την οποία δε χωρεί παραίτηση.

Η συμφωνία διαιτησίας, όντας σύμβαση, διέπεται και από τους γενικούς κανόνες περί δικαιοπραξιών και συμβάσεων. Εν προκειμένω, το κρίσιμο ερώτημα είναι με βάση ποιο δίκαιο θα κριθεί το κύρος της συμφωνίας διαιτησίας. Η κρατούσα άποψη στην ελληνική νομολογία δέχεται ότι αν τα μέρη επέλεξαν ρητώς το διέπον την κύρια σύμβαση δίκαιο, τότε αυτό εφαρμόζεται και στη συμφωνία διαιτησίας (ενδεικτικές αποφάσεις: 84/2005 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 702/2003 Εφετείου Πειραιά). Ενόψει, ωστόσο, της αυτοτέλειας της διαιτητικής ρήτρας, η παραπάνω επιλογή δικαίου μπορεί να χρησιμεύσει ως μαχητό τεκμήριο για την ανεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου στη συμφωνία διαιτησίας. Επομένως, αν δεν υπάρχει ρητή επιλογή, εφαρμόζεται ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 25 του Αστικού Κώδικα, αφού, όπως αναφέρει το άρθρο 1 παρ. 2 στχ. ε’ του Κανονισμού Ρώμη Ι, οι συμφωνίες διαιτησίας εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του. Υποστηρίζεται, βέβαια, και η άποψη της εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου (και όχι του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου) του κράτους της έδρας του διαιτητικού δικαστηρίου (lex fori).

Ποιο είναι, όμως, το εφαρμοστέο δίκαιο στις υπόλοιπες πτυχές της διαιτησίας; Κατ’ αρχάς, στη διεθνή διαιτησία είναι δυνατόν να τύχουν εφαρμογής τουλάχιστον τρία διαφορετικά δίκαια, αυτό για τη συμφωνία διαιτησίας, η lex arbitri, όπως είναι, εν προκειμένω, ο Νόμος 2735/1999 και αυτό για την επίλυση της διαφοράς επί της ουσίας. Η λέξη «τουλάχιστον» παραπέμπει στην περίπτωση, κατά την οποία τα μέρη επιλέγουν την τεχνική του depéçage, οπότε το εφαρμοστέο δίκαιο επί της ουσίας της διαφοράς διασπάται σε περισσότερα δίκαια για επιμέρους πτυχές της σύμβασης. Το εφαρμοστέο δίκαιο στην ουσία της διαφοράς μπορεί να επιλεγεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Νόμου 2735/1999, είτε από τα μέρη είτε από τους διαιτητές, ενώ παρέχεται στα μέρη και η δυνατότητα να εξουσιοδοτήσουν τους διαιτητές να κρίνουν κατά δίκαιη κρίση χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένους κανόνες. Παράλληλα, η ελευθερία των μερών είναι τόσο ευρεία, ώστε μπορούν να επιλέξουν ακόμα και εθνικούς κανόνες των οποίων έχει παρέλθει η ισχύς ή κανόνες διεθνών συμβάσεων οι οποίοι δεν έχουν τεθεί ακόμη σε ισχύ.

Καίριας σημασίας για την πλήρη και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης είναι και το ζήτημα της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 17 του Νόμου 2735/1999, τόσο τα τακτικά Δικαστήρια όσο και το διαιτητικό -υπό την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας των μερών- έχουν την εξουσία να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα, με τη διαφορά ότι, αν τα ασφαλιστικά μέτρα διαταχθούν από το διαιτητικό δικαστήριο, δεν εκτελούνται άνευ ετέρου, αλλά η απόφαση πρέπει να επικυρωθεί από το αρμόδιο τακτικό Δικαστήριο. Αυτό συνεπάγεται καθυστέρηση και αναιρεί ως ένα βαθμό το σκοπό της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Για αυτό το λόγο, οι ενδιαφερόμενοι είναι προτιμότερο να αιτούνται τα ασφαλιστικά μέτρα στο αρμόδιο τακτικό Δικαστήριο.

Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα στο πλαίσιο της διεθνούς εμπορικής διαιτησίας είναι η συμμετοχή τρίτων προσώπων, αναφορικά με την οποία στις δίκες ενώπιον των κρατικών Δικαστηρίων υπάρχουν ειδικοί δικονομικοί κανόνες. Αντιθέτως, στο Νόμο 2735/1999 δεν υπάρχει πρόβλεψη. Η σιωπή του νόμου δε σημαίνει ότι η συμμετοχή ενός τρίτου, για παράδειγμα, ως δικονομικού εγγυητή ή κυρίως παρεμβαίνοντος, δεν είναι εφικτή. Κλειδί για τη συμμετοχή του τρίτου είναι η συναίνεση των μερών, αφού όλο το σύστημα της διαιτησίας βασίζεται σε μια συμφωνία.

Σχετικά με τα μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης στάδια έννομης προστασίας, πρέπει να αναφερθεί ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα (άρθρο 35 παρ. 1 Ν. 2735/1999), εκτός κι αν τα μέρη συμφώνησαν δεύτερο βαθμό διαιτησίας (άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 2735/1999). Τα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνονται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, οπότε, είναι συνταγματικός ο αποκλεισμός τους με νόμο. Ακόμα και αν δεν μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα, η διαιτητική απόφαση μπορεί να προσβληθεί με αγωγή ακύρωσης, αν συντρέχει και αποδειχθεί κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 34 του Νόμου 2735/1999, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, συμπίπτουν με τους λόγους για τους οποίους είναι δυνατή η άρνηση εκτέλεσης μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης (άρθρο 5 παρ. 1 άρθρου πρώτου Ν.Δ. 4220/1961, το οποίο κύρωσε τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 «περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων»). Σε αντίθεση, λοιπόν, με τις αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει πρώτα να αναγνωρισθούν για να εκτελεσθούν (άρθρο 36 Ν. 2735/1999), οι αποφάσεις ημεδαπών διεθνών διαιτησιών αποκτούν δεδικασμένο και εκτελεστότητα από την έκδοσή τους (άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 2735/1999) και μάλιστα η άσκηση αγωγής ακύρωσης δεν έχει εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 35 παρ. 3 Ν. 2735/1999).

Από τη θέσπιση του Νόμου 2735/1999 έχουν επέλθει αρκετές αλλαγές ακόμη και στον Πρότυπο Νόμο με την τροποποίησή του το 2006. Οι μεταβολές αυτές δεν υιοθετήθηκαν από τη χώρα μας, με αποτέλεσμα, για παράδειγμα, τα ερμηνευτικά όρια της έννοιας του εγγράφου του άρθρου 7 του Νόμου 2735/1999 να υστερούν σε σχέση με την αντίστοιχη έννοια του αναθεωρημένου Πρότυπου Νόμου. Οι τεχνολογικές εξελίξεις ήταν και εξακολουθούν να είναι αλματώδεις και θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς διευκόλυνση της διαιτησίας σε επίπεδο διαδικασίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εισαχθούν τηλεδιασκέψεις ή στο άρθρο 3 του Νόμου 2735/1999, το οποίο αφορά στις γνωστοποιήσεις, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και η επιλογή της αποστολής μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Αν και η διαιτησία ως θεσμός στην Ελλάδα δεν έχει λάβει, τουλάχιστον ακόμη, τόσο ευρεία αποδοχή όσο σε άλλες έννομες τάξεις, δεδομένης της συμφόρησης των τακτικών Δικαστηρίων, ειδικά των μεγάλων αστικών κέντρων, αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Η ανάπτυξη και η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων είναι ίσως η κατάλληλη ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, ώστε να συμβαδίσει με τις εξελίξεις στο διεθνές εμπόριο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s