ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ: Η ΔΕΣΜΕΥΣΗ (;) ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΗΛΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 11/2003 ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.

Από τις: Νικολέττα Μαματσοπούλου, Μαρία Μποσμπόνη – Επιμέλεια: Νίκος Μάλαμας

Η συνταγματική Αναθεώρηση, την οποία έχει ξεκινήσει η παρούσα Βουλή, έχει επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο εριζόμενα από τη θεωρία συνταγματικά ζητήματα, τα οποία κάθε πολιτική δύναμη προσαρμόζει στις ανάγκες και στα συμφέροντά της. Ένα από αυτά είναι και η δέσμευση ή μη της αναθεωρητικής Βουλής από την προτείνουσα.

Με τον όρο «Αναθεώρηση του Συντάγματος» νοείται η αντικατάσταση ή κατάργηση υπαρχουσών διατάξεων ή προσθήκη νέων στο κείμενο του Θεμελιώδους Νόμου, καθώς και η αυθεντική ερμηνεία τους. Το ισχύον, όπως και τα προγενέστερα Συντάγματα, θέτει την αναθεωρητική διαδικασία υπό συγκεκριμένους περιορισμούς. Υπό την έννοια αυτή, η Αναθεώρηση συνιστά ενάσκηση λειτουργίας υποκείμενης στους όρους του Συντάγματος και όχι πρωτογενής, «κυρίαρχη» άσκηση εξουσίας.

Η διαδικασία της Αναθεώρησης προβλέπεται στο άρθρο 110 του ισχύοντος Συντάγματος. Αρχικά αναφέρονται οι μη υποκείμενες σε Αναθεώρηση διατάξεις (άρθρο 110 παρ. 1 Συντ.) και στη συνέχεια η ακολουθητέα για την Αναθεώρηση διαδικασία (άρθρο 110 παρ. 2-5 Συντ.), η οποία διαθέτει δύο βασικά χαρακτηριστικά:

  1. Διενεργείται όχι από πλείονα όργανα, όπως η συνήθης νομοθετική διαδικασία, αλλά από μόνη τη Βουλή, κατά τρόπο κυρίαρχο, χωρίς σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας.
  2. Ολοκληρώνεται σε δύο αλληλοδιάδοχες Βουλές.

Ειδικότερα, η πρώτη Βουλή διαπιστώνει κατόπιν πρότασης υποβαλλόμενης από 50 βουλευτές και υποκείμενης σε επεξεργασία από Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή αφενός την ανάγκη της Αναθεώρησης και αφετέρου τις αναθεωρητέες διατάξεις. Η πρώτη Βουλή λαμβάνει την απόφαση για Αναθεώρηση με ονομαστική ψηφοφορία και με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Ωστόσο, η διαδικασία προχωρεί ακόμη και αν συγκεντρώθηκε πλειοψηφία 151 βουλευτών. Στη συνέχεια, η δεύτερη Βουλή, η αναθεωρητική, αποφασίζει για το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της Αναθεώρησης με πλειοψηφία η οποία διαφοροποιείται με κριτήριο τι πλειοψηφία επιτεύχθηκε στην πρώτη Βουλή. Αν στην πρώτη σχηματίστηκε η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 των βουλευτών, η δεύτερη Βουλή μπορεί να λάβει την απόφασή της συγκεντρώνοντας πλειοψηφία 151 βουλευτών. Αν, αντίθετα, στο πλαίσιο της πρώτης Βουλής συγκεντρώθηκε μόλις η απόλυτη πλειοψηφία, τότε, προκειμένου η δεύτερη Βουλή να λάβει απόφαση, θα πρέπει να επιτύχει την αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών (άρθρο 119 Κ.τ.Β.).

Η επίσημη συζήτηση περί της Αναθεώρησης ξεκίνησε το Φθινόπωρο του 2018, όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατέθεσε στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής την πλήρη πρότασή του για Αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος, υπογεγραμμένη από 50 βουλευτές προκειμένου να ξεκινήσουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Πέραν από τις προτάσεις της κυβέρνησης για συγκεκριμένα άρθρα, κρίσιμη υπήρξε η ακροτελεύτια υπόμνηση της αιτιολογικής έκθεσης, η οποία πυροδότησε το διάλογο μεταξύ των Συνταγματολόγων: «Θα επιδιώξουμε συναινέσεις, όχι μόνον ως προς τον κατάλογο των άρθρων που θα αναθεωρηθούν, αλλά και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους. Διότι, όπως έκρινε και η απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου 11/2003, θεωρούμε ότι τόσο η αρχική μας πρόταση όσο και η τελική απόφαση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος θα πρέπει να προσδιορίζει δεσμευτικά και το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων.». 

Με τον τρόπο αυτό διαγράφεται ο σχετικός προβληματισμός ο οποίος απασχολεί έντονα την ακαδημαϊκή κοινότητα καθώς και τις πολιτικές δυνάμεις συνολικά σχετικά με το αν, πράγματι, δεσμεύεται η αναθεωρητική από την προγενέστερή της Βουλή, ως προς το «περιεχόμενο» και «την κατεύθυνση» της Αναθεώρησης.

Η κρατούσα άποψη στη θεωρία υποστηρίζει πως η αναθεωρητική Βουλή, δηλαδή, αυτή η οποία θα αναδειχθεί μέσω της παρεμβολής των εκλογών, είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων χωρίς καμία επ’ αυτού δέσμευση από την προηγούμενη Βουλή.

Είναι πρόδηλο ότι η κρατούσα άποψη βρίσκει έρεισμα σε ισχυρά επιχειρήματα.

Κατά πρώτον, από την κατάστρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας, όπως την ρυθμίζει το Σύνταγμά μας, προκύπτει ότι η δεύτερη Βουλή, η αναθεωρητική, λαμβάνει με την παρεμβολή των εκλογών όλη την αναγκαία νομιμοποίηση προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες τροποποιήσεις, συμπληρώσεις καθώς και σε συνολική αντικατάσταση των επιμέρους διατάξεων οι οποίες έχουν προταθεί προς Αναθεώρηση. Ειδικότερα, η πρόβλεψη των δύο αλληλοδιάδοχων Βουλών αποσκοπεί στην έμμεση συμμετοχή του εκλογικού σώματος στην ανοιγείσα αναθεωρητική διαδικασία. Με την παρεμβολή των εκλογών ο λαός μπορεί να λάβει γνώση των προγραμματικών θέσεων και προθέσεων των κομμάτων και της γενικότερης πολιτικής, την οποία σκοπεύουν να ακολουθήσουν, μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της Αναθεώρησης. Τα προγράμματα των κομματικών παρατάξεων τίθενται, έτσι, σε δημόσια διαβούλευση, εναπόκεινται στην τριβή και κριτική του κοινωνικού συνόλου, διανθίζονται μέσω της αντιπαράθεσης και ενσωματώνουν, ενδεχομένως, τις γόνιμες προτάσεις τις οποίες δύναται να εισφέρει η ακαδημαϊκή κοινότητα.

Με τον τρόπο αυτόν, η αναδεικνυόμενη από τις εκλογές κυβερνητική πλειοψηφία φέρει την εξουσιοδότηση του κυρίαρχου λαού, κατά τη σαφή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 3 του Συντάγματος, προς τόνωση και ενίσχυση του ιδεώδους της Δημοκρατίας μας. Οφείλει, κατά τούτο, να προβεί στην Αναθεώρηση πραγματώνοντας την εκφρασθείσα βούληση του εκλογικού σώματος. Αν, όμως, γίνει δεκτό ότι η αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται και αδυνατεί να αποστεί από την κατεύθυνση την οποία η πρώτη Βουλή προσέδωσε επί των αναθεωρητέων διατάξεων, τότε εκμηδενίζεται πρόδηλα η σημασία της παρέμβασης του εκλογικού σώματος.

Η εξουσία, όμως, της δεύτερης Βουλής προς Αναθεώρηση τελεί υπό ένα διαδικαστικό περιορισμό ο οποίος τίθεται απευθείας από το Σύνταγμα: Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συγκεντρώνει την απαιτούμενη πλειοψηφία, όπως περιγράφηκε ανωτέρω.

Κατά δεύτερον, λοιπόν, και με δεδομένη αυτή την ασφαλιστική δικλείδα αναφαίνεται όχι και τόσο απομακρυσμένο το ενδεχόμενο της ματαίωσης του αναθεωρητικού εγχειρήματος είτε αναφορικά με ορισμένες διατάξεις οι οποίες δε «θα περάσουν από το κόσκινο» της δεύτερης Βουλής είτε αναφορικά με το σύνολο των προτεινόμενων διατάξεων. Και αυτό, γιατί ο συντακτικός νομοθέτης έχει αποδεχθεί το ενδεχόμενο αυτό παρέχοντας το προνόμιο της αποφασιστικής συμβολής στη δεύτερη Βουλή. Εφόσον, λοιπόν, είναι καθ’ όλα πιθανό να συμβεί το μείζον, δηλαδή, η μη πραγμάτωση του αναθεωρητικού εγχειρήματος συνολικά, γιατί άραγε να πρέπει να αποκλείσουμε το έλασσον, δηλαδή, τη δυνατότητα της δεύτερης Βουλής να καθορίζει το περιεχόμενο των διατάξεων κυρίαρχα, κατά την ιδίαν αυτής κρίση και προς την κατεύθυνση την οποία θεωρεί ορθότερη; Δε δημιουργείται, πράγματι, μια αντίφαση και δεν ανακύπτει μια φανερή δυσαρμονία προς το συνταγματικό κείμενο αν δεχτούμε ότι η πρώτη Βουλή μπορεί να δεσμεύσει τη δεύτερη, από τη στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία το Σύνταγμα ορίζει πως η πρώτη Βουλή καθορίζει απλώς τα προς Αναθεώρηση άρθρα;

Κατά τρίτον, αν δεχτεί κανείς ως βάσιμη την αποκλίνουσα άποψη περί της δέσμευσης της δεύτερης Βουλής, είναι ισχυρή η πιθανότητα να περιπέσει η προτείνουσα Βουλή σε εκβιαστικές πρακτικές, αντί να δώσει προβάδισμα στη δυνατότητα εξασφάλισης επωφελούς διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, ο οποίος θα αποσκοπεί στη διαμόρφωση, στο πλαίσιο της πρώτης Βουλής, μιας διευρυμένης πολιτικής και κοινοβουλευτικής ομοθυμίας, η οποία δε θα είναι ευχερές να υπονομευθεί στην αναθεωρητική Βουλή. Η εγκατάλειψη της μονομέρειας και της ακραίας υποστήριξης μιας στυγνής πολιτικής γραμμής προκειμένου να επιτευχθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι σε κάθε περίπτωση γόνιμη για τη Δημοκρατία.

Αντιθέτως, με την πρόταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ιδίως με την αναφορά περί υποτιθέμενης δέσμευσης της Βουλής η οποία θα προκύψει από τις επικείμενες εθνικές εκλογές είναι σαφές ότι υποδαυλίζεται η ανάγκη εξασφάλισης μιας ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης, ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και διάθεσης διήθησης των εκατέρωθεν θέσεων. Πράγματι, η κυβέρνηση, αντί να επιδιώξει τη συναίνεση του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων αφετηριάζοντας ένα κλίμα εποικοδομητικού διαλόγου και, ενδεχομένως, επιτυγχάνοντας μια ευρεία πλειοψηφία, επέλεξε να υπονομεύσει οποιαδήποτε προοπτική συνεννόησης προτιμώντας να απειλήσει την αντιπολίτευση ότι θα δεσμεύσει -ακόμη και με απλή απόλυτη πλειοψηφία 151 βουλευτών- με την πρότασή της την επόμενη Βουλή και ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.

Παρά ταύτα, η ανωτέρω κρατούσα άποψη περί αδεσμεύτου της αναθεωρητικής Βουλής δεν υιοθετείται από το σύνολο των Συνταγματολόγων. Ειδικότερα, το όλο ζήτημα ξεκίνησε με την απόφαση 11/2003 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία επέφερε ρήγμα στην κρατούσα άποψη, αφού με τη σκέψη 6 κρίθηκε ότι η αναθεωρητική διαδικασία υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ο οποίος, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τον έλεγχο τυχόν υπέρβασης της εντολής, την οποία η προτείνουσα Βουλή έχει δώσει στην αναθεωρητική. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έκρινε ότι «ο ισχυρισμός αυτός [περί δέσμευσης της δεύτερης από την προτείνουσα Βουλή] που παραδεκτώς προβάλλεται από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας», πρέπει να απορριφθεί επί της ουσίας, αφού η δέσμευση της δεύτερης Βουλής μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον ο περιορισμός αυτός έχει περιληφθεί στην τελική απόφαση της προτείνουσας Βουλής μετά τη διενέργεια των δύο ψηφοφοριών, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 110 παρ. 2 του Συντάγματος, και όχι στην απόφαση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, στην οποία στηριζόταν ο προσφεύγων. Εν προκειμένω, διαπιστώθηκε ότι στην απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής οι αναθεωρητέες διατάξεις καθορίστηκαν μόνον αριθμητικά, χωρίς οποιονδήποτε «λεκτικό περιορισμό».

 

Ωστόσο, οι υποστηρίζοντες την άποψη περί μη δέσμευσης της δεύτερης Βουλής τονίζουν ότι η αναφορά στην εν λόγω απόφαση συνιστά λανθασμένη αφετηρία. Και αυτό, γιατί η κρίση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό του ισχυρισμού της δέσμευσης της δεύτερης Βουλής από την πρώτη ήταν, πέραν από αναιτιολόγητη συνταγματικά, και παρεμπίπτουσα, διότι στην προκειμένη υπόθεση δίκαζε ως Εκλογοδικείο μετά από προσφυγή διαδίκου για το θέμα του ισχύοντος τότε επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών. Επίσης, υποστηρίζουν ότι η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να κρίνει ένα τόσο σοβαρό εριζόμενο νομικό θέμα σε μια απλή δευτερεύουσα πρόταση οφείλεται στο γεγονός ότι θα απέρριπτε και μάλιστα στην ίδια φράση τον ισχυρισμό ως ουσία αβάσιμο. Τέλος, επικρίνεται το γεγονός ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο θεώρησε παραδεκτό τον επίμαχο ισχυρισμό, ο οποίος ανάγεται στα interna corporis της Βουλής, δηλαδή, στην κοινοβουλευτική διαδικασία συζήτησης και ψήφισης. Όπως όλα τα Δικαστήρια απέχουν από τον έλεγχο της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας ενός νόμου, έτσι και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο όφειλε να απόσχει από την «περιφρούρηση» της εσωτερικής τυπικής «συνταγματικότητας του Συντάγματος». Άλλωστε και το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε’ του Συντάγματος δίνει τη δυνατότητα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να εξετάσει μόνο την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα και μόνο τυπικού νόμου, πολλώ δε μάλλον όχι την τήρηση της εσωτερικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας για την παραγωγή του ίδιου του Συντάγματος

Όπως αναφέραμε ήδη, είναι φανερό ότι η όλη διχογνωμία έχει απασχολήσει τη θεωρία, ενώ και το παρόν πολιτικό σκηνικό την επανέφερε στο προσκήνιο έχοντας δημιουργήσει ποικίλα ερωτήματα για τη διαδικασία Αναθεώρησης του Συντάγματος, την οποία οι εκτελεστές της πρέπει να αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα και συνέπεια, διότι δεν πρόκειται για τροποποίηση ενός οποιουδήποτε αλλά του Υπέρτατου Νόμου της χώρας, ο οποίος διαμορφώνει την ελληνική έννομη τάξη.

Ωστόσο, η Αναθεώρηση ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα συνταγματικό-νομικό ζήτημα αλλά ως ένα ζήτημα καθαρά πολιτικό, ως μία διαδικασία η οποία τροφοδοτεί τις κομματικές συγκρούσεις, ως ένα τρόπος τον οποίο χρησιμοποιεί η εκάστοτε κυβέρνηση για να παραμείνει στην εξουσία και η εκάστοτε αντιπολίτευση για να αναρριχηθεί σε αυτή εμμένοντας και οι δύο πεισματικά στις απόψεις τους.

Η συνέπεια αυτής της υποτίμησης της σημασίας της Αναθεώρησης από τον πολιτικό κόσμο είναι, όπως αναφέραμε, ότι καθίσταται αδύνατη η εύρεση οποιασδήποτε κοινοβουλευτικής συναίνεσης, η οποία ενδεικνύει την ύπαρξη στοιχειώδους πολιτικού πολιτισμού και είναι ικανή να υπερκεράσει κάθε διαφωνία επιλύοντας ζητήματα τα οποία απασχολούν όλο το πολιτικό φάσμα. Πώς γίνεται η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η βουλευτική ασυλία, η ποινική ευθύνη των Υπουργών, η θρησκευτική ουδετερότητα, η δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων να αγγίζουν μόνο συγκεκριμένα κόμματα και να αφήνουν αδιάφορα τα υπόλοιπα όταν τα ζητήματα που διακυβεύονται σχετίζονται με τη λειτουργία του πολιτεύματος, τη θρησκεία και την παιδεία; Στη διαδικασία Αναθεώρησης δεν πρεσβεύει τελικά η λογική -και πού πρεσβεύει άλλωστε;- αλλά η εξασφάλιση της βουλευτικής αποζημίωσης με την άκριτη υιοθέτηση κομματικών γραμμών και με την εμμονή ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια σύμπνοιας θα αποδειχθεί ατελέσφορη.

Ας μην ξεχνάμε την Αναθεώρηση του 2008 η οποία, παρά τις αρχικές προσδοκίες, είχε άδοξο τέλος και κατέληξε στην αλλαγή μόνο τριών συνταγματικών διατάξεων, δεδομένου ότι έλειπε η απαιτούμενη και πολύτιμη συναίνεση.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι η σωστή αντιμετώπιση της διαδικασίας Αναθεώρησης όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος , ενώ η διχογνωμία σχετικά με τη δέσμευση ή όχι της αναθεωρητικής Βουλής από τις προτάσεις της προτείνουσας πρέπει να απασχολεί μόνο τη θεωρία. Το ζήτημα της δέσμευσης δε θα μας απασχολούσε εάν οι αντιπρόσωποί μας στο Κοινοβούλιο στέκονταν με ειλικρίνεια και διατύπωναν με σαφήνεια τις απόψεις τους, ενθάρρυναν το γόνιμο διάλογο και πετύχαιναν το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή, την εξασφάλιση της ευρύτατης δυνατής πλειοψηφίας ήδη κατά τις συζητήσεις στη διάρκεια της θητείας της προτείνουσας Βουλής.

Επειδή, όμως, η ελληνική ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι το παραπάνω σενάριο αποτελεί απλώς μία ουτοπία, θεωρούμε ορθότερη την εύρεση μιας μέσης λύσης η οποία θα συνταιριάζει στοιχεία δεσμευτικότητας και μη, ικανοποιώντας έτσι τους θεωρητικούς υποστηρικτές και των δύο αντικρουόμενων απόψεων.

Έτσι, μια πρώτη ενδιάμεση λύση δίνει το προβάδισμα στο κριτήριο το οποίο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να θεωρούμε αποφασιστικό προκειμένου να συναγάγουμε δέσμευση μιας από τις δύο Βουλές. Πρόκειται για την πλειοψηφία των 3/5 των βουλευτών. Αν στην πρώτη Βουλή επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, τότε δε θα μπορεί η δεύτερη, αν συγκέντρωσε μόλις 151 βουλευτές, να δράσει αδέσμευτα. Αν πάλι η πρώτη Βουλή σχημάτισε απλώς την απόλυτη πλειοψηφία, ενώ η δεύτερη πέτυχε την αυξημένη των 3/5 των βουλευτών, τότε μπορεί πράγματι να κρίνει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων κυρίαρχα. Αν, τέλος, η αυξημένη αυτή πλειοψηφία κατέστη δυνατή και στις δύο Βουλές, τότε θα πρέπει να προστρέξουμε στο ανωτέρω κριτήριο της «νωπής» λαϊκής εντολής της δεύτερης Βουλής απονέμοντάς της τη δυνατότητα να αποφασίσει ελεύθερη για την κατεύθυνση της Αναθεώρησης.

Ακόμη, ως μια δεύτερη δυνατή εναλλακτική λύση, προτείνουμε ένα μοντέλο μερικής δέσμευσης της αναθεωρητικής από τις διατυπωθείσες κατά τις εργασίες της πρώτης Βουλής προτάσεις. Κατά την έναρξη της διαδικασίας Αναθεώρησης από την προτείνουσα Βουλή, κάθε κοινοβουλευτικό κόμμα θα καταθέτει τις προτάσεις του οι οποίες θα αναφέρουν με ακρίβεια τόσο τις αναθεωρητέες διατάξεις όσο και το περιεχόμενο το οποίο επιθυμεί να δώσει σε αυτές εάν η Αναθεώρηση ευδοκιμήσει. Στο στάδιο αυτό το κάθε κόμμα θα αναζητεί τυχόν συνεργασίες με τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι, αν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές για την ανάδειξη της αναθεωρητικής Βουλής αναδειχθεί σε κυβερνών κόμμα, θα βρίσκεται σε θέση να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία η οποία θα οδηγήσει τελικά στην Αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων τις οποίες πρότεινε. Συνεπώς, με βάση αυτό το μοντέλο, το κάθε κόμμα το οποίο θα συμμετέχει στην αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προτάσεις τις οποίες το ίδιο έχει καταθέσει και κατ’ επέκταση και το κυβερνών κόμμα θα δεσμεύεται μόνο από τις δικές του. Έτσι, το εκλογικό σώμα θα αναδείξει την αναθεωρητική Βουλή λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις κάθε κόμματος, συνιστώντας έτσι ουσιαστικά το ρυθμιστή αυτής της συνταγματικής διαδικασίας δεδομένου ότι καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψήφου του θα διαδραματίζει η θέση κάθε κόμματος απέναντι στην Αναθεώρηση.

Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου προκύπτουν διάφορα ζητήματα. Τι θα συμβεί εάν ως κυβερνών αναδειχθεί ένα κόμμα το οποίο δε συμμετείχε στην προτείνουσα Βουλή; Το κόμμα αυτό δε θα δεσμεύεται από καμία πρόταση; Και επιπλέον τι θα συμβεί εάν στην αναθεωρητική Βουλή κανένα κόμμα δεν αποκτήσει αυτοδυναμία και αναγκαστεί να συνεργαστεί με κάποιο άλλο κόμμα; Το κόμμα της πλειοψηφίας θα δεσμεύεται τότε και από το κόμμα με το οποίο έχει συμμαχήσει για τη δημιουργία Κυβέρνησης;

Αυτά και άλλα ερωτήματα σίγουρα γεννώνται και, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει σύστημα το οποίο θα λειτουργεί με τέλειο τρόπο, γιατί το ζήτημα της Αναθεώρησης έχει αναπόφευκτα και έντονα πολιτικό χαρακτήρα, οφείλουμε να αναζητήσουμε το σύστημα με τις λιγότερες δυνατές ατέλειες. Η άποψη η οποία υποστηρίζει τη δέσμευση της αναθεωρητικής Βουλής από τις προτάσεις της προτείνουσας σίγουρα δεν μπορεί να γίνει δεκτή, γιατί αναιρεί τη σημασία των εκλογών οι οποίες μεσολαβούν και δε δίνει, όπως οφείλει, τον τελευταίο λόγο στον εκλογικό σώμα το οποίο υπό αυτές τις συνθήκες καλείται απλώς να επικυρώσει προειλημμένες αποφάσεις.

Πολιτικοί και θεωρητικοί ας έχουν πάντα στο μυαλό τους ότι η διαδικασία της συνταγματικής Αναθεώρησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άσκηση πολιτικής και ότι τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζονται με κάποια ελαστικότητα. 

Πολιτικοί και θεωρητικοί ας έχουν πάντα στο μυαλό τους ότι η διαδικασία της συνταγματικής Αναθεώρησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άσκηση πολιτικής και ότι τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζονται με κάποια ελαστικότητα. 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s