«ΚΑΙ ΣΚΛΑΒΑ ΘΑ ΜΕΙΝΩ!»…

Από τη: Δήμητρα Καπρούλια

Όταν η αείμνηστη Τζένη Βάνου πρωτοτραγούδησε το 1964 με τεράστια επιτυχία το τραγούδι σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου με τίτλο  «Η σκλάβα», η ελληνική κοινωνία δε φανταζόταν πως θα έφτανε το πλήρωμα του χρόνου και θα αντίκρυζε τους στίχους του να παίρνουν σάρκα και οστά ανά την υφήλιο. Τα τελευταία χρόνια με τις ραγδαίες εξελίξεις, ειδικά αναφορικά με το δικαίωμα της σεξουαλικής αυτονομίας και ελευθερίας, τα εθνικά και διεθνή δικαστήρια εμφανίζονται πολλές φορές αδύναμα να ερμηνεύσουν κανόνες δικαίου οι οποίοι αφορούν σε τμήματα του λεγόμενου σαδομαζοχιστικού παιχνιδιού. Αποκορύφωμα των εξελίξεων οι αποφάσεις Laskey, Jaggard, Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου και K.A., A.D. κατά Βελγίου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κλήθηκε να ισορροπήσει σε αρκετά λεπτές νομικές γραμμές και να ερμηνεύσει προσεκτικά την έννοια της προσωπικής αυτονομίας και της σεξουαλικής ελευθερίας.

Αναγκαία για τον αναγνώστη θεωρείται η παρακάτω διάκριση: Όταν η θεωρία και η νομολογία κάνουν λόγο για σαδομαζοχιστικές πρακτικές, δεν αναφέρονται στο σεξουαλικό προσανατολισμό της κυριαρχίας-υποταγής. Η οποιαδήποτε σχέση κυριαρχίας-υποταγής στηρίζεται πρωτίστως στην πνευματική επικοινωνία των μερών και μπορεί να μην περιλαμβάνει καν τη μεταξύ τους σωματική επαφή.  Η επιλογή μιας μη κλασικής σχέσης και η προτίμηση σχέσεων κυριαρχικού περιεχομένου διαφέρει από σαδομαζοχιστικές σχέσεις, στις οποίες τα συμμετέχοντα μέρη προκαλούν ή υφίστανται σωματικές βλάβες, ικανές να πληρούν την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος. Πρόκειται για σοβαρές και επικίνδυνες σωματικές βλάβες σε ευαίσθητα σημεία του σώματος, τα οποία περιέχουν νεύρα ή είναι άκρως κομβικά για την ορθή λειτουργία του οργανισμού. Σε αυτού του είδους τις σχέσεις η πρόκληση σωματικού πόνου θεωρείται αναγκαία.

Η προβληματική ανάγεται κυρίως στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, της μη επέμβασης της δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος και κυρίως στις μορφές τις οποίες μπορεί να λάβει η έννοια της προσωπικής αυτονομίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην προσπάθειά του να κρίνει ακριβοδίκαια περί της δικαίωσης ή μη των προσφευγόντων όρισε την προσωπική αυτονομία ως «το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει για τον εαυτό του και να κάνει τις δικές του επιλογές».

Όσον αφορά στις σαδομαζοχιστικές σχέσεις, εξετάζεται αν θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος της προσωπικής αυτονομίας, εφόσον οι προκληθείσες σωματικές βλάβες πλήττουν καίρια την υγεία, την αξιοπρέπεια και την τιμή του ατόμου, πτυχές οι οποίες συναπαρτίζουν τον πυρήνα του δικαιώματος.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημασία της σεξουαλικής αυτονομίας, ως βασικού στοιχείου για την ψυχική και σωματική ικανοποίηση του ατόμου, αλλά και τιθέμενους περιορισμούς, όπως η αρχή της αναλογικότητας, σπουδαίο ρόλο διαδραματίζουν η βαρύτητα των σωματικών βλαβών, ο τρόπος με τον οποίο τα μέρη «συμβάλλονται» για τη δημιουργία μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης και οι λέξεις ασφαλείας, με τις οποίες παρέχεται δυνατότητα στα μέρη να διακόψουν την πράξη οποιαδήποτε στιγμή κρίνουν πως το «παιχνίδι» παίρνει σάρκα και οστά και ο υποτακτικός μετατρέπεται σε δούλο. Παρ’ ότι θεωρία και νομολογία φαίνεται δειλά δειλά να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους προαναφερθέντες παράγοντες, επισημαίνουν, ωστόσο, ότι οι ακραίες αυτές σεξουαλικές πρακτικές αναιρούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την τιμή, την ανθρώπινη μεταχείριση και ευνοούν τη συντήρηση απάνθρωπης συμπεριφοράς, υποδαυλίζοντας την έννοια της δουλείας εις βάρος της υπόστασης του ατόμου.

Πράγματι, σε υποθέσεις τέτοιων σχέσεων παρατηρήθηκε το φαινόμενο της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, η οποία διέφευγε των ορίων του «παιχνιδιού» και της απόλαυσης με συμπεριφορές οι οποίες εκμηδενίζουν κάθε έννοια αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Κρίσιμο ζήτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω είναι το κατά πόσο οι συμμετέχοντες διαθέτουν πλήρη γνώση των πραττομένων τους και αν η βούλησή τους επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το «επιθυμητικόν» τους. Διερωτάται κανείς αν διαθέτουν βούληση απαλλαγμένη από ελαττώματα ή απορρίπτουν κάθε έννοια λογικής και ελευθερίας, υποβάλλοντας τον εαυτό τους σε μία παραμορφωτική της αυτονομίας κατάσταση. Πράγματι, κατά κοινή ομολογία, παρατηρείται μία αντίφαση, αφού το υποκείμενο δικαίου συναινεί να υποβαθμίσει την ανθρώπινη υπόστασή του, αρνούμενο τις λογικές επιταγές και ακολουθώντας ένστικτα «ζωώδη», τα οποία θέλουν το αδύναμο ον να υποτάσσεται στο ισχυρό. Συνειδητά ή μη;

Θεωρία και νομολογία παρατήρησαν αυτή την αντίφαση, προσθέτοντας πως κρίνεται παράλογη η συναίνεση εκχώρησης οποιασδήποτε μορφής σωματικής ελευθερίας και αξιοπρέπειας, αφού το άτομο έχει πλήρως αναγνωρίσει κοινωνικοπολιτικά και πραγματικά την υπόστασή του ως αυτόνομης προσωπικότητας, φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η ελευθερία του οποίου ουδέποτε μπορεί να περιορισθεί. Εν τούτοις, παρά τη ρητή αυτή αναγνώριση, δέχεται να μετατραπεί σε «αντικείμενο», υπογράφοντας συμφωνίες ποινικά κολάσιμες, οι οποίες εκλαμβάνονται ως πραγματικά συμβόλαια, με πλήρη νομική ισχύ. Θεωρία και νομολογία αρνούνται να δεχθούν πως έστω και υπό τη μορφή «παιχνιδιού» το άτομο επιθυμεί τη δουλεία του και την κατοχή του από τρίτα πρόσωπα και σημαίνοντα ρόλο για αυτό διαδραματίζει και η προστασία της υγείας του ατόμου.

Η πρόκληση επικίνδυνων σωματικών βλαβών και η εδραίωση ή έστω διάδοση της πεποίθησης πως ενόψει της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης η πρόκληση σωματικών βλαβών είναι επιτρεπτή θα οδηγούσε με λογική βεβαιότητα στη διαμόρφωση τρόπων συμπεριφοράς άκρως επικίνδυνων για το κοινωνικό σύνολο και την κοινωνική ευημερία. Επιπλέον, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συγκρούεται με την εξευτελιστική μεταχείριση, έστω και στο πλαίσιο του εκούσιου σεξουαλικού παραλογισμού. Ο ορθός λόγος και η κατοχύρωση της αξιοπρέπειας ως μέσου πλήρους συγκρότησης μιας μεστής ανθρώπινης προσωπικότητας καταστρατηγείται για την πρόσκαιρη ικανοποίηση επικίνδυνων σεξουαλικών αναγκών. Η επιθυμία πρόκλησης έντονου σωματικού πόνου ενισχύει την πεποίθηση περί αντιμετώπισης του ατόμου ως «σκεύους» ικανοποίησης προσωπικών αναγκών.

Η προβληματική της νομιμότητας ακραίων σαδομαζοχιστικών πράξεων ως έκφανσης της προσωπικής αυτονομίας έγκειται, εν τέλει, σε ένα γενικότερο δικαιοφιλοσοφικό πλαίσιο. Διακρίνοντας δύο τάσεις, αφενός της πλήρους απαγόρευσης τέλεσης τέτοιων πράξεων και αφετέρου της αποδοχής του θεατρικού χαρακτήρα των πράξεων, οι οποίες δε συμβαδίζουν με την πραγματικότητα και τους νομικούς όρους, κρίνονται άξια αναφοράς τα κάτωθι: Η σεξουαλική αυτονομία κρίνεται σε κάθε περίπτωση αναγκαία για την ομαλή ανάπτυξη και διαμόρφωση του τρόπου ζωής του ατόμου, γεγονός το οποίο έχει αναγνωρισθεί από νομολογία και θεωρία. Η διαμόρφωση σεξουαλικών προτιμήσεων, απομακρυσμένων από τα πρότυπα του συνόλου, εφόσον δεν πλήττουν αγαθά τρίτων ατόμων, ανάγεται αποκλειστικά στην προσωπική σφαίρα του ατόμου, στην οποία δε δικαιούται να επέμβει οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Εν τούτοις, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν παράγοντες, όπως η ακραία μορφή συμπεριφοράς, η οποία αγγίζει παράλογες και επικίνδυνες πτυχές του ανθρώπινου «είναι», η τήρηση της θεατρικότητας του «παιχνιδιού» και οι μορφές προσβολών, τις οποίες δέχονται τα μέρη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s