Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΘΕΑ

Από την : Σοφία Σταθούλη

     Στις 30 Σεπτεμβρίου 2019, ημέρα Δευτέρα , ανακοινώθηκε στις κοινότητες των 110 μονάδων του ΚΕΘΕΑ η κατάργηση του αυτοδιοίκητου μοντέλου του με πράξη νομοθετικού περιεχομένου από τον Υπουργό Υγείας, Βασίλη Κικίλια. Αυτό σημαίνει πως το άμισθο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού-που μέχρι τότε ήταν αιρετό από τη Γενική Συνέλευση του φορέα- θα ορίζεται αποκλειστικά από το Υπουργείο Υγείας και μάλιστα, θα είναι έμμισθο.Η εν λόγω απόφαση αποτέλεσε τον «ασκό του Αιόλου» απελευθερώνοντας επικίνδυνους κυκλώνες και ανεμοστρόβιλους που δύναται να οδηγήσουν τον φορέα με μαθηματική ακρίβεια στο ναδίρ της αποτελεσματικότητας του.

    Το ερώτημα που εγείρεται εύλογα είναι το εξής , για ποιο λόγο η επιβολή επιπλέον, ουσιαστικά, κυβερνητικού ελέγχου στον Οργανισμό είναι τόσο ζημιογόνα για αυτόν, γνωρίζοντας μάλιστα ότι από το 2006, ήδη δύο μέλη του ΔΣ διορίζονται από το αρμόδιο Υπουργείο ;

   Πρωτίστως, είναι άκρως σημαντικό να διευκρινιστεί πως το ΚΕΘΕΑ  είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου,το οποίο είναι αυτοδιοικούμενο και τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας,Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με την ειδική νομοθετική ρύθμιση Ν.1729/1987 άρθρο 1 παρ.5 εδ. 6.Συνακόλουθα, η προαναφερθείσα πράξη νομοθετικού περιεχομένου καταργεί το συγκεκριμένο άρθρο,καθώς και την υπ’αριθμόν 4 από τις Γενικές Αρχές του ΚΕΘΕΑ,στην οποία αναφέρεται πως ο φορέας έχει τη δυνατότητα του αυτοπροσδιορισμού,δηλαδή της αυτοδιοίκησης.Η ουσία των άνωθεν διατάξεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ακριβοθώρητη,καθώς δεν είναι εμφανής η βαρύνουσα σημασία της διατήρησης του αυτοδιοικήτου για κάποιον ο οποίος βρίσκεται εκτός του χώρου των εξαρτήσεων.Αποφασιστικής σημασίας αποτελεί το γεγονός ότι η ισχύουσα νομοθεσία περί οργάνωσης του φορέα αντικατοπτρίζει τον σκοπό και τη φιλοσοφία του, που δεν είναι άλλος από την θεραπεία,την εκπαίδευση,την κατάρτιση και εν τέλει την κοινωνική επανένταξη του εξαρτημένου ατόμου .

    Από τα πρώτα κιόλας στάδια της πολυφασικής αυτής πορείας,η οποία επιτυγχάνεται με τα ορισμένα από τους αρμόδιους, θεραπευτικά προγράμματα, στο πρόσωπο που εκουσίως έχει εισαχθεί σε μια από τις μονάδες του ΚΕΘΕΑ, εμφυσώνται οι αξίες της εγκράτειας, της πειθαρχίας και της αυτοκυριαρχίας.Το εισαχθέν άτομο, σταδιακά αναλαμβάνει ευθύνες και μαθαίνει να είναι συνυπεύθυνο για την εξέλιξη του κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη μονάδα. Όταν μάλιστα,αισίως φτάσει στην φάση της επανένταξης χρίζεται με το δικαίωμα να αποτελεί μέλος της Γενικής Συνέλευσης του ΚΕΘΕΑ, όπου μαζί με τους εργαζόμενους,τους εθελοντές αλλά και τις οικογένειες των θεραπευόμενων που δέχονται ψυχολογική υποστήριξη, αποφασίζουν μεταξύ άλλων και για το ποια θα είναι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου,μέσω της εκλογικής διαδικασίας.Πέραν λοιπόν, από τις θεραπευτικές πρακτικές που εφαρμόζονται στους τοξικομανείς,την εκπαίδευση που τους παρέχεται μέσα στους κόλπους του Οργανισμού και την κατάρτιση ,με σκοπό την πλήρη επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο,τα προγράμματα στοχεύουν και στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού όντος,δηλαδή ενός ενεργού πολίτη και παραγωγικού μέλους της κοινωνίας.

    Καταργώντας λοιπόν, τον αυτοδιοίκητο χαρακτήρα του Οργανισμού συντρίβεται ο πυρήνας της συλλογικής προσπάθειας των εργαζομένων του ΚΕΘΕΑ, ο οποίος συνίσταται ακριβώς, στην αυτοδιαχείριση των θεραπευόμενων. Θίγοντας το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης/αυτοδιαχείρισης, όπως προβλέπεται και από τα άρθρα 3,4,5,6 του Κώδικα Δεοντολογίας του ΚΕΘΕΑ , κλονίζεται η φιλοσοφία της θεραπευτικής προσέγγισης του.Άλλωστε,αποτελεί έμμεσα και μια υποτίμηση προς τους θεραπευομένους, καθώς τους αφαιρεί ουσιαστικά το δικαίωμα να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων αφήνοντας τους στο περιθώριο των εξελίξεων. Με τον τρόπο αυτό, τους μεταβιβάζεται υπογείως το μήνυμα ότι η δυνατότητα τους για ενεργή συμμετοχή τόσο στη Γενική Συνέλευση, όσο και στη θεραπευτική διαδικασία, συνιστά αντικείμενο αμφισβήτησης. Κρίνεται αμφίβολη η πολυπόθητη επιδίωξη τους, να κατορθώσουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά της εξάρτησης και να πορευτούν προς το φως. Ως αποτέλεσμα αυτού, χάνεται η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στους εργαζομένους, οι οποίοι όμως, δεν αποτελούν απρόσωπες αυθεντίες με τάσεις επιβολής στους τοξικομανείς , αλλά συν-εργάτες και συν-τέκτονες στην οικοδόμηση της νέας τους ζωής. Περιορίζοντας το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, καλλιεργείται ένα κλίμα υποτίμησης προς το πρόσωπο τους ,επιβεβαιώνοντας τους μεγαλύτερους τους φόβους : ότι δεν αξίζουν ως άνθρωποι και η γνώμη τους δεν υπολογίζεται , ότι δε διαθέτουν το ψυχικό σθένος να τιθασεύσουν τον εαυτό τους και ότι εξακολουθούν να αποτελούν κοινωνικούς απόκληρους , χωρίς καμιά ελπίδα πραγμάτωσης του στόχου τους. Έτσι, τοποθετούνται και πάλι «εκτός κοινωνίας», με απότοκο τη διαιώνιση του κοινωνικού ρατσισμού.

    Είναι κρίσιμο  να υπογραμμιστεί πως συμβολικά ακόμη, η διοίκηση από «πάνω», και όχι από «μέσα»δηλαδή από τις ίδιες τις κοινότητες , μηνύει«εξάρτηση» και όχι αυτοδιαχείριση των ατόμων που τις απαρτίζουν και ακριβώς στο σημείο αυτό έγκειται το παρόν πρόβλημα : σε έναν χώρο απεξάρτησης, η επιβεβλημμένη διοικητική εξάρτηση προκαλεί σύγχυση στους θεραπευόμενους, καθώς φαίνεται ότι ο εν λόγω φορέας φάσκει και αντιφάσκει σχετικά με τον υποτιθέμενο σκοπό του.

   Ίσως ακόμη,η επιθυμητή από την κυβέρνηση,άρση του αυτοδιοίκητου αποσκοπεί στη διαχείριση εσωτερικών θεμάτων και στον σχεδιασμό των θεραπευτικών προγραμμάτων με έναν διαφορετικό από την εφαρμοζόμενη-μέχρι στιγμής- «στεγνή θεραπεία» του ΚΕΘΕΑ. Πρόκειται για μια νέα σχετικά τάση στον χώρο των απεξαρτήσεων, η οποία ήδη εφαρμόζεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, εγείροντας προβληματισμούς για την ορθότητα της.

    Αυτή, συνίσταται σε χρήση υποκατάστατων και φαρμάκων όπως η βουπρενορφίνη και στη διαμόρφωση χώρων εποπτευόμενης χρήσης ναρκωτικών.Είναι πολύ πιθανό η τάση αυτή να οδηγήσει σε συρρίκνωση της «στεγνής θεραπείας», δηλαδή του ολοκληρωμένου προγράμματος θεραπείας που βασίζεται στην αλλαγή εκ θεμελίων στάσης ζωής και εγκαθίδρυση μιας νέας καταστρεπτικής λογικής συντήρησης του προβλήματος της εξάρτησης. Γίνεται εμφανές εξάλλου, ότι η Κυβέρνηση μέσω του επιβεβλημμένου ελέγχου συνηγορεί στον πλουτισμό των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών και επακόλουθα οδηγεί το έργο ενός παγκόσμια αναγνωρισμένου φορέα στο καλάθι των αχρήστων.

   Είναι απαραίτητο  λοιπόν, να γίνει κατανοητό πως η νεοφιλελεύθερη πολιτική και οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς δε δύναται να εφαρμοστούν στο πεδίο των εξαρτήσεων,αλλά αντιθέτως, κρίνεται αναγκαίο να παραμείνουν εκτός του πεδίου αυτού.

   Όσο επουσιώδης και αν φαίνεται η διάσταση που δίδεται στην εν λόγω καταργητική απόφαση της κυβέρνησης ,οφείλουμε να μη μείνουμε στην «πρώτη ανάγνωση» των γεγονότων, εντοπίζοντας τους –σε λανθάνουσα κατάσταση- οιωνούς που προμηνύουν τον επερχόμενο κίνδυνο, τόσο για τον φορέα,όσο και για τον κοινωνικό ιστό εν γένει.Ας ελπίσουμε πως οι αρμόδιοι θα συνειδητοποιήσουν το σφάλμα τους, αντιλαμβανόμενοι πως η μόνη «εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση» και ο λόγος του «κατεπείγοντος» δεν είναι η κατάργηση της αυτοδιοίκησης, αλλά η διαφύλαξη της.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s