''YOU CAN LEAD A HORSE TO WATER''

Από το : Βασίλη Τσιλιγιάννη

Ο θεσμός μετρά στην Ελλάδα 9 χρόνια εφαρμογής. Ίσχυσε το πρώτον με την ενσωμάτωση στην εγχώρια έννομη τάξη της οδηγίας 2008/52/ΕΚ με το νόμο 3898/2010.  Όμως, μόνο τελευταία, με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου 4512/2018, άρχισε να βάζει τον νομικό κόσμο σε σκέψεις, καθώς ήταν τότε που προικίστηκε με υποχρεωτικότητα, η οποία αναμένεται να αντανακλαστεί σταδιακά στην πράξη, από την 15η Ιανουαρίου 2020, σε σχέση με τις διαφορές τακτικής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου[1]. Ο λόγος γίνεται, φυσικά, για τη διαμεσολάβηση. Για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, η οποία ως εξαιρετική νομοθετική επιλογή στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2]  δεν καλωσορίστηκε εν γένει από τους διακόνους της δικαιοσύνης εν Ελλάδι, δεχθείσα πυρά πανταχόθεν∙ από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας[3]∙ από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ)[4]∙ από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου[5]∙ από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής. Τις διαφωνίες που εκφράστηκαν δικαίωσε και η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ) στην υπ’ αριθμό 34/2018 απόφασή της, όπου διέγνωσε αντίθεση του τότε σχεδίου νόμου στο δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα (άρθρο 20), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ) και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47). Τείνοντας ευήκοον ους στον αντίλογο, ο νομοθέτης προχώρησε σε εκτενείς τροποποιήσεις  προ της ψήφισης του νόμου, καταθέτοντας μόλις στις 18-11-2019 νέο σχέδιο νόμου για τη «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», με συνέπεια να επιτύχει την ομόφωνη σύμπλευση, αυτή τη φορά, του ΑΠ με την από 21-11-2019 γνωμοδότησή του.

Ας πιάσουμε, όμως, το μίτο της Αριάδνης από την αρχή. Οι νεοπαγείς ρυθμίσεις ως διακηρυγμένο στόχο έχουν την περαιτέρω εναρμόνιση με την ως άνω οδηγία και ως μέσο αξιοποιούν το θεσμό της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, παρότι το γράμμα της οδηγίας καθιστά την διαμεσολάβηση δεσμευτικό προστάδιο μόνο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις διασυνοριακών διαφορών[6]. Τι είναι, όμως, διαμεσολάβηση και τι σημαίνει υποχρεωτικότητα εν προκειμένω; Σύμφωνα με την αυθεντική ερμηνεία που περιέχεται στην παράγραφο 2  του άρθρου 2 του νόμου 4640/2019 η διαμεσολάβηση αναφέρεται σε «μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας[…], στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή». Πρόκειται, δηλαδή, για μια εναλλακτική μορφή επίλυσης διαφορών «με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία», ενώ η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 179 του ν. 4512/2018 προσθέτει τη ζωτική «ουδετερότητα και αμεροληψία του διαμεσολαβητή». Μάλιστα, ο θεσμός απέκτησε υποχρεωτικότητα για μια σειρά ιδιωτικών διαφορών[7], διά της θεσπίσεως μίας διπλής κύρωσης εις βάρος του μέρους –συνήθως του εναγομένου-, το οποίο, καίτοι νομίμως κλητευθέν, δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (εξής: ΥΑΣ) της διαμεσολάβησης: δικονομικά μεν, η προσκομιδή του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή αποτυχίας της διαμεσολάβησης ανάγεται σε όρο του παραδεκτού της συζήτησης του ένδικου βοηθήματος[8]∙ χρηματικά δε, θεσπίζεται μια ποινή έως 500 ευρώ, την επιβολή της οποίας  δύναται να αποφασίσει το επιλαμβανόμενο δικαστήριο[9]. Συνεπώς, από τα ως άνω συνάγεται ότι η απάντηση στο ερώτημα του τι καλύπτει η υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης, δεν είναι, στην πραγματικότητα, ούτε την ίδια τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ούτε την επιδίωξη του συμβιβαστικού αποτελέσματος- τουναντίον υποχρεωτική είναι η συναφής έγγραφη ενημέρωση του πληρεξούσιου δικηγόρου[10] και η προσέλευση των μερών στην ΥΑΣ[11].

Εντούτοις, είναι ακριβώς η υποχρεωτική εκδοχή της διαμεσολάβησης που προκαλεί ουκ ευάριθμους προβληματισμούς. Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που ούτε η καθιέρωση υποχρεωτικής προδικασίας της άσκησης ένδικης προσφυγής είναι καινοφανής[12], ούτε το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη απόλυτο, υποκείμενο και αυτό σε εύλογους περιορισμούς[13] , η ένσταση που εγείρεται πιο συχνά κατά του θεσμού είναι το κόστος της διαδικασίας. Και αυτό, διότι ως ελάχιστη αμοιβή του διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ ορίζονται τα 50 ευρώ[14], ενώ για κάθε επόμενη ώρα διαμεσολάβησης η ελάχιστη αμοιβή ανέρχεται σε 80 ευρώ. Αν συνυπολογίσει κανείς σ’αυτά και την ελάχιστη εκ του νόμου αμοιβή των δικηγόρων, οι οποίοι παρίστανται πλέον υποχρεωτικά ήδη κατά την ΥΑΣ[15],  γίνεται σαφές ότι ο παράγοντας του κόστους της διαμεσολάβησης δεν είναι αμελητέος, ιδίως εφόσον καθιερώνονται μόνο κατώτατα όρια, ενώ για την ελληνική έννομη τάξη η χρονοχρέωση είναι ανοίκεια. Και στο παρελθόν, άλλωστε, η νομολογία έχει αξιολογήσει πολλάκις ως μη ανεκτό το κόστος προδικασίας ένδικου βοηθήματος[16], με οδηγό τη σκέψη ότι το χρηματικό συμφέρον του Δημοσίου δεν ανάγεται άνευ άλλου τινός σε γενικότερο δημόσιο συμφέρον,  ενώ εισφέρεται ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράπλευρη ωφέλεια κατέληγε πάντοτε, μέχρι σήμερα, στα χέρια του Δημόσιου, άρα πάλι στο δικαιοδοτικό μηχανισμό, και όχι, όπως εν προκειμένω, σε έναν ιδιώτη επαγγελματία. Αξιοπρόσεκτη, προς την ίδια κατεύθυνση, είναι και η παράλειψη του νέου νομοσχεδίου να συμπεριλάβει διάταξη παρόμοια με αυτή του άρθρου 182§3Α του ν. 4512/2018, η οποία απαλλάσσει από την ΥΑΣ τους δικαιούχους νομικής βοήθειας και του ευεργετήματος πενίας.

Ακολούθως, prima facie εντοπίζεται από αρκετούς και ένα παράδοξο που άπτεται της ζεύξης της διαμεσολάβησης με την υποχρεωτικότητα. Με άλλους λόγους, υποστηρίζεται συχνά ότι η ίδια τη φύση του θεσμού, που συνίσταται στη εθελούσια προσφυγή των μερών στην συγκεκριμένη διαδικασία προς ειρηνική επίλυση των διαφορών τους, απάδει προς το διττό αντικίνητρο που νομοθετείται στην δικονομική απουσία των μερών από τη διαμεσολάβηση. Εντούτοις, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η εδώ πραγματευόμενη μορφή υποχρεωτικότητας  καλύπτει μόνον την εμφάνιση των μερών στην ΥΑΣ, τουτέστιν αποκλειστικά το ενημερωτικό προστάδιο, και όχι την ίδια τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Έτσι, το οξύμωρο σχήμα της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης καταλήγει απλώς σχήμα λόγου, τη στιγμή μάλιστα που η επιλογή του αναγκαστικού χαρακτήρα θεμελιώνεται σε μια καθόλα εύλογη παραδοχή εκ μέρους της Πολιτείας, εκπορευόμενη μάλλον από το φυσικό δίκαιο: ότι κάθε υποκείμενο δικαίου είναι εξ ορισμού ορθολογικό, και κατά συνέπεια ικανό για διάλογο γύρω από τα δικαιώματά του -που δεν είναι  παρά τα συμφέροντά του τα εννόμως προστατευόμενα-, με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαίως επωφελούς λύσης, και απώτερο στόχο την κοινωνική ειρήνευση.

Πέρα, όμως, από τις αντικειμενικές, συχνά εκφέρονται και υποκειμενικές αντιρρήσεις, ήτοι αντιρρήσεις σε σχέση με το πρόσωπο του διαμεσολαβητή. Ειδικότερα, οι σκεπτικιστές της υπόθεσης διατείνονται ότι, στο εν λόγω σύστημα διαμεσολάβησης, ο ιδιώτης διαμεσολαβητής δεν θωρακίζεται με τις απαιτούμενες εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας, καθότι κατά το νόμο αρκεί να έχει δύο ιδιότητες: να είναι πτυχιούχος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και σχετικά διαπιστευμένος μέσα από μία σεμιναριακή εκπαίδευση, χωρίς να προσαπαιτείται νομική κατάρτιση[17]. Να σημειωθεί δε ότι ο διαμεσολαβητής, ο οποίος ενασκεί κατ’ουσίαν ένα νέο ελευθέριο επάγγελμα, δεν είναι παρά ιδιωτικώς αμειβόμενος, και συνακόλουθα συμμορφούμενος με τους κανόνες της αγοράς. Τι θα γίνει, όμως, στην περίπτωση που η ανισότητα μεταξύ των μερών της διαφοράς είναι πρόδηλη και τα επίμαχα είναι προεχόντως ζητήματα νομικής φύσεως; Και περαιτέρω: δεν θα τύχουν, άραγε, διαφορετικής μεταχείρισης από τον διαμεσολαβητή οικονομικοί κολοσσοί, όπως τα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, οι εταιρείες με δεσπόζουσα θέση στην αγορά και οι ασφαλιστικοί φορείς, οι οποίοι, παράγοντας με τη δράση τους μεγαλύτερο όγκο διαφορών, είναι πολύ πιθανό να αποκτήσουν σταθερή σχέση συνεργασίας μαζί του[18] ; Τα ερωτήματα αυτά είναι δικαιολογημένα, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς το σχετικό πλαίσιο που διαγράφει το ιδιωτικό μας δίκαιο, μιας και ο συμβιβασμός είναι σύμβαση, και η σύμβαση έχει ως ratio την αρχή αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει μια στοιχειώδη διαπραγματευτική ισοδυναμία των δύο μερών. Μάλιστα, η συναίσθηση ακριβώς της κοινωνικής πραγματικότητας ήταν που οδήγησε τον νομοθέτη να επέμβει με κανόνες ius cogens, προκειμένου να προστατέψει το ασθενέστερο μέρος και να οριοθετήσει την ιδιωτική αυτονομία, υπακούοντας σε μια θεμελιώδη αρχή της έννομης τάξης μας: τη μη κατάχρηση δικαιώματος[19]. Είναι αλήθεια, επίσης, ότι στη διαμεσολάβηση δεν λαμβάνεται υπόψιν το ουσιαστικό δίκαιο, δεν τηρούνται πρακτικά της διαδικασίας και ο συμβιβασμός δεν θεμελιώνεται σε αιτιολογία, όντας ως εκ τούτου δικαστικά ανέλεγκτος. Στο συλλογισμό αυτό, όμως, πρέπει να συνεκτιμηθεί το δεδομένο, ότι ο διαμεσολαβητής θεσμικά δεν έχει δικαίωμα να προτείνει λύσεις[20], ενώ η υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρους κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης αποτελεί την εξαίρεση σε άλλες έννομες τάξεις. Σήμερα, άλλωστε, στη χώρα μας, οι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές ανέρχονται περίπου στους 2.000, εκ των οποίων η πλειοψηφία φέρει και δικηγορική ιδιότητα, μη στερούμενη έτσι νομικής παιδείας.

Δεν πρέπει, οπωσδήποτε, να λησμονήσουμε και αυτό: εν έτει 2019 δεν δύναται κανείς να αποφανθεί για τα ισχύοντα εν Ελλάδι, αν δεν εξετάσει συγχρόνως και το πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Φως, εξ αυτής της επόψεως, στην εν λόγω προβληματική ρίχνουν οι εξής δύο κομβικές αποφάσεις: η απόφαση Menini και η απόφαση Alassini. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Menini, όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ερμήνευσε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος την οδηγία 2013/11/ΕΕ για εναλλακτική επίλυση των καταναλωτικών διαφορών, επεσήμανε τέσσερις σωρευτικά πληρούμενες προϋποθέσεις της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, η οποία «δύναται να αποδειχθεί συμβατή προς την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας αν η διαδικασία αυτή δεν καταλήγει σε δεσμευτική για τα εμπλεκόμενα μέρη απόφαση, δεν καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ένδικου βοηθήματος, αναστέλλει την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και δεν προκαλεί έξοδα, ή προκαλεί ελάχιστα έξοδα, στα ενδιαφερόμενα μέρη» και, τέλος, «είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το επείγον της καταστάσεως τα επιβάλλει». Λίγο παρακάτω, στη σκέψη 71, διαβάζουμε ότι «η εν λόγω οδηγία[21] έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση […], η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο τέτοιας διαμεσολαβήσεως, οι καταναλωτές πρέπει να επικουρούνται από δικηγόρο και δεν μπορούν να αποσυρθούν από διαδικασία διαμεσολαβήσεως παρά μόνον εάν αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας για αυτή τους την απόφαση». Προσέτι, στην υπόθεση Alassini, το ΔΕΕ  δεν διαπίστωσε παραβίαση, διότι, μεταξύ άλλων, επιβεβαίωσε ότι «τα έξοδα που συνδέονται με τη διαδικασία συμβιβασμού ενώπιον της Co.re.com είναι ανύπαρκτα. Ως προς τις διαδικασίες συμβιβασμού ενώπιον άλλων φορέων, η δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν περιέχει καμία ένδειξη ότι τα εν λόγω έξοδα ήσαν σημαντικά». Καίτοι δεν τέθηκε συναφές ερώτημα στο δικαστήριο, ώστε να υπάρξει ενδελεχής απάντηση εκ μέρους του ΔΕΕ, τη βαρύτητα της εν λόγω προϋπόθεσης αντιλήφθηκε και ο ΑΠ, εφόσον στην υπ’ αριθμό 34/2018 απόφασή του τόνισε ότι ένας από τους όρους sine qua non για την ενωσιακή νομιμότητα της ρύθμισης είναι «ότι η διαδικασία […] είναι αδάπανη (με ανοχή τα ελάχιστα έξοδα)».

Εποµένως, από  το συνδυασµό  όλων των προλεχθέντων, καθίσταται φανερό ότι είναι μάλλον δύσκολα υποστηρίξιμη η άποψη, ότι η υποχρεωτική διαμεσολάβηση, έτσι όπως εισήχθη, συναντά προσκόμματα επί τη βάσει της αρχής της νομιμότητας. Αυτό οφείλεται προπάντων στο γεγονός, ότι η «υποχρεωτική διαμεσολάβηση» σημαίνει κατ’ ουσίαν «υποχρεωτική ενημέρωση για τη διαμεσολάβηση», κάτι που δεν πρέπει να ξενίζει, αφού μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί ως απόρροια και επέκταση του παραγγέλματος του άρθρου 35§3 του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο και ορίζει ως θεμελιώδη υποχρέωση του δικηγόρου «να ενημερώνει τον εντολέα του για όλους τους θεσμούς και τις δυνατότητες εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, και γενικά να συμβάλει στην επίλυση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο προς όφελος του εντολέα του». Δεν χωρεί, άλλωστε, αμφιβολία ότι η συντριπτική πλειοψηφία είναι, θεσμικά και πραγματικά, υπέρ της διαμεσολάβησης, η οποία, αν και δεν αποτελεί πανάκεια, κρίνεται ως ένα ακόμη όπλο στη φαρέτρα του ειρηνοποιού νόμου. Τον τελευταίο λόγο, βεβαίως, θα τον έχει ο δικαστής της ουσίας, ο οποίος θα πρέπει να ελέγχει, προ της εξέτασης του παραδεκτού της συζήτησης, in concreto ενστάσεις περί στέρησης του φυσικού δικαστή ή ουσιώδους περιορισμού του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο νομοθέτης πρέπει να παρακολουθήσει στενά τις εξελίξεις στην εφαρμογή του θεσμού και να προνοήσει αναλόγως, γιατί ήδη με την καθιέρωση της υποχρεωτικής ΥΑΣ για τη διαμεσολάβηση έλαβε ένα ρίσκο πρώτου μεγέθους: αυτό του οριστικού θανάτου ενός θεσμού με πίστη στη συναίνεση των απλών πολιτών, αν τυχόν ήθελε αποτύχει η υποχρεωτικότητα.


[1] Άρθρο 32 στ. α) του από 18-11-2019 κατατεθέντος νομοσχεδίου.

[2] Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική σε α. Αυστρία: για διαφορές  μεταξύ γειτόνων, διαφορές από παραβάσεις της νοµοθεσίας για άτοµα µε ειδικές ανάγκες, διαφορές γειτονικού δικαίου, συµβάσεις µαθητείας, β. Ελβετία: ενώπιον Ειρηνοδίκη για διαφορές οικογενειακού δικαίου, ορισμένες δίκες περί την εκτέλεση και πτωχευτικές διαφορές, γ. Γερµανία για µικροδιαφορές, δ. Κροατία: για υποθέσεις διαζυγίων και εργατικές διαφορές, ε. Μάλτα: για οικογενειακές υποθέσεις, στ. Ιταλία: για ένα μεγάλο φάσμα ιδιωτικών διαφορών. Βλ. σελ. 11 της υπ’αριθμόν 34/2018  απόφασης της Διοικητικής Ολομέλειας του ΑΠ.

[3] Με την από 10-9-2019 απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.

[4] Με την υπ’ αριθ. πρωτ. 23/9-1-2018 ανακοίνωση και την από 10-1-2018 απόφαση της πλειοψηφίας των 9 μελών του ΔΣ (Χρ. Σεβαστίδης, Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Βεργώνης, Δεμέστιχα, Χαρ. Σεβαστίδης, Φούκας, Ερμίδου, Πάπαρη). Ωστόσο, μετά τις τροποποιήσεις, η ΕΔΕ αναδιπλωθείσα, πλην διχασθείσα, τάχθηκε εν τέλει υπέρ της συνταγματικότηττας του ν.4512/2018.

[5] Με την από 16-1-2018 ανακοίνωσή της.

[6] Άρθρο 1§2 της οδηγίας 2008/52/ΕΚ.

[7] Άρθρο 182§§1, 2Α του ν. 4512/2018  και άρθρο 6§§1, 2 του από 18-11-2019 κατατεθέντος νομοσχεδίου.

[8] ό.π. άρθρο 182§2Β, εδ. β’ και άρθρο 6§1 ad finem και 7§5, αντίστοιχα.

[9] ό.π. άρθρο 182§2Β, εδ. ε’(όπου, όμως ορίζεται ότι: «χρηµατική ποινή, η οποία δεν µπορεί να είναι κατώτερη από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και µεγαλύτερη από τριακόσια (300) ευρώ, συνεκτιµωµένης της εν γένει συµπεριφοράς του στη µη προσέλευση στη διαδικασία της διαµεσολάβησης και επιπλέον χρηµατική ποινή µέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειµένου της διαφοράς ανάλογα µε την έκταση της ήττας αυτού») και άρθρο 7§7, αντίστοιχα.

[10] ό.π. άρθρο 182§1εδ.α’  και 3§2, αντίστοιχα.

[11] Με απλά λόγια, υποχρεωτική είναι η πρώτη συνεδρία και η πρώτη συνεδρία είναι ενημερωτική. Δοθείσης αυτής της επιλογής, πρέπει να εμπεδωθεί η διάκριση μεταξύ δύο χωριστών διαδικασιών: της διαδικασίας της ΥΑΣ (Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας) του άρθρου 182 και 7 αντίστοιχα, από την μια πλευρά, και της  διαδικασίας της διαμεσολάβησης του άρθρου 183 και 5 αντίστοιχα, από την άλλη.

[12] Π.χ. στον ΚΠολΔ, η διαδικασία συµβιβαστικής επέµβασης του Ειρηνοδίκη για διαφορές αρµοδιότητας Ειρηνοδικείου (209) και δικαστικής µεσολάβησης (214Β) στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο∙ το Επικουρικό Κεφάλαιοτου ν. 489/1976, το οποίο μάλιστα ως ΝΠΙΔ, δεν καταλαμβάνεται από την εξαίρεση του άρθρου 182 § 2 Α β’ του νόμου και 6§2 του νομοσχεδίου περί υποχρεωτικής διαμεσολάβησης∙ η ενδικοφανής προσφυγή ως στάδιο προστασίας του δικαιώματος εντός της διοικητικού μηχανισμού, αλλά συγκρίσιμη μόνο ως προς το χρόνο, καθότι αδάπανη.

[13] «[…]υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλλε την ίδια την ουσία των ούτως διασφαλιζομένων δικαιωμάτων […]» σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 8ης Απριλίου 1992, C-62/90, Επιτροπή κατά Γερμανίας. Αυτό σημαίνει ότι ο περιορισμός πρέπει να θεραπεύει έναν συγκεκριμένο θεμιτό σκοπό και να βρίσκεται σε εύλογη σχέση αναλογικότητας με αυτόν τον τελευταίο.

[14] ό.π. άρθρο 194§2 και 18§2, αντίστοιχα. Το κόστος αυτό βαρύνει αμφότερα τα μέρη, οπότε το σύνολο της (κατώτατης) αμοιβής του διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ είναι 100 ευρώ. Περαιτέρω, αν αποφασιστεί η υπαγωγή της διαφοράς στο δικαστήριο, τα 50 ευρώ δύνανται μεταγενέστερα να εισπραχθούν ως δικαστικό έξοδο.

[15] Άρθρο 7§6 του κατατεθέντος νομοσχεδίου.

[16] Π.χ. ΜΠρωτΑθ 669/2013– ΜΠρΧανίων 3/2013, που έκριναν αντισυνταγματική την αύξηση στο δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές∙ ΜΕφΙωαννίνων 108/2014, που έκρινε αντισυνταγματικό το παράβολο των 200 ευρώ  για το παραδεκτό της άσκησης έφεσης∙

ΜονΕφΚρήτης 19/2016, που έκρινε αντισυνταγματική και αντίθετη στην ΕΣΔΑ την υποχρέωση καταβολής πιστοποιητικού καταβολής ΕΝΦΙΑ.

[17] Άρθρα 188, 189 και 190 του ν. 4512/2018 και άρθρα 12, 13 και 14 του από 18-11-2019 κατατεθέντος νομοσχεδίου.

[18] Το ακανθώδες αυτό σημείο έχει επισημάνει προ πολλού η αγγλοαμερικανική βιβλιογραφία, περιγράφοντάς το με τον όρο “repeat players effect”, ήτοι το φαινόμενο των κατ’ επανάληψιν πελατών (παικτών). Βλ. π.χ. Bingham, Lisa “Employment Arbitration: The Repeat Player Effect”, Employee Rights and Employment Policy Journal (1), 1997, σελ. 189–220∙ Colvin, Alexander J. S., “An Empirical Study of Employment Arbitration: Case Outcomes and Processes”, Journal of Empirical Legal Studies (8), 1-3-2011, σελ. 1–23.

[19] Η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος κατοχυρώνεται στο ΑΚ281, ενώ έχει και συνταγματική περιωπή (άρθρο 25§3 Σ).

[20] Στη διαμεσολάβηση, τα μέρη επιλύουν τη διαφορά τους και ο διαμεσολαβητής τα συνεπικουρεί. Τουτέστιν, ο διαμεσολαβητής δεν είναι διαιτητής.

[21] Υπογραμμίζεται ότι η οδηγία περιοριζόταν θεματικά στις διαφορές καταναλωτών.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s