«ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;»

Από το: Δημήτρη Τσιπινιά

Πάγιο και,  κατά την προσωπική μου άποψη, εύλογο αίτημα των φοιτητών όλης της επικρατείας μετά τη Μεταπολίτευση, υπήρξε η παραχώρηση εκ μέρους του Κράτους της δυνατότητας εκπροσώπησης των φοιτητών στα όργανα αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι.. Το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 1268/1982 αναγνώρισε αυτό το αίτημα ως ακολούθως: « (α) Όλοι […] οι φοιτητές είναι ελεύθεροι να εκφράζονται συλλογικά μέσα από τα συνδικαλιστικά τους όργανα που διευκολύνονται στη λειτουργία τους από τις Πανεπιστημιακές αρχές.
(β) […] ο φοιτητικός σύλλογος λειτουργεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (ν. 1268/1982) είτε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου είτε μέχρι την έγκριση του καταστατικού ως ένωση προσώπων.».
Με αυτόν το νόμο κατοχυρώθηκε στους φοιτητές το δικαίωμα της εκπροσώπησής τους μέσω του φοιτητικού συλλόγου.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2007, υπερψηφίστηκε ένας νέος νόμος ο οποίος έφερε ορισμένες αλλαγές διατύπωσης, κατά κύριο λόγο, αλλά εκ των πραγμάτων, και μεταρρυθμίσεις ουσίας για το νομικό καθεστώς των φοιτητικών συλλόγων. Το άρθρο 22 Ν. 3549/2007 αντικαθιστά την παράγραφο του προηγούμενου νόμου ως εξής: «Η ανάδειξη των εκπροσώπων των φοιτητών στα πανεπιστημιακά όργανα γίνεται για ετήσια θητεία και μόνο από το νόμιμο φοιτητικό σύλλογο κάθε τμήματος, ο οποίος οφείλει να έχει συγκροτηθεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου».

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει εύλογα πως, για να μπορεί να λάβει σάρκα και οστά το αναντίρρητο δικαίωμα των φοιτητών στην εκπροσώπηση, θα πρέπει να περικλείεται σε μία δομή, που το περιβάλλει με την αναγκαία νομιμότητα. Η δομή που επιλέχθηκε ρητώς από το νόμο είναι η σωματειακή και επομένως για να είναι νόμιμη η έκφραση των φοιτητών στα συλλογικά πλαίσια του φοιτητικού συλλόγου θα πρέπει ο τελευταίος να έχει την νομότυπη δομή του σωματείου (και άρα να βασίζεται σε ένα καταστατικό που θα καθορίζει τον σκοπό, την επωνυμία του και όλα τα άλλα αναγκαία στοιχεία, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 80 του Αστικού Κώδικα).

Μέχρι εδώ όλα φαίνονται αρκετά απλά και κατανοητά. Στην πράξη, όμως, έννοιες, όπως νομιμότητα, εκπροσώπηση και άλλες, φαίνεται πως όχι απλώς παρερμηνεύονται αλλά καταστρατηγούνται σε βάρος των φοιτητών και ίσως της ίδιας της κοινής λογικής. Με παράδειγμα τη Νομική Σχολή Αθηνών η νομιμότητα πάει περίπατο μπροστά στην ανάγκη των φοιτητών για «αγώνα» και «αντίδραση». Στη συγκεκριμένη σχολή και δη «ΝΟΜΙΚΗ» ισχύει το παράδοξο ότι ο φοιτητικός σύλλογος λειτουργεί χωρίς καταστατικό και ακολούθως χωρίς σφραγίδα που να νομιμοποιεί τις αποφάσεις του. Αυτό δεν εμποδίζει βέβαια τις νομίμως εκλεγείσες παρατάξεις στο να «εκπροσωπούν» τους φοιτητές σε ένα όργανο το οποίο δεν υπάρχει κατά νομική κυριολεξία.

Η κοινή λογική υποχωρεί ακόμη περισσότερο όταν γίνεται επίκληση στο λεγόμενο «καταστατικό της Ε.Φ.Ε.Ε.». Η Ε.Φ.Ε.Ε. είναι : «η Εθνική Φοιτητική Ένωσις Ελλάδος (Ε.Φ.Ε.Ε.) αποτελούσα την εθελουσίαν ένωσιν των διαφόρων συλλόγων των Ελλήνων Σπουδαστών. Σκοπός της είναι η παρά του σπουδαστικού κόσμου συνειδητοποίησις των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του, ως καθορίζονται εις τον «Χάρτην του Σπουδαστού»(…)». Το καταστατικό αυτό, το οποίο και αποτελεί το πρότυπο των απανταχού ελληνικών φοιτητικών συλλόγων, παραμένει ακόμα αδιευκρίνιστο εάν έχει κατατεθεί νομίμως στο αρμόδιο δικαστήριο και εάν μπορεί να αποτελέσει τη βάση νομότυπης δράσης των φοιτητικών συλλόγων.

Ωστόσο, γιατί θα πρέπει να είμαστε τόσο τυπολάτρες και να ανάγουμε τα πάντα στηννομιμότητα, εφόσον ένας φοιτητικός σύλλογος απλώς δίνει το δικαίωμα έκφρασης στους φοιτητές απέναντι στους αρμόδιους φορείς του Πανεπιστημίου;

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η ένωση αυτή δεν εκφράζει απλώς τη διαμαρτυρία της αλλά προχωρεί και σε δράσεις που εκ των πραγμάτων δεσμεύουν και φοιτητές που ενδεχομένως διαφωνούν με τις δράσεις αυτές (βλέπε καταλήψεις). Είναι εντελώς παράδοξο να ζητείται από τις φοιτητικές παρατάξεις να γίνεται γενική συνέλευση του φοιτητικού συλλόγου για να αποφασιστεί, π.χ. μια κατάληψη, με το σκεπτικό να υπάρξει μια σχετική νομιμοποίηση της διαδικασίας με την παρουσία φοιτητών, όταν η ίδια η διαδικασία είναι νομικά μη υφιστάμενη και εν τούτοις παράνομη. Η επίκληση στο «νόμο» γίνεται κατά το δοκούν και όποτε αυτό εξυπηρετεί τον ανώτατο σκοπό του «αγώνα». Και εν τέλει από πότε χρειάζεται ψηφοφορία για να αποφασιστεί κάτι το εντελώς παράνομο, όπως μια κατάληψη; Κατά το άρθρο 168 παρ. 1 του (νέου) Ποινικού Κώδικα:  «Όποιος εισέρχεται παράνομα σε χώρο […] νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου […], ή παραμένει στους χώρους αυτούς και προκαλεί έτσι διακοπή ή σοβαρή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή».

Εν ολίγοις, ένα μη υφιστάμενο όργανο αποφασίζει με παράτυπες διαδικασίες γενικής συνέλευσης μια πράξη, κατά το νόμο παράνομη και ποινικά κολάσιμη. Με αυτόν τον τρόπο εντελώς αυθαίρετα φοιτητές χάνουν σημαντικές διδακτικές ώρες για την απόκτηση του πτυχίου τους, το ακαδημαϊκό πρόγραμμα εκτροχιάζεται και οι σχολές μένουν κλειστές με «βάση την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης».

Τα ζητήματα που οδηγούν στην απόφαση για κατάληψη και γενικώς σε συλλογικές δράσεις διεκδίκησης, ωστόσο, δεν είναι καθόλου ασήμαντα. Οι φοιτητές οφείλουν να εκφράσουν την αντίθεσή τους όταν διοικητικές αποφάσεις επηρεάζουν την αξία του πτυχίου τους και τις ίδιες τις σπουδές τους, αλλά φυσικά όχι με τρόπο που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των φοιτητών. Το δικαίωμα στη διαδήλωση κατοχυρώνεται συνταγματικά, το «δικαίωμα» στην κατάληψη όχι.

Σε αυτό το πλαίσιο η εκπροσώπηση των φοιτητών στα πανεπιστήμια υποβαθμίζεται και υποτιμάται από τους ίδιους τους φοιτητές που αποστρέφονται κατά πλειονότητα κάθε όργανο φοιτητικής συλλογικής δράσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε σχολές που αριθμούν πάνω από 2000 φοιτητές, οι γενικές συνελεύσεις διενεργούνται με 200 άτομα και αποφάσεις παίρνονται με απαρτία 80 ατόμων, γεγονός το οποίο επιχειρείται να αποκτήσει μια νομιμοφάνεια επί τη βάσει του δήθεν άγραφου εθιμικού κανόνα ότι η απαρτία υπολογίζεται στο 10% της συμμετοχής στις προηγούμενες φοιτητικές εκλογές.

Εν τέλει, δεν είναι η έλλειψη νομιμότητας ο λόγος που απομακρύνει τους φοιτητές από την συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, αλλά η αυθαίρετη επιβολή ενός δικαίου των «ισχυρών» που με όχημα την ανάγκη τους για αντίδραση επιβάλλονται.

Σκοπός του άρθρου δεν είναι να θίξει τα κίνητρα όλων όσοι κινητοποιούνται αλλά να θέσει το ερώτημα σε όσους σιωπηρά αποδέχονται το παρόν καθεστώς και απέχουν από κάθε μορφή έκφρασης επί των σχετικών ζητημάτων: «Αυτό το πανεπιστήμιο θέλουμε;».

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s