Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΝΑΛΥΕΙ ΣΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΑΛΜΟ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ.

Από τους: Νίκο Μάλαμα, Κωνσταντίνα Καλούτσα – Επιμέλεια: Νίκος Μάλαμα

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

Στο Γενικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα, με εξαίρεση τα κεφάλαια των ποινών, οι περισσότερες αλλαγές δεν είναι ριζοσπαστικές, αλλά απλώς διευκρινιστικές. Επιχειρείται μία πλέον αντικειμενική προσέγγιση της έννοιας της συναυτουργίας και της απόπειρας. Όσον αφορά στην απρόσφορη απόπειρα, επικράτησε η άποψη να μην περιληφθεί ρύθμιση. Πρόκειται για μια υποστηρίξιμη επιλογή, παρ’ ότι δε θεωρώ προβληματική και την ισχύουσα διάταξη, η οποία δεν έχει, ωστόσο, μεγάλη πρακτική σημασία, αφού είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι καταδίκες για απρόσφορη απόπειρα τις τελευταίες δεκαετίες. Άλλωστε, και υπό τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, μέρος μόνο της απρόσφορης απόπειρας τιμωρείται, αφού η απρόσφορη απόπειρα λόγω υποκειμένου δεν τιμωρείται. Επίσης, είχε προταθεί η πλάνη ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις συνδρομής λόγου άρσης του αδίκου να αντιμετωπίζεται πλέον ως νομική, όχι ως πραγματική πλάνη. Τελικά αυτό δε θα ισχύσει. Διαγράψαμε το σχετικό άρθρο 25Α του Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα και νομίζω σωστά. Η γνώμη μου ήταν ότι δεν αποτελεί αποστολή του Ποινικού Κώδικα να επιλύει δογματικές διαμάχες και πρέπει να αφήνονται η νομολογία και η επιστήμη ελεύθερες να διαμορφώνουν τις απόψεις για τα ζητήματα αυτά.

Μεγάλη, όμως, είναι η μεταρρύθμιση των ποινών. Πλέον, οι τρεις βασικές ποινές είναι: η χρηματική ποινή, η κοινωφελής εργασία και η στερητική της ελευθερίας ποινή.

Κατ’ αρχάς, καταργείται η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή. Δηλαδή, δεν υπάρχει πια ο θεσμός της ποινής φυλακίσεως, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική ποινή. Μέχρι τώρα ποινές φυλακίσεως έως 5 έτη μπορούσαν να μετατραπούν σε χρηματική ποινή μέχρι κάποιο όριο υποχρεωτικά και από τα 3 έτη και άνω με κάποιες εξαιρέσεις. Αντί, λοιπόν, της μετατρεπόμενης σε χρήμα ποινής φυλακίσεως, εισάγεται ως κύρια ποινή, όχι ως αθροιστικά επιβαλλόμενη, η χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή είναι αντίστροφη της μετατρεπόμενης σε χρήμα στερητικής της ελευθερίας ποινής, υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλεται φυλάκιση, η οποία, ως υβριδικό μόρφωμα, μετατρέπεται σε χρήμα, αλλά μία χρηματική ποινή, η οποία ορίζεται με ημερήσιες μονάδες και για κάθε ημερήσια μονάδα ορίζεται ένα ποσό. Από το άθροισμα των ημερήσιων μονάδων επί το ημερήσιο ποσό προκύπτει το τελικό ποσό της πληρωτέας χρηματικής ποινής. Βεβαίως, εάν κάποιος δεν πληρώσει την επιβληθείσα χρηματική ποινή, παρά τις διάφορες διευκολύνσεις οι οποίες υφίστανται, όπως η καταβολή της ποινής σε δόσεις, προβλέπεται ως αναπληρωματική τρόπον τινά ποινή, η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, τη διάρκεια της οποίας ορίζει το Δικαστήριο το οποίο επιβάλλει τη χρηματική ποινή. Για τον καθορισμό της χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο πρέπει να τηρεί τον κανόνα της αναλογικότητας, δηλαδή, η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα της πράξης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, να λαμβάνει υπ’ όψιν την προσωπικότητα του καταδικασθέντος και όλες τις σχετικές με την οικογένεια και το περιβάλλον του παραμέτρους και, βέβαια, την οικονομική του δυνατότητα. Ωστόσο, η ποινή δεν είναι φορολογία, οπότε, εν τέλει, η βαρύτητα της πράξης οριοθετεί προς τα άνω την ποινή. Δηλαδή, αν κάποιος πλούσιος κάνει μία ελαφριά πράξη, δε θα τιμωρηθεί με μία θηριώδη χρηματική ποινή εν είδει πρόσθετης φορολογίας εισοδήματος. Απλώς η οικονομική του κατάσταση θα ληφθεί υπόψη για την επιμέτρηση στο πλαίσιο της αναλογίας, το οποίο ορίζει ο Ποινικός Κώδικας.

Η κοινωφελής εργασία προάγεται σε σχέση με τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, αφού μπορεί να επιβάλλεται και απευθείας ως ποινή. Το νόημά της είναι προφανές, δηλαδή, αυτός ο οποίος καταδικάζεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, τιμωρείται με έναν τρόπο χρήσιμο τόσο για τον ίδιο, αφού πολλές φορές συμβάλλει στη δική του την κοινωνικοποίηση, όσο και για την κοινωνία, δεδομένου ότι υφίστανται πάρα πολλές ανάγκες, ώστε η κοινωφελής εργασία, σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα, να διευρυνθεί και να ενισχυθεί με τη συμμετοχή προσώπων τα οποία καταδικάζονται. Βέβαια, εν προκειμένω, χρειάζεται καλή συνεργασία των διαφόρων φορέων και σωστή εποπτεία ως προς το αν πράγματι εκτελείται η ποινή, ώστε να μην είναι ψευδεπίγραφη. Σχετικά με την κοινωφελή εργασία έχει ασκηθεί κριτική για το γεγονός ότι δεν είναι ακόμα έτοιμες οι υποδομές, αλλά εάν περιμένουμε τις υποδομές, δε θα μπορέσουμε να κάνουμε κάποια μεταρρύθμιση. Τελικά, η ίδια η μεταρρύθμιση θα λειτουργήσει, εκτιμώ, ενισχυτικά, ώστε να δημιουργηθούν και άλλες υποδομές οι οποίες σίγουρα χρειάζονται.

Για τις στερητικές της ελευθερίας ποινές οι μεταβολές είναι σοβαρές. Αρχικά, η ισόβια κάθειρξη απειλείται για λιγότερα αδικήματα σε σχέση με τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα. Αυτό προσαρμόζει τη νομοθεσία μας και προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα, γιατί σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη έχουμε πολλαπλάσιο αριθμό αδικημάτων για τα οποία απειλούνται ισόβια. Αυτό οφείλεται και στο Νόμο 1608/1950, ο οποίος καταργείται, αλλά όχι μόνο. Επίσης, στις περιπτώσεις των ισοβίων προστίθεται για το Δικαστήριο η δυνατότητα να επιβάλει απλή κάθειρξη απευθείας, όχι λόγω συνδρομής ελαφρυντικών, γιατί θεωρούμε ότι είναι ανελαστικό για το Δικαστήριο να δεσμεύεται σε μια απόλυτη ποινή ως προς την οποία δεν έχει καμία δυνατότητα προσαρμογής ενόψει της εξατομίκευσης, η οποία επιβάλλεται για κάθε καταδικαζόμενο.

Σημαντική αλλαγή είναι και το ότι το ανώτατο όριο της κάθειρξης κατεβαίνει από τα 20 στα 15 χρόνια.

Στις ποινές φυλάκισης, η αναστολή επιτρέπεται, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν τα 3 χρόνια, σε αντίθεση με το σημερινό καθεστώς, κατά το οποίο μπορεί να χορηγηθεί αναστολή και για ποινές μέχρι 5 χρόνια. Τα Πλημμελειοδικεία, όμως, δεν είναι σωστό να αποτελούν Δικαστήρια τα οποία ποτέ δεν μπορούν να στερήσουν από κάποιον την προσωπική ελευθερία. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος στον οποίο οφείλεται η αθρόα κακουργηματοποίηση των τελευταίων ετών, αφού, γνωρίζοντας ότι ουσιαστικά δεν τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας ο διαπράξας πλημμέλημα, δημιουργούμε συνεχώς κακουργήματα, ευτελίζοντας την ίδια την έννοια της κύρωσης. Επίσης, η αλλαγή αυτή συνδυάζεται και με το γεγονός ότι σοβαρός αριθμός πράξεων του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, οι οποίες συνιστούσαν κακουργήματα υπό το ισχύον δίκαιο, μετατρέπονται σε βαριά πλημμελήματα. Εφόσον, όμως, η ποινή για τα πλημμελήματα αυτά είναι τουλάχιστον 3 έτη φυλάκιση, αυτός ο οποίος καταδικάζεται θα πρέπει να εκτίει ένα μέρος της εντός φυλακής.

Στην υφ’ όρον απόλυση επέρχεται αυστηρότερη ρύθμιση όσον αφορά στο εντός φυλακής υποχρεωτικά εκτιτέο τμήμα. Δηλαδή, ενώ σήμερα είναι τα 3/5 της ποινής -προστιθεμένων και των ευεργετικά υπολογιζόμενων ημερών εργασίας-, όπως τα 3/5 θα συνεχίσει να είναι επί κακουργημάτων, το ελάχιστο εντός φυλακής εκτιτέο τμήμα της ποινής είναι το 1/3 της επιβληθείσας -ανεξαρτήτως ημερών εργασίας-. Με το Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα το 1/3 γίνεται 2/5. Για παράδειγμα, σε ποινή καθείρξεως 10 ετών με το σημερινό καθεστώς το υποχρεωτικά εκτιτέο είναι 3 χρόνια και 4 μήνες, ενώ με την προτεινόμενη ρύθμιση γίνεται 4 χρόνια. Δεδομένου, βέβαια, ότι οι ποινές πιέζονται συνολικά προς τα κάτω, θεωρούμε ότι αυτό δε θα οδηγήσει σε συμφόρηση των φυλακών, κρίνουμε δε αυτή την προσαρμογή ως αναγκαία, γιατί με τα διάφορα ευεργετικά μέτρα είχε ευτελιστεί η έννοια της ποινής. Δεν είναι, δηλαδή, κανονικό φαινόμενο ο μέσος κρατούμενος για κάθειρξη 20 ετών να απολύεται στα 6 χρόνια. Επίσης στην περίπτωση πολλών ισοβίων ή ισοβίων σε συνδυασμό με κάθειρξη το εντός φυλακής εκτιτέο τμήμα ανεβαίνει από τα 19 στα 25 χρόνια. Κι αυτό το θεωρήσαμε αναγκαίο, διότι δεν μπορεί να μην έχει καμία πρακτική διαφορά, για παράδειγμα, η επιβολή απλής ισόβιας κάθειρξης από την επιβολή πεντάκις ισοβίων.

Επίσης, στα ελαφρυντικά προστίθεται ως οιονεί ελαφρυντική περίσταση η μη εύλογη διάρκεια της διαδικασίας, η οποία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Η ρύθμιση αυτή μας εναρμονίζει και με τη νομολογία του Στρασβούργου, σύμφωνα με την οποία  η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας πρέπει να έχει αντίκρισμα μειωτικό στην ποινή. Ακόμα, επί συρροής περισσοτέρων ελαφρυντικών ή ελαφρυντικών με λόγους μειώσεως της ποινής επιτρέπεται η κάθοδος κάτω του κατώτατου ορίου της ποινής, γιατί θεωρούμε άδικο το σημερινό σύστημα, κατά το οποίο, είτε ένας δράστης έχει ένα ελαφρυντικό είτε περισσότερα, είτε έχει μειωμένο καταλογισμό και ελαφρυντικά, η μείωση της ποινής γίνεται άπαξ και αφορά και στο πλαφόν και στο κατώτατο όριο. Αντίθετα, σύμφωνα με το Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα μπορεί το Δικαστήριο να κατέβει κάτω από το άλλως κατώτατο όριο.

Τέλος, αναφορικά με τις ποινές προβλέπεται η έκτιση κατ’ οίκον για ορισμένες κατηγορίες δραστών είτε λόγω μεγάλης ηλικίας είτε λόγω ασθενειών, κάποιες ευνοϊκές διατάξεις για τις μητέρες ανηλίκων μέχρι 8 ετών και άλλες ειδικότερες διατάξεις.

Στο Ειδικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα οι αλλαγές είναι αρκετές. Καταργούνται διατάξεις, οι οποίες δεν έχουν πρακτική σημασία ή είναι απηρχαιωμένες. Φυσικά, εγώ δεν είμαι οπαδός της άποψης ότι μία διάταξη καθίσταται απηρχαιωμένη, μόνο και μόνο επειδή πέρασαν πολλά χρόνια από τη θέση της σε ισχύ. Το νόημα είναι ότι πρόκειται για διατάξεις τις οποίες δε χρειαζόμαστε. Για παράδειγμα, η απατηλή επίτευξη συνουσίας (άρθρο 341 Π.Κ.) ή η εκούσια απαγωγή (άρθρο 328 Π.Κ.) είχαν σημασία για την εποχή τους, αλλά όχι πλέον. Άρα, καταργούνται. Καταργείται όλο το κεφάλαιο των πταισμάτων, το οποίο είναι σημαντικό και από πλευράς αποποινικοποιήσεως. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε χρόνο να ελέγξουμε αν για όλες ανεξαιρέτως τις πταισματικές παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα, οι οποίες καταργούνται, υπάρχει αντίστοιχη διοικητική παράβαση, όπως ισχύει για τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Αυτό θα απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο και η τελική συνεννόηση ήταν να κοιτάξει αυτό το θέμα μια άλλη Επιτροπή και, αν χρειάζεται παρέμβαση, όπως το να εισαχθεί κάποιο πλημμέλημα σε κάποιο ειδικό ποινικό νόμο, να γίνει.

Επίσης, έγινε μία προσπάθεια απλοποίησης των διατάξεων, γιατί λόγω των συνεχών τροποποιήσεων κάποιες είχαν γίνει πλέον δυσνόητες και δυσερμήνευτες. Υπήρχαν αδικήματα με τέσσερις ή πέντε διαφορετικές διακεκριμένες μορφές. Προσπαθήσαμε, λοιπόν, να τα απλοποιήσουμε και οι διακεκριμένες μορφές του βασικού αδικήματος να είναι λιγότερες και το κριτήριο με βάση το οποίο αυτές διαπλάθονται να είναι απλούστερο. Για παράδειγμα, στα περιουσιακά ή στα οιονεί περιουσιακά αδικήματα, όπως η πλαστογραφία με σκοπό οφέλους (άρθρο 216 παρ. 3 Π.Κ.), θέσαμε το ενιαίο κριτήριο των 120.000 ευρώ, άνω του οποίου η πράξη είναι κακουργηματική. Δεν υπάρχει, επομένως, διάκριση για κατ’ επάγγελμα πλαστογραφία άνω των 30.000 ευρώ ή κατ’ επάγγελμα ή μη άνω των 120.000 ευρώ ή πλαστογραφία συρρεουσών των διατάξεων του Νόμου 1608/1950 άνω των 150.000 ευρώ και κατά του Δημοσίου, όπως είναι σήμερα. Υπάρχει ένα ενιαίο κριτήριο το οποίο είναι το ποσό. Το ποσοτικό κριτήριο έχει το πλεονέκτημα ότι είναι σαφές και πετυχαίνουμε ασφάλεια δικαίου και είναι μετρήσιμο, δηλαδή, υποχρεώνει το Δικαστήριο να μετρήσει το όφελος ή τη βλάβη, τα οποία πρέπει να προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και την αιτιολογία. Υπάρχει, βέβαια, και το μειονέκτημα ότι το ποσοτικό κριτήριο είναι λίγο χονδροειδές σε οριακές περιπτώσεις, όπως των 120.001 ευρώ, όμως, το μειονέκτημα αυτό αντισταθμίζεται, θεωρώ, από τα πλεονεκτήματα. Εν ολίγοις, καταργείται η κατ’ επάγγελμα τέλεση σε συνδυασμό με ποσοτικό κριτήριο και διατηρείται χωρίς ποσοτικό κριτήριο σε λίγα αδικήματα, όπως στην εκβίαση (άρθρο 385 Π.Κ.), γιατί η απαξία των πράξεων αυτών προκύπτει από τον επαγγελματικό τρόπο τελέσεως και άρα εκεί δε χρειάζεται να υπερβαίνει το αντικείμενο της πράξης το ποσό των 120.000 ευρώ.

Αντίθετα, καταργείται η αόριστη έννοια, προερχόμενη από την παλαιότερη εποχή, της ιδιαίτερης επικινδυνότητας από τις λίγες διατάξεις στις οποίες είχε ακόμα παραμείνει. Πλέον, δεν κρατούν αυτές οι απόψεις. Επίσης, απαλείφονται ο ειδικές διατάξεις για την υποτροπή. Αν κάποιος είναι υπότροπος, θα ληφθεί αυτό υπ’ όψιν από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής.

Επίσης, στο πλαίσιο της συστηματικής απλοποίησης, καταργούνται οι διατάξεις τυμβωρυχία (άρθρο 373 Π.Κ.) και την περιύβριση νεκρών (άρθρο 201 Π.Κ.) και εισάγεται μια γενική διάταξη, κατά την οποία  τιμωρείται όποιος τελεί πράξεις ρύπανσης ή φθοράς σε τόπους ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας καθώς και σε χώρους φύλαξης νεκρών ή νεκροταφεία. Διατηρείται ως έγκλημα η διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων (άρθρο 200 Π.Κ.), οι οποίες αποτελούν χώρους άσκησης συνταγματικού δικαιώματος, ωστόσο, θεωρούμε, παρά την αντίδραση κύκλων της Εκκλησίας, ότι δεν είναι δουλειά του Ποινικού Κώδικα να τιμωρεί την κακόβουλη βλασφημία (άρθρο 198 Π.Κ.) και την καθύβριση θρησκευμάτων (άρθρο 199 Π.Κ.). Ωστόσο, δε μένουν ατιμώρητες τέτοιες πρακτικές, αφού, για ό,τι είναι υβριστικό προσωπικά για κάποιον, υφίσταται η εξύβριση (άρθρο 631 Π.Κ.) και, αν υπάρχει μέσω ενός επιθετικού για κάποια θρησκεία κειμένου διέγερση προς βιαιότητες, υφίσταται αυτοτελές έγκλημα, το οποίο προσβάλλει τη δημόσια τάξη (άρθρο 183 Π.Κ.).

Όσον αφορά στο ρατσιστικό έγκλημα, στην αρχή είχε προβλεφθεί ότι κίνητρα αυτού του είδους λαμβάνονται υπ’ όψιν εις βάρος του καταδικαζομένου στην επιμέτρηση της ποινής. Τελικά, θα αποτελέσει ξεχωριστή διάταξη, σύμφωνα με την οποία, αν το κίνητρο ενός εγκλήματος ήταν ρατσιστικό, η ποινή θα ξεκινά από υψηλότερο κατώφλι.

Σημαντική είναι η προσπάθεια την οποία καταβάλαμε προς εξορθολογισμό των διατάξεων της δωροληψίας-δωροδοκίας. Η δωροληψία-δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων (άρθρα 159, 159Α Π.Κ.) εμπίπτει στα αδικήματα τα οποία αφορούν στα πολιτειακά όργανα, ενώ η δωροληψία-δωροδοκία υπαλλήλων (άρθρο 235, 236 Π.Κ.), όπως και των δικαστών (άρθρο 237 Π.Κ.), στα υπηρεσιακά εγκλήματα.

Στη δωροληψία υπαλλήλων υπάρχει κλιμάκωση ανάλογα με το αν τελείται για παράνομη ή νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια και, αν υπάρχει κατ’ επάγγελμα τέλεση για τον παθητικώς δωροδοκούμενο, αυξάνεται η ποινή. Θεωρήσαμε ότι σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερη απαξία έχει η λήψη και όχι η δόση του δώρου, αλλά στις περιπτώσεις των πολιτειακών οργάνων και των δικαστών θεωρήσαμε κατά τεκμήριο ότι βαρύτερη και άρα αυστηρότερα τιμωρούμενη είναι και η ίδια η πράξη, γιατί για τη δωροδοκία, για παράδειγμα, ενός Υπουργού μπορεί να προϋποτίθεται συνήθως αυξημένη εγκληματική ενέργεια και πάντως σπανιότερα υφίσταται για το δράστη αυτή η ευχέρεια.

Τέλος, η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο 237Β Π.Κ.) μεταφέρθηκε στα περιουσιακά αδικήματα, διότι ναι μεν μιμείται την κοινή δωροδοκία, αλλά δεν αφορά στη δημόσια υπηρεσία. Βεβαίως, δεν προϋποθέτει περιουσιακή βλάβη, μπορεί να δημιουργεί απλώς κίνδυνο περιουσιακής βλάβης, όπως και η παρακώλυση συναγωνισμού (άρθρο 396 Π.Κ.).

Ως προς τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 παρ. 3 Π.Κ.), για την οποία έγινε αρκετός θόρυβος, πρόκειται για ένα αδίκημα, το οποίο αφορά σε προστάδιο εγκληματικής πράξης, γιατί, αν κάνει κάποιος μία πράξη, θα τιμωρηθεί για την πράξη αυτή. Αν υπάρχει διευθυντής εγκληματικής οργάνωσης και δώσει εντολή να γίνει κάτι, είναι ηθικός αυτουργός στη συγκεκριμένη πράξη. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ διευθυντή εγκληματικής οργάνωσης, ο οποίος δεν έχει συμμετάσχει σε καμία πράξη. Πρέπει, δηλαδή, να φανταστούμε έναν περίεργο «γκουρού», ο οποίος είναι κάπου κλεισμένος και εμπνέει γενικώς για εγκλήματα χωρίς να υποδεικνύει τίποτα συγκεκριμένο! Φοβάμαι ότι με αφορμή την υπόθεση της Χρυσής Αυγής προσωποποιούνται ρυθμίσεις σε σχέση με εκκρεμούσες δίκες, το οποίο είναι μεγάλο λάθος. Θεωρώ πως η τιμώρηση μέχρι 10 έτη είναι αναλογική και ότι η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης πρέπει να αποτελεί απλώς επιβαρυντική περίσταση και όχι διακεκριμένη μορφή. Βεβαίως, το ζήτημα επανεξετάζεται από την Επιτροπή και ως προς τη διεύθυνση της τρομοκρατικής οργάνωσης, αν, δηλαδή, πρέπει τελικώς να αυξηθεί το ανώτατο όριο στα 15 έτη.

Επιπλέον, η προτεινόμενη διάταξη του βιασμού (άρθρο 336 Π.Κ.), παρά τις αντιδράσεις, θεωρώ πως δεν οδηγεί στην εξασθένηση της προστασίας των θυμάτων σεξουαλικού εξαναγκασμού, διότι με τη διάταξη του άρθρου 343 παρ. 2 του Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα η προστασία αυτή διευρύνεται και ενισχύεται με την τιμωρία κάθε μορφής εξαναγκασμού σε γενετήσια πράξη. Έτσι, τώρα έχουμε το βιασμό υπό στενή έννοια, δηλαδή, σωματική βία ή απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας (βιασμός τιμωρούμενος με κάθειρξη), τον ομαδικό βιασμό (βιασμός τιμωρούμενος με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών) και το θανατηφόρο βιασμό (βιασμός τιμωρούμενος με ισόβια κάθειρξη). Αυτή ήταν η κλιμάκωση του κλασικού βιασμού. Προτείνουμε τώρα, όποιος, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 336 παρ. 1 του Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα, εξαναγκάζει άλλον σε γενετήσια πράξη με την απειλή παράνομης πράξης, να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Εδώ εμπίπτει για παράδειγμα η απειλή ότι θα ανέβει μια γυμνή φωτογραφία του θύματος στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ηπιότερες συμπεριφορές, στις οποίες δεν καταργείται εντελώς, απλώς περιορίζεται, η βούληση του θύματος, το οποίο έχει το περιθώριο να πράξει αντίθετα. Θα ήταν λάθος αυτό να εξομοιωθεί με το βιασμό υπό στενή έννοια ο οποίος, ως βαρύ κακούργημα, έχει άλλης κλάσεως απαξία. Ούτε είναι απλώς θέμα επιμέτρησης της ποινής. Οπότε με την πρόβλεψη αυτή καλύπτουμε όλες τις μορφές εξαναγκασμού οι οποίες σήμερα δεν καλύπτονται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις και βέβαια υπάρχει μια κλιμάκωση της ποινής ανάλογα με την ένταση της επέμβασης στη γενετήσια ελευθερία. Επανεξετάζεται απλώς από την Επιτροπή η μεταστέγαση του άρθρου 343 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα στο άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα για συστηματικούς λόγους.

Διατηρείται, επίσης, με κάποιες μικρές αλλαγές η ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 343 Π.Κ.). Στο έγκλημα αυτό δεν εξαναγκάζεται το θύμα με την κυριολεκτική έννοια, όπως στην περίπτωση του βιασμού υπό στενή έννοια ή του διευρυμένου βιασμού των άλλων περιπτώσεων, αλλά επειδή υπάρχει μία σχέση υπεροχής, ο δράστης την εκμεταλλεύεται εις βάρος του ευάλωτου θύματος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: γιατρός-ασθενής, εργοδότης-εργαζόμενος.

Επιπροσθέτως, δύο μη γνήσια περί την υπηρεσία αδικήματα, η απιστία σχετική με την υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.) και η υπεξαίρεση στην υπηρεσία (άρθρο 258 Π.Κ.), καταργούνται και υπάγονται στις κοινές διατάξεις.

Τέλος, υπάρχουν κάποιες διατάξεις, όπως η εμπορία ανθρώπων (άρθρο 323Α Π.Κ.), οι οποίες είναι υπερβολικά περίπλοκες, αντίθετα με την απλότητα, η οποία πρέπει να διακρίνει έναν Κώδικα. Αυτό οφείλεται στην ανάγκη συμμόρφωσης με Οδηγίες, από τις οποίες δεν υπάρχει δυνατότητα παρέκκλισης.

Κάποιες από τις μεταβατικές διατάξεις στο τέλος του Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα σχετίζονται με τις ρυθμίσεις ειδικών ποινικών νόμων. Επειδή στο Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα τα πλαίσια των ποινών συμπιέζονται, πρέπει και στις ποινές των ειδικών ποινικών νόμων να γίνει προσαρμογή, ώστε ναι μεν να είναι αυστηρότερες αλλά και να ισχύει το ανώτατο όριο της κάθειρξης 15 ετών. Έτσι, όπου ειδικοί ποινικοί νόμοι προβλέπουν πρόσκαιρη κάθειρξη, αυτή γίνεται να είναι μέχρι 15 έτη, ενώ, όπου απειλούν ισόβια, μπορεί διαζευκτικά να επιβληθεί και πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών. Το πρόβλημά μας ήταν στα κακουργήματα τα οποία τιμωρούνται μέχρι 10 χρόνια σε ειδικούς ποινικούς νόμους. Αρχικά σκεφτήκαμε να γίνουν πλημμελήματα με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, όμως, αυτό το μέτρο είναι οριζόντιο και επίσης με την μετάπτωση των κακουργημάτων αυτών σε πλημμελήματα θα υπήρχαν παραγραφές σε παλαιότερες πράξεις. Έτσι, επιλέξαμε μία ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, όπου απειλείται κάθειρξη έως 10 έτη στους ειδικούς ποινικούς νόμους, επιβάλλεται φυλάκιση 1 έτους έως κάθειρξη 6 ετών και οι πράξεις αυτές διατηρούν κακουργηματικό χαρακτήρα, ώστε να μην παραγράφονται σύντομα.

Προσθέσαμε μια ακόμα μεταβατική διάταξη, κατά την οποία ποινές φυλακίσεως μέχρι 5 έτη μετατρέπονται και αναστέλλονται με το παλαιό καθεστώς, το οποίο είναι ευνοϊκότερο. Αυτό θα προέκυπτε φυσικά και ερμηνευτικά, αλλά το ορίσαμε ρητά για να μην υπάρξουν δυσκολίες στην προσαρμογή.

Επίσης, κάποια περιουσιακά εγκλήματα σε βαθμό κακουργήματος, πλην των στρεφομένων κατά του Δημοσίου, γίνονται κατ’ έγκληση διωκόμενα. Προβλέψαμε, λοιπόν, ότι σε εκκρεμείς διαδικασίες, οι οποίες είχαν αρχίσει χωρίς υποβολή έγκλησης, επειδή η νέα ρύθμιση ως ευνοϊκότερη θα τις κατελάμβανε, παρέχεται τετράμηνη προθεσμία στο δικαιούμενο να υποβάλει έγκληση με απλή δήλωσή του ότι επιθυμεί να συνεχιστεί η διαδικασία. Αυτό είχε γίνει παλαιότερα και με την ακάλυπτη επιταγή, όταν η δίωξή της έγινε κατ’ έγκληση. Άρα, πλέον έχουμε τρεις κατηγορίες περιουσιακών αδικημάτων: τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα, τα κατ’ έγκληση διωκόμενα και τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα, στα οποία, όμως, η εν συνεχεία δήλωση του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη καταργεί τη διαδικασία. Στην τελευταία κατηγορία θα ανήκουν η κλοπή (άρθρο 372 Π.Κ.) και η φθορά ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 381 Π.Κ.).

Με τις μεταβατικές διατάξεις καταργείται και ο Νόμος 1608/1950. Αντ’ αυτού έχουν προβλεφθεί στην πλειονότητα των αντιστοίχων εγκλημάτων διακεκριμένες μορφές, όταν οι πράξεις στρέφονται κατά του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (στενός δημόσιος τομέας) και υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ. Στις περιπτώσεις αυτές θα απειλείται κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και θα ισχύει 20ετής παραγραφή.

Τέλος, ορίζεται ότι οι οφειλές από χρηματικές ποινές, καθώς και από φορολογικά αδικήματα του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, δε συνυπολογίζονται στους πίνακες χρεών προς το Δημόσιο, άρα, ούτε και για το αντίστοιχο αδίκημα του Νόμου 1882/1990, ώστε να αποφεύγεται το άτοπον της διπλής τιμωρίας των ενδιαφερομένων.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διατηρείται η βασική της δομή. Η γνώση μου, εδώ, είναι πιο περιορισμένη, διότι δεν ήμουν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής. Σοβαρές καινοτομίες επιτυγχάνονται, πάντως, με την εισαγωγή νέων θεσμών:

  1. Ποινική συνδιαλλαγή, στην οποία ο κατηγορούμενος και ο παθών συμφιλιώνονται, δηλαδή, επέρχεται μια συνεννόηση, μία διευθέτηση της υποθέσεως μεταξύ των μερών.
  2. Ποινική διαπραγμάτευση, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της κανονικής ποινικής δίκης. Στην  ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να μην υπάρχει παθών. Η διαπραγμάτευση γίνεται με τον Εισαγγελέα, όχι με τον αντίδικο. Αντί, δηλαδή, να εισαχθεί κάποιος σε δίκη, διαπραγματεύεται, εφόσον το ζητήσει, με τον Εισαγγελέα  τον τερματισμό της διαδικασίας με την αποδοχή εκ μέρους του μιας ποινής, η οποία συμφωνείται, ώστε να μην υποβληθεί στην ποινική διαδικασία. Είναι ένας θεσμός ο οποίος εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες με παραδοσιακά δικονομικά συστήματα, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, και έχει προφανή πλεονεκτήματα. Σίγουρα, όμως, έχει και μειονεκτήματα με κυριότερα να είναι αφενός το ότι κάποιος υπό το φόβο της βαρύτερης τιμωρίας στο ακροατήριο μπορεί να παραδεχθεί ότι τέλεσε μία πράξη, την οποία δεν έχει τελέσει, αφετέρου το ότι μπορεί να δημιουργηθεί μία τάση διεκπεραιωτική των υποθέσεων, φαινόμενο το οποίο οι Αμερικανοί ονομάζουν «Mc Justice» κατά το «Mc Donald’s». Είναι ένα εγχείρημα το οποίο θα δούμε στην πράξη πώς θα λειτουργήσει, αλλά δεν πρέπει κανείς να είναι  προκαταβολικά αρνητικός, γιατί γεγονός είναι ότι το σύστημα δεν αντέχει.  Οπωσδήποτε, για να λειτουργήσει καλά ο θεσμός χρειάζεται προσαρμογή και εκπαίδευση των Εισαγγελέων, γιατί στη διαπραγμάτευση ο Εισαγγελέας πρέπει προβλέποντας το πιθανό τέλος, το οποίο θα είχε μια υπόθεση, αν εκδικαζόταν στο ακροατήριο, να μπορεί να προβαίνει σε μια ρεαλιστική πρόταση, η οποία να λειτουργεί ως κίνητρο, να μην ευτελίζει μεν την ποινική τιμωρία αλλά και να μην είναι τόσο αυστηρή σε βαθμό ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά, γιατί αλλιώς δεν έχει λόγο ο κατηγορούμενος να εισέλθει στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης. Η διάταξη για την ποινική διαπραγμάτευση είναι γενική. Εξαιρούνται λίγα μόνο εγκλήματα, γιατί κρίθηκε ότι, αν περιοριστεί σε κάποιες κατηγορίες, θα εξουδετερωθούν τα οφέλη της. Θα φανεί βέβαια και στην πρακτική εφαρμογή σε ποια αδικήματα θα είναι πιο δημοφιλής.
  3. Αποχή από την ποινική δίωξη, η οποία διακρίνεται ανάλογα με το αν το αδίκημα είναι πλημμέλημα τιμωρούμενο μέχρι 1 έτος ή μέχρι 3 έτη. Σε κάθε κατηγορία τίθενται διαφορετικές προϋποθέσεις, ώστε ο Εισαγγελέας να απόσχει από την ποινική δίωξη.
  4. Ποινική διαταγή, η οποία αντιστοιχεί στο γερμανικό Strafbefehl και έχει τη λογική ότι για ήσσονος βαρύτητας αδικήματα εκδίδεται μία ποινική διαταγή με την οποία επιβάλλεται μία μη στερητική της ελευθερίας ποινή, δηλαδή, κυρίως χρηματική. Αν μεν αυτός κατά του οποίου επιβάλλεται συμφωνεί, την εκτελεί και ολοκληρώνεται η διαδικασία, ενώ, αν έχει αντίρρηση, προσφεύγει στο Δικαστήριο και γίνεται μια κανονική δίκη. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ανορθόδοξο το γεγονός ότι επιβάλλεται μία κύρωση χωρίς να ακουστεί ο κατηγορούμενος, πλην, όμως, επειδή αφορά σε αδικήματα ήσσονος βαρύτητος, και τελικά δε στερείται, εφόσον δε συμφωνήσει, τη δυνατότητα δικαστικής ακρόασης, ενόψει και της ανάγκης επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης, ο συγκεκριμένος θεσμός ίσως αποδειχθεί χρήσιμος.

Πέραν αυτών, ενισχύεται ακόμα περισσότερο η προκαταρκτική εξέταση και αυτό είναι σωστό, γιατί, αφού διευρύνθηκε εις βάρος της προανάκρισης, πρέπει να έχει και μια δομή με πολλές δικονομικές δυνατότητες, εκτός βέβαια από την επιβολή μέτρων στερητικών της ελευθερίας.

Δεν καταργείται, βέβαια, η ανάκριση, όπως έχει συμβεί σε άλλες νομοθεσίες, αλλά μέσα από αυτές τις αλλαγές γενικά ενισχύεται ο ρόλος του Εισαγγελέα. Ωστόσο, σημαντικό είναι το ότι ο Εισαγγελέας, όταν ασκεί ποινική δίωξη, πρέπει πλέον να δίνει στον ανακριτή μια συνοπτική περιγραφή της πράξης, αντί να αναγράφει απλά το αδίκημα το οποίο προσάπτεται στον κατηγορούμενο. Πράγματι, αφού η ποινική δίωξη απαιτεί επαρκείς ενδείξεις, δε νοείται ο ασκών αυτήν Εισαγγελέας να μην είναι σε θέση να περιγράψει στοιχειωδώς για ποιες πράξεις ασκείται ποινική δίωξη και εναντίον τίνος.

Επίσης, φαίνεται ότι καταργείται Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων ως Δικαστήριο το οποίο δικάζει αυτοτελώς κακουργήματα και επανερχόμαστε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο θεσμός έχει επιτύχει στην πράξη, η κρατούσα άποψη στην  Επιτροπή είναι, αν είμαι σωστά πληροφορημένος, ότι ένας δικαστής δεν παρέχει επαρκή εγγύηση για να δικάζει κακουργήματα. Δεν ξέρω αν τελικά υπάρξει κάποια υπαναχώρηση, ώστε κάποια αδικήματα να εξακολουθήσουν να υπάγονται στο Μονομελές Εφετείο. Σίγουρα, πάντως, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων καθίσταται αρμόδιο, για παράδειγμα, ως προς την επικύρωση συμφωνιών μετά από διαπραγμάτευση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s