ΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΤΑ ΖΗΣΕΙΣ ΟΛΑ ΞΑΝΑ;

Από το: Βασίλη Μιχαλίτση

Ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα αποτελεί έναν από τους πιο επιδραστικούς και σημαντικούς συγγραφείς του ύστερου 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας την 1η Απριλίου του 1929. Από το 1975 ζει στη Γαλλία. Είναι περισσότερο γνωστός για το μυθιστόρημά του ‘’Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι’’ που πρωτοκυκλοφόρησε το 1984 και μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη επιτυχημένα το 1988 από τον Φίλιπ Κάουφμαν. Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα βιβλίο σταθμό, τόσο για την σκιαγράφηση της ανθρώπινης ψυχής και της ανάδειξης του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος της εποχής του 1968,με τη Σοβιετική Εισβολή στη Τσεχοσλοβακία με σκοπό την καταστολή της λεγόμενης ‘’Άνοιξης της Πράγας’’, όσο και για το βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρό του.

Τα βασικά πρόσωπα που συνθέτουν το μυθιστόρημα είναι τέσσερα, αλλά μάλλον αδιαμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής είναι ο Τόμας, ένας Τσέχος γιατρός ,ο οποίος θεωρεί ότι οφείλει να απαλλαγεί από όλα τα εξωτερικά πρέπει που τον βαραίνουν, να καταστήσει δηλαδή τη ζωή του όσο πιο ανάλαφρη γίνεται. Με άλλα λόγια ο Τόμας θέλει την αυτονομία του και για αυτό θέλει να απαλλαγεί από τα αποκαλούμενα “εξωτερικά πρέπει”, είτε αυτά είναι η οικογένειά του είτε η μονογαμία. Ο Τόμας παρουσιάζεται ως γυναικάς, του αρέσει το φλέρτ και αυτή η αίσθηση της ανακάλυψης, της αυτονομίας και της ελαφρότητας που του προσφέρει. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στη ζωή του η Τερέζα την οποία πραγματικά αγαπά και νιώθει μια ιδιαίτερη ευθύνη απέναντί της. Την ευθύνη του να την προστατέψει και να την ευχαριστήσει με όποιο τρόπο.. Οι πράξεις του πια έχουν ως άξονα την Τερέζα και όχι τα προσωπικά του θέλω.

Συνεχίζει βέβαια  -και ενώ παντρεύεται με την Τερέζα- να διάγει αυτόν τον πολυγαμικό βίο, γεγονός που δεν αρέσει καθόλου στην  Τερέζα , αλλά προσπαθεί να της εξηγήσει ότι η σαρκική απόλαυση με τον έρωτα και την αγάπη είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Η αγάπη του είναι προορισμένη μόνο για αυτή. Βλέπουμε μέσα στο μυθιστόρημα καθ’ όλη την εξέλιξη της σχέσης τους ακριβώς, το πόσο δύσκολο είναι να ερμηνευτεί και να ξεχωρίσει η έννοια της αγάπης, από την έννοια της δύναμης και της αδυναμίας. Η εξουσία που ασκεί ο Τόμας στην Τερέζα αντιδιαστέλλεται με την αδυναμία  της. Παράλληλα όμως καθ’ όλη την ελαφρότητα που θέλει να έχει ο Τόμας στη ζωή του, η Τερέζα είναι αυτή που τον γειώνει, αυτή που δίνει βάρος και νόημα στη ζωή του. Χωρίς αυτή θέλει να πεθάνει. Το μόνο “πρέπει” που θέλει να ικανοποιήσει είναι η ευτυχία της Τερέζας.

Όταν κανείς αρχίζει να διαβάζει αυτό το βιβλίο και πόσο μάλλον όταν φτάνει στο τέλος του δεν μπορεί παρά μόνο να αναρωτηθεί αν το βαθύτατο φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα είναι ένα ερώτημα χωρίς απάντηση, που μπορεί να διαφέρει από εποχή σε εποχή, από κοινωνία σε κοινωνία και από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ιδιαίτερα το βιβλίο διαπραγματεύεται την έννοια της ύπαρξης, καθώς και εν γένει τη σημασία των ανθρώπινων ενεργειών και δραστηριοτήτων μέσα από το εξής δίπολο. Την ελαφρότητα και την βαρύτητα. Τείνουμε, όταν μιλάμε για πόλους, να αποδίδουμε στον έναν θετικό και στον άλλο αρνητικό φορτίο. Το ίδιο που κάνουμε και σε πολλές άλλες έννοιες:Μαύρο-Άσπρο,Φώς-Σκοτάδι,Ζωή-Θάνατος,Αλήθεια-Ψέμα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το ζήτημα είναι ίσως πιο περίπλοκο. Τι είναι θετικό και τι αρνητικό. Η ελαφρότητα ή η βαρύτητα. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, αυτό το ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί: Η ελαφρότητα αποτελεί τον θετικό και η βαρύτητα τον αρνητικό πόλο.

Το βάρος από την αρχή αποτελεί μια έννοια πολύ σύνθετη και ίσως λίγο παρεξηγημένη. Κάνουμε οτιδήποτε για να διώξουμε ‘’το βάρος’’ από πάνω μας, με όποια μορφή και αν αυτό μπορεί να παρουσιαστεί. Όπως και ο Παρμενίδης, του αποδίδουμε σε όλη την ανθρώπινη ιστορία ως λέξη μια αρνητική σημασία, σαν να πάει κόντρα στην ανθρώπινη φύση, σαν να αποτελεί κάτι που δεσμεύει τον άνθρωπο στη γή και του απαγορεύει να περάσει η ψυχή του στον Παράδεισο, αλλά μάλλον τον τραβάει όλο και πιο βαθιά στην κόλαση.

Όμως με τον καιρό η έννοια του βάρους, έλαβε και μια παραπάνω σημασία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Μιλάμε για ηθικό βάρος/καθήκον,το βάρος των πράξεών μας, το βάρος των λόγων μας και το βάρος του χαρακτήρα μας. Στην πραγματικότητα χωρίς αυτή την έννοια η ζωή μας δεν έχει και πολύ νόημα.

Στο βιβλίο ο συγγραφέας διαπραγματεύεται τη θεωρία του Νίτσε για την αιώνια επιστροφή. Ποιος ο λόγος θα ρωτήσει κανείς. Είναι απλό. Ως άνθρωποι λέμε συχνά ότι έχουμε μόνο μία ζωή, που σημαίνει ότι όποια απόφαση και αν πάρουμε, σε όποια ενέργεια και αν προβούμε, δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης για τις επιλογές μας, γιατί ακριβώς ζούμε μόνο μία φορά. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η ζωή μας δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά αντίθετα μια ελαφρότητα, η οποία μάλιστα είναι ιδιαίτερα λυτρωτική και απελευθερωτική, καθώς απαλλάσσει τον άνθρωπο από την ευθύνη για τις πράξεις του, εφόσον αυτές δεν έχουν κάποιον ιδιαίτερο αντίκτυπο. Συμβαίνουν μόνο μία φορά και δεν επηρεάζουν τίποτα. Όπως λέει και μια  γερμανική παροιμία “Einmal ist Keinmal” (Ένα ίσον κανένα).

Ας σκεφτούμε τώρα κάτι άλλο. Για φανταστείτε όταν πάτε να κάνετε οποιαδήποτε πράξη σας, να ξέρατε ότι αυτή θα επαναλαμβάνεται αιώνια, ξανά και ξανά, χωρίς αλλαγές. Φανταστείτε για παράδειγμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να εκτυλίσσεται ξανά και ξανά στο χρόνο, σαν ένας θίασος να ανεβάζει την ίδια παράσταση με τους ίδιους συντελεστές και σκηνοθεσία ξανά και ξανά. Η ερώτηση που κρύβεται εδώ είναι η εξής: αν όντως η έννοια της αιώνιας επιστροφής υφίσταται και είμαστε αναγκασμένοι να ξαναζούμε τις επιλογές μας, θα το σκεφτόμασταν διπλά, ίσως και τριπλά πριν πάρουμε οποιαδήποτε απόφαση; Υπό το πρίσμα αυτής της έννοιας οι επιλογές μας, η ζωή του ανθρώπου, δεν αποκτά μόνο βαρύτητα, δεν παραμένει ο άνθρωπος απλά γειωμένος σε μια αιώνια επανάληψη, αλλά συγχρόνως τον βαραίνει μια αβάσταχτη ευθύνη. Είναι πλέον υπαίτιος για όλα. Για να είμαστε ακριβείς, το πιο πιθανό είναι αν ο άνθρωπος σκεφτόταν έτσι να μην πρόβαινε ποτέ σε καμία ενέργεια, να μην έπαιρνε ποτέ καμία απόφαση. Μάλλον θα αρκούνταν στην ανυπαρξία, που θα ήταν το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να τον λυτρώσει από αυτό το βάρος της απόφασης.

Αλλά ακριβώς επειδή ως άνθρωποι έχουμε το σκεπτικό αυτής της μοναδικής ζωής μας, νομίζουμε ότι έχουμε το δικαίωμα στην παρορμητικότητα, στο λάθος, στην ελαφρότητα .Εφόσον δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πραγματική αξία και επίπτωση των επιλογών μας. Και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον ακριβώς είναι όλα εφήμερα. Όπως λέει και ο Κούντερα ‘’Γίνεται να καταδικάσεις κάτι εφήμερο;’’ Σε έναν τέτοιο κόσμο τα πάντα συγχωρούνται εκ των προτέρων και επομένως τα πάντα επιτρέπονται κυνικότατα.

Ο Κούντερα γράφει ‘’στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε πράξη φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης. Αυτό ακριβώς ώθησε τον Νίτσε να πεί πως η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το βαρύτερο φορτίο (das schwerste Gewicht)’’. Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα και αρνητικό. Το βάρος ταυτόχρονα οριοθετεί και την ύπαρξή μας, μάς κρατάει στη γή. Όσο πιο κοντά στη γή είναι η ζωή μας,τ όσο πιο πραγματική και αληθινή έιναι. Υπό αυτή την έννοια το βάρος είναι που δίνει σημασία στη ζωή μας, η ευθύνη.

Ας το δούμε και αλλιώς. Οι ίδιοι δίνουμε βάρος στις πράξεις μας. Και θέλουμε να έχουν βάρος, θέλουμε να αφορούν τους άλλους, να τους επηρεάζουν, να τους συγκινούν, να αποτελούν σταθμό στη ζωή τους. Ακόμη και ως επαγγελματίες, ως επιστήμονες  θέλουμε να μας αναγνωρίζουν για την προσφορά μας και είμαστε περήφανοι για αυτή. Γιατί ακριβώς θέλουμε ο κόσμος, οι σημαντικοί για μας άλλοι να αναγνωρίσουν την ύπαρξή μας, να μας δώσουν νόημα. Χωρίς τους άλλους, όχι απλά δεν μπορεί να υπάρξει το εγώ, αλλά γενικότερα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η έννοια της ύπαρξης. Υπάρχουμε λόγω της αναγνώρισης από τους άλλους, της σημασίας που μας δίνουν. Φανταστείτε μονίμως να σας αγνοούν, ό,τι και αν κάνετε να μην αποδίδεται καμία βαρύτητα στις πράξεις σας, να μην υπάρχει καμία ανταπόκριση, καμία αντίδραση. Ξαφνικά σας κυριεύει η θλίψη, ο θυμός. Και αυτό γιατί πια δεν υπάρχετε, δεν είστε πραγματικοί. Αυτό το αίσθημα δικαιολογείται από το βαθύτερο φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο. Θέλει απελπισμένα να υπάρξει, να παραμείνει στη ζωή, όπου όλοι τον βλέπουν και τον ακούν.

Φυσικά εφόσον κάναμε λόγο για τη βαρύτητα, που θεμελιώνεται από ένα εσωτερικό ‘’πρέπει’’(es muss sein,όπως γράφει και ο Μπετόβεν),οφείλουμε να μιλήσουμε και για την αξία της ελαφρότητας.

Ο λόγος που δεν έγινε ακόμη τόσος μεγάλος λόγος για την ελαφρότητα είναι γιατί είναι βαθιά ενσωματωμένη στη ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Ο ίδιος με το παραπάνω σκεπτικό της μοναδικότητας της ζωής, της μη επανάληψης, είναι σα να συνειδητοποιεί παραπάνω αυτή την ελαφρότητα, που φτάνει στα όρια της ματαιότητας. Η βαρύτητα αντίθετα είναι μια δύναμη ίσως πιο άγνωστη. Ακόμη και στη Φυσική, η βαρύτητα ίσως να αποτελεί τη δύναμη που ακόμη δεν έχουμε καταλάβει τόσο καλά όσο άλλες, αν και την αναλύουμε χρόνια ιδιαίτερα από την εποχή του Νεύτωνα και μετά. 

Με την ελαφρότητα ο άνθρωπος επιζητά την επιστροφή στον Παράδεισο. Είναι αυτή η βαθιά ανάγκη του ατόμου για ανυπαρξία, να δραπετεύσει από την ανθρώπινη φύση του, ίσως αυτό που ο Freud θα ονόμαζε ενόρμηση Θανάτου. Οι κινήσεις του ανθρώπου έτσι είναι ελεύθερες και μαζί ασήμαντες. Όμως, όπως πριν αναφέρθηκε ότι ο άνθρωπος έχει την επιθυμία να υπάρχει, μπορεί επίσης να έχει και την επιθυμία να πεθάνει. Να περάσει δηλαδή από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, να γίνει ελαφρύς σαν το πούπουλο και να μην έχει πια φορτίο, ούτε εκείνος να σημαίνει τίποτα, ούτε πλέον να δεσμεύεται από κάποιο άλλο βάρος. 

Η ανάγκη να πάμε κόντρα σε όλα τα ‘’πρέπει’’ στη ζωή μας, είναι αυτή ακριβώς η επιθυμία για ελαφρότητα, για ησυχία, για γαλήνη, ίσως όπως στα κινήματα του Νταντά και του Σουρεαλισμού στην Τέχνη, να θέλει να πάει ενάντια σε αυτόν τον κόσμο του νοήματος, της ανάλυσης, της ερμηνείας και να θέλει απλώς να αφεθεί στην απόλαυση, στην  αθωότητα, όπως τότε που ήταν παιδί. Είναι η επιθυμία του ανθρώπου να επιστρέψει σε έναν προστατευμένο κόσμο, να επιστρέψει στη μήτρα της μητέρας ακόμη και να συρρικνωθεί παραπάνω και να γίνει σκόνη, όπως άλλωστε ξεκίνησε. Ναι, να γίνει αστρική σκόνη και να ενωθεί πλέον ξανά με το σύμπαν, να επιστρέψει στην αρχική του κατοικία.

Ο κύκλος της ζωής στην πραγματικότητα δεν τελειώνει ποτέ. Το σώμα μετά το θάνατο γίνεται ένα με τη φύση, απορροφώνται τα συστατικά του, από τα οποία η ίδια η φύση τον έπλασε και αποτελούν την ενέργεια με την οποία θα δημιουργηθεί καινούρια ζωή και η φύση θα αναγεννηθεί. Είναι μια τρομακτική, αλλά συνάμα παρήγορη και συναρπαστική ιδέα.

Το νόημα της παραπάνω ανάλυσης δεν είναι να προσδώσουμε σε αυτές τις δύο έννοιες κάποιο ηθικό φορτίο. Άλλωστε μέχρι και στο Μυθιστόρημα δε δίνεται απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Τελικά έγκειται στην επιλογή και στην αντίληψη του καθενός πώς να αξιοποιήσει αυτές τις δύο έννοιες στη ζωή του και να επιτύχει την ισορροπία. Οφείλουμε ίσως να αγκαλιάσουμε και να αγαπήσουμε ανιδιοτελώς και τις δύο αυτές πτυχές της ψυχοσύνθεσής μας. Έτσι ίσως να πατάξουμε το αίσθημα της μιζέριας που πολλές φορές μπορεί να κυριέψει τη ζωή μας. Άλλωστε, όπως λέει και ο Κούντερα ‘’ Αυτός που αγαπιέται απόλυτα δεν μπορεί να είναι μίζερος. Όλες του οι ανεπάρκειες εξαγοράζονται απ ‘ το μαγικό βλέμμα της αγάπης…’’

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s