ΑΚ 281 : ΤΟ ‘ΚΟΣΜΗΜΑ’ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Από το : Θεμιστοκλή Αλεπάκο

Νοέμβριος 2016, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου: Οδιδάσκων καθηγητής, παραδίδοντας τα περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος,χαρακτήρισε πανηγυρικά το άρθρο 281[1] ως«άρθρο-κόσμημα» που στολίζει με καινοτομία τον Αστικό μας Κώδικα και τον διακρίνει από αντίστοιχους αλλοδαπούς. Η ρήση αυτή περί πρωτοποριακής ρύθμισης, αν και αντήχησε εκκωφαντικά στα αυτιά μου, δεν κατόρθωσε εντούτοις να με ωθήσει σε περαιτέρω διερεύνηση της διατάξεως.Τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2019, σ’ ένα μάθημα των Εφαρμογών Αστικού Δικαίου, πάλι άκουσα την καθηγήτρια να διακηρύσσει με θέρμη την πρωτοτυπία της ΑΚ281. Αυτή η δεύτερη αναφορά στην «κοσμητική» διάταξη δεν θα μπορούσε, όμως, να με αφήσει απροβλημάτιστο ως τεταρτοετή πλέον φοιτητή Νομικής. Είναι, αλήθεια, βάσιμος τούτος ο χαρακτηρισμός; Ποια η δικαιολογητική βάση της κατάχρησης και ποια η εξελικτική της πορεία;

        Ως κατάχρηση έχει επικρατήσει να θεωρείται «η νομότυπη μεν, πλην όμως υπερβολική και κατά τούτο μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση δικαιώματος». Όπως κατηγορηματικά, άλλωστε, επιτάσσει ο θεμελιώδης νόμος της Πολιτείας, «η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται» (άρθρο 25, παρ. 3 του Συντάγματος). Εύλογα, ωστόσο, αναρωτιέται κανείς: Γιατί να απαγορευθεί η κατ’αρχήν νόμιμη άσκηση της παρεχόμενης από το δίκαιο εξουσίας για την ικανοποίηση των εννόμων συμφερόντων ενός προσώπου; Όπως διεφάνη και προηγουμένως από τον ορισμό της κατάχρησης, κομβικής σημασίας είναι το κριτήριο της «υπερβολής», υπό την έννοια της υπέρβασης των ορίων που θέτει το Σύνταγμα, ο νόμος ή η ιδιωτική βούληση σε κάθε δικαίωμα. Αυτή η καθ’υπέρβαση άσκηση μετατρέπεται, μάλιστα, σε κακή χρήση, όταν το άτομο εκμεταλλεύεται την εξουσία για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους του απονεμήθηκε. Έτσι, ο δικαιούχος γίνεται καταχρώμενος και η συμπεριφορά του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το δίκαιο. Σχολικό παράδειγμα: ο καθένας μπορεί να ασκεί αδέσμευτα το δικαίωμά του στην καλλιτεχνική ελευθερία (άρθρο 16 του Συντάγματος), όχι όμως και να ζωγραφίζει το τετράδιο του συμφοιτητή του ή να βάφει αυθαίρετα τον τοίχο ενός δημόσιου κτιρίου.

            Αξίζει να σημειωθεί ότι η προβληματική της κατάχρησης είχε απασχολήσει τους νομικούς επιστήμονες ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ κατά τους τελευταίους αιώνες στην Ηπειρωτική Ευρώπη, θεωρία και νομολογία αναζητούσαν τα κριτήρια προσδιορισμού και οριοθέτησής της. Στη Γερμανία, λόγου χάριν, κυρίαρχη ήταν η υποκειμενική θεωρία, αφού ως μόνος περιορισμός στην άσκηση δικαιώματος ετίθετο η εκ προθέσεως, και δη κακοβουλίας, επιδίωξη βλάβης του άλλου.Όμως, μια τέτοια επίκληση καταχρηστικής άσκησης μπορούσε να αποκρουστεί εύκολα στις δικαστικές διαμάχες με την απλή απόδειξη οποιουδήποτε εννόμου συμφέροντος . Αντιθέτως, στη Γαλλία, κατίσχυσε η άποψη ότι τα όρια πρέπει να είναι αντικειμενικά (ανεξάρτητα δηλαδή από υπαιτιότητα του φορέα του δικαιώματος). Έτσι, υιοθετήθηκε η υπερνομοθετική αρχή της καλής πίστης (:bonafides), η οποία υποδηλώνει την τηρητέα στις συναλλαγές ευθύτητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια. Στο ίδιο πνεύμα, ο Αυστριακός Αστικός Κώδικας επέλεξε ως νόμιμο όριο ενάσκησης δικαιώματος την αντικειμενική έννοια των χρηστών ηθών, η οποία, κατά πάγια νομολογία, νοείται ως το σύνολο των περί ηθικής αντιλήψεων του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.Τέλος, ο Σοβιετικός Κώδικας, κατά τρόπο πρωτοφανή και εναρμονιζόμενος με την κοινωνική πολιτική των σοβιέτ[2], απαγόρευε τη δικαιωματική άσκηση εξουσίας που αντίκειτο στον κοινωνικό και οικονομικό προορισμό του δικαιώματος (δηλαδή στην κοινωνική του λειτουργία και στα επιδιωκόμενα από τον ασκούντα οικονομικά συμφέροντα).

            Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω και τα δύο κύρια θεωρητικά ρεύματα που αντιμάχονταν στη νομική σκέψη. Το πρώτο («critiquedeforme») υποστήριζε ότι η έννοια της κατάχρησης αποτελεί ουσιαστικά δικαιϊκή αντίφαση, αφού είτε κάποιος έχει δικαίωμα και το ασκεί (άρα δεν κάνει κατάχρηση) είτε δεν έχει, οπότε αυθαιρετεί. Στον αντίποδα βρισκόταν η θεωρία του Γάλλου νομικού Louis Josserand περί «abusdedroit», η οποία μεταφέρθηκε αυτούσια στο ελληνικό δίκαιο και όριζε ως κατάχρηση την άσκηση που ήταν σύμφωνη με το δικαίωμα, αλλά αντίθετη με το δίκαιο.

            Έπειτα, λοιπόν, από συγκριτική μελέτη των ξένων ρυθμίσεων και με σκοπιά συνθετικής προσέγγισης, η συντακτική επιτροπή του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, υπό τον Πρόεδρο Γεώργιο Μπαλή, προέβη στη διατύπωση του άρθρου 7 του Προσχεδίου Γενικών Αρχών: «Η άσκησις του δικαιώματος η υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών ή του δι’ον απενεμήθη σκοπού δεν απολαύει της προστασίας του δικαίου» [διαζευκτική εφαρμογή των κριτηρίων]. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι το στοιχείο του «προφανούς», όπερ μεθερμηνευόμενον το αναμφισβήτητο, το πρόδηλο ή το οφθαλμοφανές στα μάτια του υποχρέου, αλλά και οιουδήποτε τρίτου.

            Εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη (νυν ΑΚ281), τα εθνικά δικαστήρια διέπλασαν νομολογιακά τρεις επιμέρους περιπτώσεις κατάχρησης δικαιώματος, τις οποίες θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και άξιες αναφοράς. Συγκεκριμένα,αποδυνάμωση δικαιώματος είναι η άσκησή του κατόπιν μακράς αδράνειας του δικαιούχου, παρ’ ότι έχει δημιουργήσει στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα το ασκήσει πλέον (π.χ. παντρεύομαι την πρώτη μου ξαδέρφη και έπειτα από πολλά χρόνια αρμονικής συμβίωσης ασκώ αγωγή ακύρωσης του γάμου λόγω κωλύματος συγγένειας). Εξίσου σημαντική είναι η αντιφατική συμπεριφορά (venire contra factum proprium), ήτοι η μεταστροφή της συμπεριφοράς του δικαιούχου σε σχέση με εκείνη που τηρούσε πριν από την κτήση ή την άσκηση του δικαιώματός του και παρά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υποχρέου στη διαμορφωθείσα κατάσταση (π.χ. ενώ μέχρι πρότινος έχω αποδεχθεί την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος από τον έτερο συγκοινωνό, αξιώνω παρ’ όλα αυτά αποζημίωση χρήσης από αυτόν). Και τέλος, κακόβουλη συμπεριφορά αποτελεί η δόλια άσκηση του δικαιώματος με μοναδικό σκοπό την επαγωγή βλάβης στα έννομα αγαθά τρίτου προσώπου (π.χ. καταγγέλλω ως εργοδότης τη σύμβαση εργασίας για να εκδικηθώ εργαζόμενο, που νόμιμα άσκησε τα δικαιώματά του εναντίον μου).

            Συνοψίζοντας, η κάλυψη ενός νομοθετικού κενού με τον ευρωπαϊκής προέλευσης θεσμό της κατάχρησης, συνέβαλε επιτυχώς στην τοποθέτηση φραγμών ενώπιον της ατομιστικής, ανήθικης και αντισυμβατικής δράσης ορισμένων δικαιούχων, εξυπηρετώντας έτσι το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον. Δεν ήταν τυχαία, εξάλλου, τα λόγια του τότε εισηγητή Γεωργίου Μαριδάκη: «…ανεξαρτήτως θεωριών, η ουσία είναι ότι η έννομος τάξις απονέμουσα τα δικαιώματα δεν εννοεί ταύτα και ως μέσα καταδυναστεύσεως. Ο υπερχειλίζων εγωισμός δεν είναι ανεκτός υπό του δικαίου. Όπως όλοι οι κώδικες, ούτω και ο ημέτερος πρέπει να πλήξη την κατάχρησιν του δικαιώματος…». Ειδικά ενόψει της συγκαιρινής εποχής, οικονομικά ιδωμένης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σημερινό άρθρο ΑΚ281 συνιστά την τελευταία σανίδα σωτηρίας ή το έσχατο καταφύγιο (ultimumrefugium) δικαιϊκής προστασίας για πληθώρα υποχρέων από συμβατικές ενοχές. Ο νομικός και ιδίως ο εφαρμοστής του δικαίου καλείται να αναλογιστεί την ιστορία και τη ratio της διάταξης, καθώς και να κρίνει με σύνεση και φειδώ την κατάφασή της inconcreto.


[1]«Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

[2] Συμβούλια αντιπροσώπων που αποτέλεσαν τη βάση της πολιτικής οργάνωσης των εργατών κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) και στη συνέχεια του λαϊκοδημοκρατικού πολιτεύματος της Σοβιετικής Ένωσης.


 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s