JOKER REVIEW!

Από το: Φίλιππο Σιώζο

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι ο Todd Phillips (σκηνοθέτης των κωμικών ταινιών Hangover και War Dogs) θα αναλάβει τη δημιουργία μιας σόλο ταινίας με επίκεντρο έναν από τους πιο διαβόητους κακούς των κόμικς και του σινεμά πολλοί διερωτήθηκαν αν το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν πρωτότυπο ή κοινό με προηγούμενες απεικονίσεις του ψυχοπαθή κλόουν στη μεγάλη οθόνη. Μεγαλύτερη συζήτηση βέβαια προκάλεσε η επιλογή του Joaquin Phoenix να αναβιώσει τον Joker (εφεξής J.) και η δυνατότητά του να εισφέρει κάτι νέο σε ένα ρόλο, που έχουν υποδυθεί πολλοί στο παρελθόν και μάλιστα με εξαιρετική επιτυχία (Jack Nicholson, Heath Ledger). Είναι ασφαλές νομίζω να πούμε, λίγο καιρό μετά την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους, ότι το ρίσκο των Phillips και Phoenix απέδωσε πανηγυρικά, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται τόσο από  την οσκαρική του προοπτική (δύσκολα θα χάσει ο Phoenix το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου, ενώ η ταινία πρόκειται να αποτελέσει σοβαρό διεκδικητή και σε άλλες κατηγορίες) όσο και τον ντόρο που έχει αυτό δημιουργήσει παγκοσμίως, πράγμα που αποτυπώνεται περίτρανα και στο box office, με εισπράξεις που ξεπέρασαν τα 300 εκ. $ παγκοσμίως σε λιγότερο από μια εβδομάδα κυκλοφορίας της.

Η ταινία, παρά ταύτα, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις κατηγορούμενη ότι ωραιοποιεί και ηρωοποιεί τις βίαιες πράξεις του κεντρικού της πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεται ως ένας κοινωνικός παρίας, ο οποίος, δεχόμενος το ένα χτύπημα μετά το άλλο, στο τέλος ξεσπάει και εκδικείται την κοινωνία για την ανάλγητη στάση της απέναντί του (αν και το τέλος της επιδέχεται περισσότερων της μίας ερμηνειών για τις οποίες θα γίνει αναφορά παρακάτω). Είναι χαρακτηριστικό πως τις αρχικές μέρες προβολής της σε επιλεγμένους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης τοποθετήθηκαν μυστικοί αστυνομικοί υπό το φόβο ένοπλης επίθεσης.

Προσωπικά πιστεύω ότι παρ’ όλο που αρχικά ο θεατής νιώθει δικαιολογημένα συμπάθεια προς τον Arthur και τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει, επ’ ουδενί του ζητείται να δικαιολογήσει τις αγριότητες στις οποίες εν συνεχεία προβαίνουν αυτός και οι υποστηρικτές του. Σε κάθε περίπτωση αυτό το ζήτημα επαφίεται στην αξιολόγηση και κρίση του καθενός. Καλό θα ήταν πάντως στο τέλος της ημέρας παρά τις όποιες εύλογες συζητήσεις κάνουμε με επίκεντρο τον J. να θυμόμαστε πως πρόκειται για μια εξαιρετικά καλογυρισμένη ταινία και όχι για διδακτορική διατριβή με επίκεντρο την ψυχολογία ενός φημισμένου εγκληματία.

Ως προς την σκηνοθεσία, ο Phillips σαφώς επηρεασμένος από ταινίες του Martin Scorcese (Taxi Driver, The King of Comedy, Raging Bull, Mean Streets) και λοιπές (One Flew Over the Cuckoo’s Nest, Dog Day Afternoon, Network) κάνει εξαιρετική δουλειά παρουσιάζοντας μια Gotham City σκοτεινή και σε παρακμή, ανήμπορη να προσφέρει τα στοιχειώδη κοινωνικά αγαθά στους πολίτες της (ασφάλεια, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εργασία), μία πόλη η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα της εξέγερσης. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία εμφιλοχωρεί το «φαινόμενο» Joker, το οποίο μετουσιώνεται σε μίσος απέναντι στις αποκαλούμενες «ελίτ» και σε προσπάθεια αποκαθήλωσής τους. Το μουσικό σύνολο του Joker βοηθάει το θεατή να βυθιστεί στη μιζέρια που αποπνέει ο ανήμπορος να εξωτερικεύσει συναισθήματα Αrthur (του οποίου η μόνη αντίδραση ακόμα και στις δύσκολες καταστάσεις της ζωής του είναι το αμήχανο γέλιο) στην αρχή και μέση της ταινίας εξελισσόμενο σε δυναμικότερο και πιο ροκ παράλληλα με τη μεταμόρφωσή του στον αιμοδιψή κλόουν.

Ως προς τις ερμηνείες, αυτή που αναμφίβολα ξεχωρίζει είναι του Phoenix. Πρόκειται άλλωστε για ένα φιλμ που γυρίστηκε έχοντας ως επίκεντρο τον J. και κατ’ επέκταση αυτόν που θα τον υποδυόταν, εξ ου και το μεγάλο ρίσκο της επιλογής κεντρικού πρωταγωνιστή. Η συμμετοχή του Robert De Niro στο καστ ως του είρωνα και ενίοτε δηκτικού τηλεπαρουσιαστή αποτελεί την αναγνώριση της υποδόριας συνεισφοράς του στο χτίσιμο του χαρακτήρα καθώς τόσο ο Ταξιτζής (ψυχικά ασταθής, βίαιος) όσο και ο Βασιλιάς της Κωμωδίας (αποτυχημένος κωμικός) παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που ενώνονται στο πρόσωπο του J. Στους υπόλοιπους κεντρικούς ρόλους της ταινίας συναντάμε τη Zazie Beetz υποδυόμενη τη γειτόνισσα του Arthur με την οποία φαίνεται να αναπτύσσει κάποιου είδους ειδύλλιο, τη Frances Conroy ως Penny Fleck, τη μητέρα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα ψυχικά προβλήματα του γιου της, εξαιτίας της συστηματικής κακοποίησής του σε νεαρή ηλικία και τον Brett Cullen ως Thomas Wayne, τον υποψήφιο αναμορφωτή της Gotham City.

Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια  αναφορά στο διφορούμενο τέλος του J. Η λήξη των συγκρούσεων αστυνομικών δυνάμεων με τους υποστηρικτές του αλλόφρονα κλόουν βρίσκει τον Arthur στο Άσυλο Arkham να συζητεί με την ψυχοθεραπεύτριά του και να χαμογελά. Αφού εκείνη τον ρωτά τι βρίσκει αστείο, εκείνος αποκρίνεται ότι δε θα το καταλάβαινε ακόμα και αν της το έλεγε. Στη συνέχεια, τον βλέπουμε να απομακρύνεται από την αίθουσα της συζήτησης αφήνοντας πίσω του ίχνη αίματος (υπονοώντας ότι την σκότωσε) και να κυνηγιέται από αστυνομικούς. Πέρα από την δυνατότητα συμπάθειας του θεατή ή όχι προς τον J., τα κίνητρα και τις πράξεις του, ο σκηνοθέτης αφήνει ανοιχτό και το παράθυρο ερμηνείας ολόκληρης της ταινίας· κάποιος μπορεί να την δει κυριολεκτικά και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πράγματι έλαβαν χώρα όλες αυτές οι ωμότητες και κάποιος άλλος μπορεί να θεωρήσει ότι η μετάλλαξη του Arthur σε έναν ψυχοπαθή δολοφόνο δεν ήταν παρά αποκύημα της φαντασίας του. Ο  Phillips έχει δηλώσει πως περιμένει να καταλαγιάσει όλη η φασαρία που έχει ξεσηκωθεί, για να δώσει τη δική του ερμηνεία.

Εν κατακλείδι, το J. είναι μία αρκετά τολμηρή ταινία. Θίγει ποικίλα κοινωνικά ζητήματα με τρόπο ιδιαίτερα γλαφυρό και ενίοτε ωμό γεννώντας στο καθένα εύλογα ερωτήματα και προβληματισμούς. Τα μεγάλα της πλεονεκτήματα είναι η οσκαρική ερμηνεία του Phoenix, η εξαιρετική σκηνοθεσία του Phillips, καθώς και το διφορούμενο ως προς την τύχη του Arthur–Joker. Το να μη δίνεται στο πιάτο του θεατή το τέλος, αλλά να αφήνονται υπόνοιες ως προς την αλήθεια ή μη όλων των συνταρακτικών τεκταινόμενων του δεύτερου μισού του φιλμ είναι ταιριαστό σε μια τόσο αινιγματική φιγούρα σαν αυτή του J. Στα αρνητικά θα τοποθετούσα το μονοδιάστατο των υπολοίπων χαρακτήρων, οι οποίοι αναπτύσσονται μονάχα σε συνάρτηση με τον Arthur και το σχετικά αργό πρώτο μισό του φιλμ που αναλώνεται στο να χτίσει την ψυχοσύνθεση του κεντρικού πρωταγωνιστή της για να δικαιολογήσει τη μετέπειτα μεταμόρφωσή του στο διαταραγμένο και άκρως επικίνδυνο κλόουν. Το Joker μπορεί να έχει κατηγορηθεί για πολλά πράγματα λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του, αλλά το μόνο που δεν μπορεί να του προσάψει κανείς είναι ότι αφήνει τον θεατή ανεπηρέαστο κατά την έξοδό του από τον κινηματογράφο.

 ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ:  ★★★★☆

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s